Skip to content

ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ-ΑΝΑΛΥΤΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ (5ος – 13ος αι.)

16/06/2013

ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ (5ος – 13ος αι.)

Σκοπός:

Επιδιώκουμε να προσδιορίσουμε είδη ή δείγματα γραπτού λόγου, που μπορούν να θεωρηθούν πλησιέστερα στη νεότερη ιδέα της λογοτεχνίας ή καθοριστικής σημασίας για την εξέλιξη στην Ευρώπη.

Εισαγωγικες παρατηρησεις:

1η ενότητα: Εισαγωγή σε στοιχεία του πολιτισμού της εποχής, σημαντικά για τη μελέτη της λογοτεχνίας.

2η ενότητα: Διερεύνηση συγκεκριμένων ειδών γραμματείας της εποχής

Ζητήματα θεωρίας ή κριτικής που αξίζουν προσοχής:       ΜΕΣ. ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

Έμμετρος λόγος & ποσοτικά μέτρα

Διάκριση ρητορικής, γραμματικής & λογικής

Αλληγορική ερμηνεία

Επική ποίηση

Λυρική ποίηση

 

Λογοτεχνικά κείμενα άξια προσοχής:

Λυρική ποίηση των τροβαδούρων (11ος – 12ος αι.)

Έμμερη μυθιστορία του Κρετιέν ντε Τρουά (12ος αι.)

 

Ιδιάζουσες διαστάσεις της μεσαιωνικής πραγματικότητας:

a) Ο χριστιανισμός ως συνεκτικός ιστός της Ευρώπης και του πολιτισμού της. Το «θρησκευτικό συναίσθημα» της εποχής διαφέρει από το σημερινό στις αντιλήψεις και τις πρακτικές.

b) Η έννοια της λογοτεχνίας δύσκολα αντιστοιχεί σε ευδιάκριτη περιοχή γραπτού λόγου κατά την εποχή του μεσαίωνα, γι αυτό η προσοχή μας εκτείνεται (….) σε πεδία και φαινόμενα λογοτεχνικής γραμματείας. (….) η λογοτεχνικότητα έχει γεννηθεί ή αναγεννηθεί, όμως ο γραπτός λόγος αναπτύσεται με τρόπους που δε μας είναι οικείοι.

c) Οι γλώσσες που κυριαρχούν στην Ευρώπη της εποχής δε διαβάζονται εύκολα από γνώστες σύγχρονων γλωσσών: λατινικά, παλαιές μορφές ελληνικών, παλαιές μορφές νεότερων ευρωπαϊκών γλωσσών ή και μεσαιωνικές γλώσσες που είναι σήμερα νεκρές.

d) Μια από τις πλέον θεμελιώδεις διαστάσεις της μελέτης των μεσαιωνικών χρόνων είναι, ασφαλώς, εκείνη των σχέσεων μεταξύ Δύσης & Ανατολής.

 

ΚΡΕΤΙΕΝ ΝΤΕ ΤΡΟΥΑ εκδ.ΩΚΕΑΝΙΔΑ

ΚΡΕΤΙΕΝ ΝΤΕ ΤΡΟΥΑ εκδ.ΩΚΕΑΝΙΔΑ

ΓΡΑΦΗ & ΠΡΟΦΟΡΙΚΟΤΗΤΑ

 

ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΟ & ΓΡΑΦΗ

 

Βαθμιαία συντελείται η εξάπλωση της γραφής και η υποχώρηση των προφορικών πολιτισμικών παραδόσεων, ιδίως στην περίπτωση των δημωδών γλωσσών ή ιδιωμάτων της Δύσης που βαθμιαία απέκτησαν συστηματική γραπτή έκφραση.

Αν και το βιβλίο εξακολουθεί να είναι χειρόγραφο, επέρχονται συστηματικές αλλαγές, σε όλη την Ευρώπη, σε επίπεδο υλικών και τεχνικής της γραφής. Κατά τον 8ο αι. αρχίζει η χρήση του χαρτιού που σταδιακά γενικεύεται, ιδίως μετά τον 11ο αι. Σημαντικότερη ίσως αλλαγή, αποτελεί η επινόηση σε Δύση και Ανατολή διαφόρων μορφών μικρογράμματης γραφής.

 

Οι παραπάνω αλλαγές συνδυάστηκαν με την εντατική αντιγραφή χειρογράφων, η οποία χαρακτήρισε την ανάκαμψη των γραμμάτων σε Ανατολή και Δύση του ύστερου Μεσαίωνα. Συνάμα, η μετεγραφή χειρογράφων σε μικρογράμματα στοιχεία, συνεπέφερε σε πολλές περιπτώσεις την καταστροφή ή την απώλεια παλαιότερων αντιγράφων. Άξιο επισήμανσης, αποτελεί το γεγονός πως το σύνολο σχεδόν των ολοκληρωμένων σωμάτων αρχαίων ελληνικών κειμένων που σώζονται μέχρι σήμερα, προέρχονται από τον βυζαντινό ύστερο Μεσαίωνα, μεταφερμένα από την Κωνσταντινούπολη και την Εγγύς Ανατολή σε βιβλιοθήκες της Δύσης. Τα παλαιότερα αντίγραφα έχουν στην πλειονότητά τους χαθεί.

 

Σε μορφή χειρόγραφων αντιγράφων κυκλοφορούσαν και τα νεότερα κείμενα διαφόρων ειδών γραμματείας ή λογοτεχνίας. Και συχνά τα κείμενα αυτά είναι ανυπόγραφα (….) Ο ανώνυμος αντιγραφέας ή μεταφραστής της εποχής στηρίζει περισσότερο την γραμματεία από τον επώνυμο συγγραφέα.

Η γραφή διαδίδεται, αλλά όχι με τον σύγχρονο τρόπο που ορίζει τη σχέση της με το συγγραφέα. Για παλαιότερα κείμενα λατινικής και ελληνικής αλλά και εκκλησιαστικής ή πατερικής γραμματείας επισέρχονται ζητήματα «γνησιότητας» ή «αυθεντικότητας» του αντιγραφέα ή του μεταφραστή. Ωστόσο, σταδιακά η ιδέα του επώνυμου δημιουργού ενός «πρωτότυπου» έργου αρχίζει να γενικεύεται περιλαμβάνοντας, επιλεκτικά, συγγραφείς ορισμένων ειδών νεότερων κειμένων – όπως η λυρική ποίηση και η μυθιστορία.

Η σημασία του προφορικού στοιχείου εξακολουθεί να διατηρεί τη σημασία της με διάφορους τρόπους: λόγω αναλφαβητισμού, η ανάγνωση πολλές φορές είναι ομαδική ή δημόσια. Ακόμα και η εκκλησιαστική ακολουθία μπορεί να θεωρηθεί ανάλογο παράδειγμα. Εξάλλου, το προφορικό στοιχείο ειπεισέρχεται και στην ίδια την γραφή και τη μορφή του κειμένου. Ο έμμετρος λόγος που ήταν πολύ διαδεδομένος και ίσως ο επικρατέστερος, αφήνει να διαφανεί πως το κείμενο ήταν γραμμένο για απομνημόμευση και απαγγελία.

 

Έμμετρος λόγος                                                  

ΤΡΟΒΑΔΟΥΡΟΙ

ΤΡΟΒΑΔΟΥΡΟΙ

 

Η διαφορά του έμμετρου από τον πεζό λόγο έγκειται στο γεγονός πως ο πρώτος από την αρχαιότητα και σε όλη τη διάρκεια του Μεσαίωνα διατηρεί στενή σχέση με τον προφορικό λόγο, καθώς βασικός στόχος του είναι η απομνημόνευση για να απαγγελθεί.

Λέγεται έμμετρος επειδή πειθαρχεί σε συγκεκριμένο μέτρο. Με βάση το μέτρο αυτό διακρίνονται οι στίχοι του ποιήματος, οι οποίοι οργανώνονται, ενδεχομένως, σε στροφές. Ο κάθε στίχος απαρτίζεται από πόδες, δηλαδή στοιχειώδεις ρυθμικές ομάδες συλλαβών (2 ή 3 συνήθως), των οποίων η διαδοχή συνιστά το μέτρο του ποιήματος.

Κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα άλλαξε το μετρικό σύστημα, δηλαδή ο τρόπος που αρθρώνεται το μέτρο. Η αλλαγή ξεκίνησε από μια αλλαγή στον τρόπο ομιλίας και συναρτάται από το πέρασμα του προφορικού λόγου από τα παλαιότερα ελληνικά ή λατινικά σε καινούριες μορφές τους ή και σε άλλες γλώσσες.

Έτσι περνάμε από τα ποσοτικά στα τονικά μέτρα και ταυτόχρονα αρχίζουν να επιβάλλονται καινούριοι κανόνες, ίσως για λόγους ενίσχυσης της μουσικότητας ή την ευκολότερη απομνημόνευση: όπως ο ισοσυλλαβισμός και η χρήση ομοιοκαταληξίας. Το νέο μετρικό σύστημα δεν ακολουθούν μόνο οι δημώδεις γλώσσες αλλά και η μεσαιωνική λατινική και η αττικίζουσα ελληνική του Βυζαντίου. Άμεση συνέπεια, μεταξύ άλλων είναι η καλλιέργεια νέων στιχουργικών μορφών και νέων ειδών ποιητικού λόγου.

 

Ρητορική, γραμματική, λογική

H εποχή που μελετάμε, τουλάχιστον μέχρι τους δύο τελευταίους αιώνες της, φαίνεται ότι έδινε μεγαλύτερη προσοχή στη γλωσσική διάρθρωση και στην κοινωνική χρήση των κειμένων απ’ ότι στην ενδεχόμενη λογοτεχνική ή ποιητική τους διάσταση. Υπήρχε όμως συναίσθηση της ιδιάζουσας αξίας του γραπτού λόγου (…) αλλά η ιδιαιτερότητα της λογοτεχνίας ή της ποίησης, τουλάχιστον της νεότερης δεν πήρε, συστηματική ή εκλογικευμένη μορφή.

Η χρήση των όρων «ποίηση» και «ποιητής» μέχρι το τέλος του Μεσαίωνα, δεν ήταν γενικευμένη και αναφέρονταν, κυρίως, στους παλαιούς Έλληνες και Λατίνους ποιητές. Αντίστοιχα, οι νεότεροι δηλώνονταν με ειδικότερους όρους που αφορούσαν την τεχνική τους ή ή το είδος που καλλιεργούσαν: στιχουργός, μελωδός, υμνωδός.

Σημαντικό ρόλο στην οργάνωση του προγράμματος διαδραματίζει ένα σχήμα, του οποίου οι βάσεις είχαν τεθεί κατά την ελληνιστική εποχή, μετεξελίχθηκαν στο Βυζάντιο και αναπτύχθηκε ιδιαίτερα στη Δύση: «τρίτυς» των γραμμάτων (trivium: γραμματική, ρητορική, λογική) και των «τετράκυς» των επιστημών (quadrivium: αριθμητική, γεωμετρία, μουσική, αστρονομία).

Η μεσαιωνική τρίτυς, μας δίνει το ακριβές περίγραμμα μέσα στο οποίο μελετώνται τα κείμενα. Η γραμματική αφορά τη μορφολογία και τη σύνταξη της γλώσσας, η λογική τη μεθοδική ανάλυση των λογικών διαστάσεών της και την ερμηνεία του νοήματος, η ρητορική εστιάζει στα σχήματα και τους τρόπους του λόγου που κάνουν τη γλώσσα να μεταφέρει τα νοήματά της δραστικότερα ή αποτελεσματικότερα στον αναγνώστη ή ακροατή.

 

Στη Δύση του ύστερου Μεσαίωνα, η μελέτη αυτή γίνεται υπό το πρίσμα του «σχολαστικισμού»: ανάπτυξη και αντιπαράθεση λογικών επιχειρημάτων ως βάση μιας λεπτομερειακής προσέγγισης και μεθοδικής ερμηνείας και κατανόησης των κειμένων. Η λογική κυριαρχεί λοιπόν στην τρίτυς, και μάλιστα με τη μορφή της διαλεκτικής που της δίνει αρχικά ο Αβελάρδος και αναπτύσσει αργότερα ο Θωμάς ο Ακινάτης. Η δε οπτική γωνία παραμένει εκείνη της θεολογίας: τα κείμενα της αρχαιότητας πρέπει να φωτίζουν προβλήματα σχετικά με τη φύση του Θεού και της δημιουργίας του.

Ο σχολαστικισμός συνιστά για τη Δύση μια πρώτη προσπάθεια συστηματικής αξιοποίησης της γραπτής παράδοσης και της αναγνωστικής εμπειρίας, η οποία μάλιστα, καθόρισε σε μεγάλο μέρος το νεότερο τρόπο ανάγνωσης της λογοτεχνίας.

Κυρίως, τους τελευταίους αιώνες του ύστερου Μεσαίωνα διαμορφώθηκε μια ορισμένη συνείδηση της ιδιαιτερότητας του έπους και του επικού ύφους, ενώ το ενδιαφέρον για τη δραματική τέχνη φαντάζει σχεδόν ανύπαρκτο.

 

 ΜΕΣ. ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ-2              Ο σχολιασμός ως ανάγνωση και γραφή

 

Κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα, η πρακτική της ανάγνωσης παλαιότερων κειμένων αλλά και της έγγραφης ερμηνείας ή κριτικής τους τίθεται υπό το πρίσμα του σχολιασμού των κειμένων.

Άξιοι προσοχής είναι οι σχολιασμοί τους οποίους προσθέτει στα περιθώρια των χειρογράφων που αντιγράφει ο βυζαντινός γραφέας. Πρόκειται κατά κανόνα, για τα παλαιότερα σχόλια των φιλολόγων ή των «γραμματικών» της ελληνιστικης αλλά και της ρωμαϊκής εποχής στα ελληνικά κείμενα τα οποία ο αντιγραφέας έβρισκε στα πρωτότυπα ή τα αντίγραφα που χρησιμοποιούσε….Έτσι, μαζί με τα χειρόγραφα, σώζονται στοιχεία της ιστορίας των κειμένων αυτών και της γλώσσας τους.

 

Κάποιες φορές ο σχολιασμός είναι περισσότερο πρωτότυπος, ιδίως όταν ο μελετητής του χειρόγραφου είναι ο ίδιος λόγιος και καταγράφει τη μελέτη του

 

Οι σχολιασμοί αυτοί, καθώς και οι αντίστοιχοι των δυτικών αντιγραφέων και μελετητών, μοιάζουν συχνά ανομοιογενείς ή άτακτοι από πλευράς περιεχομένου για το νεότερο αναγνώστη και μελετητή, συνηθισμένο σε έναν αυστηρό καταμερισμό της πνευματικής ή ακαδημαϊκής εργασίας. Σχεδόν συσσωρεύουν παρατηρήσεις κάθε τύπου: υπενθύμισης ιστορικών ή πραγματολογικών στοιχείων, γραμματικής και συντακτικής ανάλυσης, ρητορικής αξιολόγησης, αλληγορικής ερμηνείας κ.ο.κ. Η λογοτεχνική πρόκληση έγγειται πως ο σχολιασμός προϋποθέτει μια μια αναγνωστική τεχνική και εμπειρία όχι ανοργάνωτη ή ανώριμη, αλλά εντελώς διαφορετική από τη δική μας.

Η εντατική κυκλοφορία κειμένων γίνεται σε δύο άξονες: α) διαχρονικό – μεταφορά της αρχαίας παράδοσης. β) συγχρονικό – από τη μία πολιτισμική περιοχή στην άλλη – δίνει μια αίσθηση πρωτοτυπίας μιαν απόχρωση που ενδεχομένως σαστίζει τον σύγχρονο αναγνώστη: η εντύπωση που σχηματίζεται είναι ότι τίποτα καινούριο δεν μπορεί να προκύψει και όλα είναι επαναλήψεις περισσότερο ή λιγότερο πιστές. Εντούτοις η σταθερή λογοτεχνική επιδίωξη είναι να ειπωθεί κάτι άλλο, ξεκινώντας από στοιχεία που έχουν αποτελεσματικά αφομοιωθεί ο μεσαιωνικός κόσμος, σφραγισμένος από τη βιβλική παράδοση, ξέρει ότι δεν μπορεί να πει τίποτα αν δεν ξεκινήσει απο ορισμένα κείμενα που θα μελετήσει με μεγάλη προσοχή. Χάρη σ’ αυτά, έχει τη δυνατότητα να δει μακρύτερα και καλύτερα από τους προκατόχους του, σαν ένας νάνος ανεβασμένος στους ώνους ενός γίγαντα

 

Αλληγορική ερμηνεία

Μια ειδικότερη συμβολή του Μεσαίωνα στην ερμηνευτική των λογοτεχνικών κειμένων και μέσω αυτής, στην ποιητική. Καλλιεργήθηκε ιδιαίτερα στο πλαίσιο της εκκλησιαστικής γραμματείας, αλλά γενικεύθηκε. Στηρίζεται στην εξαιρετική σημασία που δόθηκε τους πρώτους μετα-χριστιανικούς χρόνους, στο σχήμα λόγου που ονομάστηκε αλληγορία.

Αλληγορικό μπορεί να κατανοηθεί ένα κείμενο ή ένα τμήμα αυτού, ιδίως αφηγηματικού χαρακτήρα, όταν μπορεί να αναγνωστεί και να κατανοηθεί σαν εκτεταμένο σχήμα λόγου, σαν αναπτυγμένη μεταφορά. Το αφήγημα δεν έχει τόσο αξία για την ιστορία που αφηγείται κυριολεκτικά, η ιστορία δεν είναι παρά ένας έντεχνος τρόπος να μεταφέρει το κείμενο γενικές πνευματικές και ηθικές αξίες.

Χάρη στην αλληγορία τα παλαιότερα κείμενα – όπως η Οδύσσεια – έγιναν έτσι περισσότερο κατανοητά και, εντέλει, αποδεκτά για τους χριστιανούς αναγνώστες τους.

Η αλληγορική ανάγνωση διατήρησε την ισχύ της στην Ευρώπη μέχρι τους νεότερους χρόνους. Στη συνέχεια υποχώρησε η θρησκευτική ή ηθική οπτική της μεσαιωνικής ανάγνωσης, αλλά η αλληγορική ερμηνεία επέμεινε με διαφορετικές μορφές: συγκαλυμμένη έκφραση πολιτικών, ιδεολογικών ή και πολιτισμικών αξιών.

 

ΠΕΤΡΟΣ ΑΒΕΛΑΡΔΟΣ (Pierre Abe’lard, 1079-1142) (ως επί το πλείστον βιογραφικές πληροφορίες):

Ο ΑΒΕΛΑΡΔΟΣ ΩΣ ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ                                                            

 

Ο Αβελάρδος υπήρξε ένας κορυφαίος διανοητής με ρομαντική ζωή. Στην σταδιοδρομία του γνώρισε τόσο την αναγνώριση όσο και τους διωγμούς. Γεννημένος στη κωμόπολη Παλλέ, κοντά στη Νάντη και γόνος μεσαίας αριστοκρατικής οικογένειας. Αρνήθηκε τη στρατιωτική σταδιοδρομία για να αφιερωθεί στις σπουδές. Παρά την επιτυχία του στον τομέα της φιλοσοφίας αποφασίζει να την εγκαταλείψει για να αχοληθεί με τη θεολογία. Ερμηνεύει τη βίβλο με χαρισματικό τρόπο υπό το πρίσμα της διαλεκτικής. Ωστόσο, δεν ήρθε σε ρήξη με τη σχολαστική φιλοσοφία, αντίθετα της άνοξε νέες δυνατότητες. Αν και η μεθοδολογία του άσκησε τεράστια επίδραση, η θεωρία του δεν βρήκε άμεσους συνεχιστές.

 

Ο ΑΒΕΛΑΡΔΟΣ ΚΑΙ Η ΕΛΟΪΖΑ                                            

ΑΒΕΛΑΡΔΟΣ κ ΕΛΟΪΖΑ  του Jean Vig

ΑΒΕΛΑΡΔΟΣ κ ΕΛΟΪΖΑ του Jean Vig

Το 1118 ερωτεύεται την Ελοΐζα και την παντρεύεται κρυφά. Όμως ο θείος της θεωρώντας πως ατίμασε την ανιψιά του ζητά τον ευνουχισμό του. Από εκεί και πέρα οι δύο εραστές κλείνονται σε μοναστήρι. Από την πλευρά του Αβελάρδου εκδηλώνεται μια μεταστροφή, το σαρκικό πάθος μεταμορφώνεται σε χριστιανική στοργή και φροντίδα και προσπαθεί να την οδηγήσει στο δρόμο της πίστης και της ελπίδας. Αντίθετα η Ελοΐζα ότι κάνει είναι για χάρη του συζήγου της, βιώνει μια μοναστική ζωή σκληρή και άψογη, ενώ παραμένει επαναστατημένη ενάντια στι Θεό. Τα γράμματα που αντάλλαξαν μεταξύ τους είναι τραγικά και έξοχα, σ’ αυτά η Ελοΐζα διατυπώνει πως ανήκει περισσότερο στον Αβελάρδο παρά στο Θεό

 

ΕΡΩΤΗΜΑ: Πως μπορεί να αποκλειστεί με βεβαιότητα πως η μεταστροφή του Αβελάρδου δεν αποτελεί προϊόν μιας – ασυνείδητης έστω – κτητικότητας, η οποία αδυνατώντας πλέον, λόγω του ευνουχισμού του, να εκδηλωθεί σαρκικά μετουσιώνεται σε απόλυτη θρησκευτική πίστη; Πόσο πιθανό είναι, ο αμετάκλητα αποκλεισμένος σωματικός πόθος και η οδύνη ή μειονεξία που προκαλεί να βρίσκει ανακούφιση αλλά και μονοπάτι επαφής μέσω της πνευματικότητας, εκτρέπωντας την αρχικά ερωτική σχέση, σε μια επαφή όπου καθετί σαρκικό μπαίνει στο περιθώριο καθώς θεωρείται εξ όρισμού αμαρτωλό.

Ο ΑΒΕΛΑΡΔΟΣ ΚΑΙ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ

Οι σχέσεις του Αβελάρδου με την εκκλησία διαταράσσονται λόγω της αδιαλλαξίας του και της έντονης κριτικής του. Αναγκάζεται να εγκαταλείψει το μοναστήρι του Σαιν Ντενί και ασκεί την ιδιότητα του διανοητή και δασκάλου. Όμως η αξιοπρόσεκτη επιτυχία του ανάμεσα στους φοιτητές του στο Παρίσι, ενοχλούν τους θεολόγους που καταφέρνουν να πετύχουν μια πρώτη καταδίκη του από τον Άγιο Βερνάρδο του Κλαιρβώ στη Σύνοδο του Σαν και στη συνέχεια του ίδιου του Πάπα (1140). Ακολουθεί η λογοκρισία, το κάψιμο των βιβλίων του και η αναγκαστική σιωπή. Δεν του απομένει παρά να ζητήσει άσυλο από τον αββά Πέτρο της μονής του Κλυνύ. Αυτός καταφέρνει να τον συμφιλιώσει με τον Άγιο Βερνάρδο και τον Πάπα. Ωστόσο ο κάποτε ανυποχώρητος καθηγητής διακατέχεται πλέον από ταπεινοσύνη. Πεθαίνει το 1142 και η Ελοΐζα τον θάβει και ζητά να ταφεί κι εκείνη κοντά του.

ΑΓΙΟΣ ΘΩΜΑΣ Ο ΑΚΙΝΑΤΗΣ

(περ. 1224-1274)

Η ΛΑΤΙΝΙΚΟΤΗΤΑ ΣΤΟΝ 13ο ΑΙΩΝΑ

Ο Θωμάς ο Ακινάτης γεννήθηκε κοντά στο Ακόντο (Ιταλία), ήταν δομινικανός και καθηγητής θεολογίας σε μια εποχή, τον 13ο αιώνα, που ήταν εστιασμένη στην αρχαία κληρονομιά και την ελληνική επιστήμη παρά στην καλλιέργεια της ωραίας γλώσσας.

Εκτός της τεράστιας φιλοσοφικής και θεολογικής παραγωγής, ο Ακινάτης υπήρξε και ποιητής που έγραφε στην λατινική γλώσσα. Ανύψωσε την έμμετρη και ρυθμική φόρμα, και εμφανώς κατείχε την ποιητική τεχνική και την ευαισθησία στη γοητεία των λέξεων. Βέβαια, κάτω από τη γνώση της στιχουργίας διαφαίνεται το έντονο συναίσθημα της θείας Παρουσίας στην Ευχαριστία, που εκφράζεται με εκφράσεις πλήρεις, μελετημένες, μετρημένες και διαυγείς.

Η ΠΑΝΕΠΙΣΤΙΜΙΑΚΗ ΓΡΑΦΗ                                               

ΘΩΜΑΣ ΑΚΙΝΑΤΗΣ

ΘΩΜΑΣ ΑΚΙΝΑΤΗΣ

Ο Θωμάς ο Ακινάτης έχει διατυπώσει μια σειρά σχολίων, αφενός πάνω στη βίβλο και αφετέρου πανω σε θεολογικά και φιλοσοφικά έργα, ιδίως στον Αριστοτέλη. Επιδίωξή του ήταν να τα κάνει εύληπτα στους Λατίνος και αφομοιώσιμα στους χριστιανούς.

Ο ίδιος, εμπνευσμένος από την διαλεκτική μέθοδο του Αριστοτέλη, ξεκινάει αντιπαραθέτοντας απόψεις έγκυρες αλλά αντίθετες για να θέσει σε κίνηση την έρευνα μέσα από μια μεθοδική αμφιβολία προερχόμενη από την αντιπαράθεση.

Στην εποχή του, το προφορικό κονταροχτύπημα που είναι η κυριότερη παιδαγωγική μέθοδος και η μαγιά της πνευματικής ζωής των πανεπιστημίων. Το φαινόμενο είναι σχολικό όσο και στρατιωτικό αλλά βρίσκει απήχηση και στη λογοτεχνία έτσι ώστε μπορούμε να το θεωρήσουμε ένα γεγονός πολιτιστικό. Το μεγαλύτερο μέρος των έργων του Ακινάτη είναι δομημένο με αυτήν τη διάταξη.

 

Το διασημότερο έργο του Θωμά είναι η Summa theologiae (Σύνοψις της θεολογίας, περ. 1266-1273), στο οποίο χρησιμοποιεί την ίδια μέθοδο αλλά δεν προέρχεται από την πανεπιστημιακή του διδασκαλία. Τα διάφορα σημεία της θεωρίας του κατανέμονται σε ζητήματα (ύπαρξη του Θεού,τελειότητα του Θεού κ.λ.π), που διαιρούνται σε άρθρα:

1ο βήμα: Το κάθε ζήτημα εισάγεται με διαλεκτική ερώτηση, τα διαζευκτικά μέρη της οποίας υποστηρίζονται με αρχές. Πρώτες παραθέτονται όσες αντιτίθενται στη θέση που υποστηρίζει ο Θωμάς.

2ο βήμα: αντίκρουση θέσεων και εκκίνηση συζήτησης, η οποία ξεκινάει με ριζική επαναφορά του προβλήματος και καταλήγει στο προσωπικό συμπέρασμα του συγγραφέα.

3ο βήμα: Η συζήτηση τελειώνει με μια απάντηση σε κάθε μια από τις αρχικές ενστάσεις, που είτε τις αναιρεί είτε προτείνει μια συμφιλίωση.

Οι καθαρές φόρμες του έργου του Θωμά είναι ριζωμένες στο μεσαιωνικό πολιτισμό, συγγενικές με εκείνες των καθεδρικών γοτθικών ναών (που οι αρχιτεκτονικές γραμμές τους με τον έντονο ρυθμό συνιστούν την αυτο-ερμηνεία της δομής τους), αλλά και με εκείνες της λογοτεχνίας του καιρού του, διότι και εδώ παρατηρούνται οι ίδιες απαιτήσεις για επαρκή απαρίθμηση, διάκριση και συντονισμό.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ ΣΤΗΝ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ

Τα τρία κριτήρια με τα οποία ο Θωμάς ορίζει το ωραίο: αρτιότητα, αρμονία, διαύγεια.

Το καλλιτεχνικό και το αισθητό κάλλος δεν είναι παρά μια ιδιαίτερη έκφανση του νοητού κάλλους, που ακτινοβολεί στο στερέωμα και μυστικά το ζωντανεύει.

Το κάλλος λοιπόν είναι αυτό το φως που εκπορεύεται από τη μορφή ή γενικότερα από την ολοκλήρωση της πράξης, που δίνει σε κάθε πράγμα τη διάστασή του, τον αριθμό και το βάρος του, σύμφωνα με τη ρήση της Βίβλου.

 

Για τον Θωμά το σύνολο της δημιουργίας είναι μια ενότητα που καταλήγει στην αρχή από την οποία εκπορεύεται.

Στον Θεό όλα βρίσκονται στο ανώτατο όριο τελείωσης.

Τα πράγματα στα οποία παρέχει το δώρο να υπάρχουν τού μοιάζουν αναλογικά, δηλαδή τον μιμούνται μερικώς, το καθένα με τον τρόπο του.

ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΚΑΙ ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ

Διάσπαρτα συναντάμε δογματικά στοιχεία επηρεασμού από την ποιητική του Θωμά (Δάντης, Τζόυς). Ωστόσο είναι προτιμότερο να αναζητήσουμε σ’ αυτόν μια φιλοσοφία της τέχνης κι όχι ένα λογοτεχνικό δόγμα.

Η μεταφυσική του, κατευθυντήρια αρχή της οποίας είναι η πράξη, το ον που υπάρχει και δρα, παρέχει βέβαια τα κατάλληλα εφόδια για να σκεφτούμε την τέχνη, ως «ποιητική», δηλαδή ως παραγωγή, ως «πράττειν» (και όχι ως γνώση ή μίμηση).

Είναι φανερό ότι [ ο Θωμάς] μεταφέρει ιδέες που ανήκουν στο ρεύμα του «μοντερνισμού» του 13ου αιώνα, το οποίο επιδιώκει να εγκλιματίσει στη χριστιανοσύνη όλη την ελληνο-αραβική γνώση, η οποία εισβάλλει και απειλεί παλιές βεβαιότητες.

Ο Θωμάς Ακινάτης, ενδιαφέρεται για μια φύση που κατέχει μια δική της υπόσταση, τη γονιμότητά της, τους νόμους της, την ευκρίνειά της.

Ο Θωμάς Ακινάτης στοχάζεται πάνω σε έναν κόσμο εντελώς προσδιορισμένο ως προς τη δομή του και τις κινήσεις του, γνωστό ως προς τις αιτίες του από μια λογική που είναι δέσποινα της σκέψης και της ζωής.

Σύνοψη

Σταδιακά κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα, η ευρωπαϊκή ήπειρος διαμορφώνεται σε έναν πολύγλωσσο χριστιανικό κόσμο. Κύριοι τομείς πολιτισμικής δραστηριότητας, κυρίως μετά τον 9ο αιώνα – που επηρεάζουν τη λογοτεχνία είναι οι εξής:

Εκκλησιαστική παιδεία και διαδικασίες εκχριστιανισμού, όπου σημαντικό ρόλο παίζουν οι λόγιες γλώσσες των λατινικών και των ελληνικών, καθώς και το γραπτό ιδίωμα της παλαιάς σλαβικής.

Φύλαξη, αναπαραγωγή και επιλεκτική μελέτη των γραπτών της προχριστιανικής αρχαιότητας.

Ανάπτυξη ιδιαίτερων μορφών παιδείας και νέων τρόπων μελέτης της εκκλησιαστικής και της προχριστιανικής παράδοσης, κυρίως προς το τέλος του ύστερου Μεσαίωνα. Χαρακτηριστική είναι η επικράτηση του σχολαστικισμού στους πανεπιστημιακούς κύκλους της Δύσης τον 12 αι.

Παράλληλη ανάπτυξη δημωδών γλωσσών, οι οποίες βαθμιαία γραπτές αποκτούν εκφράσεις.

Η πολιτισμική απόσταση Βυζαντίου και Δύσης εκδηλώνεται με διαφορές σε όλα τα παραπάνω επίπεδα και παίρνει τη μορφή του επίσημου εκκλησιαστικού σχίσματος τον 11ο αι. Η 4η σταυροφορία έχει αντιφατικές συνέπειες καθώς από τη μία οι σχέσεις τους οξύνονται, από την άλλη έρχονται εγγύτερα.

Οι σλαβόφωνοι πληθυσμοί της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης συνδέονται άλλοι με τη καθολική κι άλλοι με την ορθόδοξη θρησκευτική παράδοση.

Συστατικό στοιχείο του ευρωπαϊκού πολιτισμού της εποχής είναι η αραβική και η εβραϊκή παρουσία στην Ιβηρική χερσόνησο, όπου κατά τον ύστερο Μεσαίωνα εμφανίζονται θεσμοί λογιοσύνης και παιδείας με μεγάλη επίδραση.

Βασικά χαρακτηριστικά που ορίζουν τη θέση του γραπτού κειμένου:

Βαθμιαία επέκταση της γραφής και της ανάγνωσης, αλλά και διατήρηση στοιχείων προφορικού πολιτισμού.

Απουσία θεσμών που συνδέονται με το νεότερο θεσμό της λογοτεχνίας: κύρος του συγγραφέα, αξία πρωτότυπου λογοτενικού έργου.

Κυριαρχία του έμμετρου λόγου, ο οποίος στηρίζεται σε μετρικές συνιστώσες διαφορετικές από εκείνες της αρχαιότητας, κατά συνέπεια εμφανίζονται νέες στιχουργικές μορφές.

Χειρόγραφη γραφή παλαιών και νεότερων κειμένων και αλλαγές της τεχνικής της αντιγραφής και της φύλαξης των χειρογράφων.

Συμβολή της μετάφρασης ως μέσου αναπαραγωγής αλλά και καλλιέργειας του γραπτού λόγου.

Μελέτη των λόγιων κειμένων υπό το πρίσμα της γραμματικής, λογικής και ρητορικής τους διάστασης, δίχως ιδιαίτερη προσοχή στα ζητήματα ιδιαιτερότητας της ποίησης ή της λογοτεχνίας.

Διαλεκτική μέθοδος ανάγνωσης των λόγιων κειμένων, κυρίως στο πλαίσιο του δυτικού σχολαστικισμού, καθώς και η γενικευμένη πρακτική του σχολιασμού τους.

Καλλιέργεια της αλληγορικής μεθόδου ερμηνείας των κειμένων.

ΕΠΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ

Στα χρόνια του Μεσαίωνα, εκείνη που μοιάζει να κατέχει ιδιαίτερη θέση ανάμεσα στις υπόλοιπες μορφές λογοτεχνίας είναι η επική ποίηση.

ΑΠΟ ΤΟΝ ΟΜΗΡΟ ΣΤΟ ΒΙΡΓΙΛΙΟ

ΟΡΙΣΜΟΙ                                               

ΒΙΡΓΙΛΙΟΣ-ΠΡΟΤΟΜΗ

ΒΙΡΓΙΛΙΟΣ-ΠΡΟΤΟΜΗ

Αφηγηματική ποίηση: αποτελεί είδος έμμετρου λόγου με κεντρικό θέμα την εξιστόρηση γεγονότων ατόμων ή κοινωνικής ομάδας. Αντιπροσωπευτικότερο είδος της είναι η επική ποίηση.

Έπος: είναι μια μακροσκελής και, συνήθως, έμμετρη αφήγηση σχετικά με την ηρωική παράδοση μιας ευρύτερης ανθρώπινης κοινότητας, όπου σημαντικό ρόλο διαδραματίζει το μυθικό ή θρυλικό στοιχείο. Αξίο επισήμανσης είναι το υψηλό ύφος του

Ηρωική παράδοση: εκείνη, της οποίας υπόδειγμα αποτέλεσαν τα μεγάλα έπη της αρχαιότητας, κυρίως, η Ιλιάδα (αλλά και η Οδύσσεια) του Όμηρου, και αργότερα η Αινειάδα του Βιργίλιου.

Υψηλό ύφος: μακροσκελής στίχος, σχήματα λόγου με ροπή στην υπερβολή των μεγεθών, απόλυτη καλλιέπεια και, γενικότερα έμφαση στις αποκλειστικά ηρωικές ή ευγενικές πλευρές και διαστάσεις μιας ιστορίας.

Η αυστηρή τριμερής διάκριση μεταξύ «υψηλού», «μέσου» και «ταπεινού» ύφους, καθώς και ο προσδιορισμός του επικού ύφους ως του υψηλότερου όλων, είναι ύστερης, ρωμαϊκής μάλλον προέλευσης. Όμως η διάκριση αυτή σημάδεψε την ιστορία της νεότερης λογοτεχνίας και πολλά λογοτεχνικά είδη δύσκολα απαλλάχτηκαν από την ανάγκη να μιμηθούν τα χαρακτηριστικά του υψηλού ύφους.

Όμηρο και Βιργίλιο, δικακρίνουν μεγάλες διαφορές τα έπη τους: Πρώτον οι ομηρικοί ήρωες έχουν όλοι πολυσύνθετη – θετική αλλά όχι μόνο – υπόσταση, ενώ ο Αινείας του Βιργίλιου είναι πιο κοντά σε ένα απόλυτα ιδανικό πρότυπο. Δεύτερον: στον Βιργίλιο υπάρχει απόλυτα κυρίαρχο θέμα που αναφέρεται στη θεμελίωση αυτοκρατοριών, αντιθέτως στον Όμηρο δεν εμφανίζεται κάτι τέτοιο.

Ωστόσο ο ήρωας του Βιργίλιου είναι αυτός που επικράτησε και έθεσε τις συμβάσεις ή τους κανόνες συγγραφής του μεσαιωνικού έπους. Σ’ αυτό ο ήρωας είναι μόνο ένας στον οποίο εστιάζει η αφήγηση. Αναδυκνείεται η στρατιωτικο-πολιτική διάσταση και οι σχέσεις αλληλεγγύης και αφοσίωσης μεταξύ του κεντρικού ήρωα και των ανώτερων εκπροσώπων της κοινότητας. Επίσης, υπάρχει ένα πλατύ γεωγραφικό πλαίσιο ταξιδιών που έχουν, κατά κύριο λόγο, κατακτητικό χαρακτήρα.

 

Σε σχέση με όσα αναφέρθηκαν, πολλοί νεότεροι θεωρητικοί της λογοτεχνίας θεώρησαν ότι το έπος αναπαράγει ή μιμείται μάλλον μηχανικά στερεότυπες ιδέες και εικόνες μιας ιδανικής συλλογικότητας, με τρόπο που ελάχιστα ανταποκρίνεται στη νεότερη τάση της λογοτεχνίας προς μια περισσότερο «ρεαλιστική» ή σύνθετη αναπαράσταση των ανθρώπινων πραγμάτων.

Μεσαιωνικά έπη

Τα μεσαιωνικά έπη αποτελούν αφηγηματικά κείμενα της Δύσης που έχουν άμεση σχέση με τους μύθους και τις ιστορίες των ελληνικών και ρωμαϊκών επών. Η σχέση τους με αυτές έγκειται στην πλοκή και τους ήρωες, αλλά η αφήγηση αναπλάθεται με πολύ διαφορετικό τρόπο. Τα περισσότερα απ’ αυτά αποτελούν παραλλαγές ή μεταφράσεις (στα ελληνικά ή τα λατινικά, ενώ στον ύστερο Μεσαίωνα έχουμε και μεταφράσεις σε δημώδεις δυτικοευρωπαϊκές γλώσσες) κειμένων που πρωτογράφτηκαν (στα ελληνικά, στα λατινικά ή και σε άλλες ανατολικές γλώσσες) μεταξύ των ύστερων ρωμαϊκών και πρώιμων μεσαιωνικών χρόνων.

Με αυτόν τον τρόπο δημιουργούνται «κύκλοι» συνήθως (αλλά όχι πάντα) έμμετρων μεσαιωνικών κειμένων που βρίσκονται ανάμεσα στο έπος και το μυθιστόρημα.

Άξια αναφοράς:

Ο κύκλος του Αλέξανδρου με θέμα την ιστορία και τους μύθους γύρω από τον Μακεδόνα βασιλιά και οικουμενικό κατακτητή.

Ο κύκλος του τρωικού πολέμου με πηγή, κυρίως, έμμετρες αφηγήσεις, σε λατινική γλώσσα της ιστορίας του τρωικού πολέμου, εμπνευσμένες μεταξύ 4ου και 5ου αι. παρά στην Ιλιάδα.

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΤΟΝ ΘΡΥΛΟ

Υπάρχει μεγάλη διάδοση παραδόσεων, σε όλες τις πολιτισμικές παραδόσεις και σε όλους τους τομείς πνευματικής δραστηριότητας σχετικά με τον Μ. Αλέξανδρο.

1. Ιστορικές βιογραφίες, στα ελληνικά (Αρριανός) και στα λατινικά (Κόιντος, Κούρτιος, Τρόγος, Πομπήιος, Ορόζης, Ιουστίνος κ.λ.π). Όμως το αντικείμενο μελέτης τους είναι ήδη θρύλος αλλά και ιστορική διαδρομή. Ειδικά στα λογοτεχνικά έργα το στοιχείο του θρύλου είναι πιο έντονο ακόμα κι αν προσπαθούν να ελέγξουν τις πηγές τους. Αξιόλογα ιστορικά έργα είναι Alexandri Magni («Αλεξανδρειάδα», περ 1180) Gautier de Chatillon (Γκωτιέ ντε Σατιγιόν, 12ος αιώνας), ενός από τους μεγαλύτερους Γάλλους ποιητές που έγραψαν στα λατινικά και ο οποίος δημιούργησε, κατά κάποιον τρόπο, ένα έργο υπόδειγμα, για τη μεσαιωνική λατινική εποποιία. Σε συνάρτηση με το έργο αυτό γράφονται πολλά έργα σε ομιλούμενες γλώσσες: Ισπανία (Το βίβλίο του Αλέξανδρου), Ολλανδία (τα ηρωικά κατορθώματα του Αλέξανδρου), στη Βοημία και μια τσέχικη διασκευή.

2. Σύνολο από μυθικές διηγήσεις. Η πιο σημαντική είναι το ελληνικό μυθιστόρημα του Ψευδο-Καλλισθένη (λίγο μετά το 200), που θα χρησμεύσει σαν ιστός για όλες τις υπόλοιπες. Καθώς εμπλουτίστηκε και γέννησε διασκευές σε διάφορες γλώσσες: Βουλγαρικά (12ος αι.), σέρβικα και κροάτικα (14ος αι.) και τρία ελληνικά κείμενα. Ωστόσο οι πιο σημαντικές είναι δύο λατινικές μεταφράσεις, οι οποίες είτε μόνη της η καθεμιά είτε σε συνδυασμό με την άλλη συνιστούν την αφετηρία των περισσότερων μεσαιωνικών κειμένων.

 

Η ΕΠΟΠΟΙΙΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ       

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΡΟΛΑΝΔΟΥ

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΡΟΛΑΝΔΟΥ

Η μυθιστορηματική γραφή, στις αρχές της, αναφέρεται συχνά σε μια αρχαία παράδοση από την οποία παίρνει το απαραίτητο κύρος και σε ορισμένες περιπτώσεις τη χρησιμοποιεί για να στηρίξει απαιτήσεις γεναλογικές, ηγεμονικές, ή εθνικές. Εκτός από την ιστορία του Αλέξανδρου, δύο ακόμα αρχαίες εποποιίες έγιναν πόλος έλξης και μεταφέρθηκαν σε ομιλούμενες γλώσσες. Α) Διηγήσεις σχετικά με τον τρωικό πόλεμο που η Δύση τον γνώρισε από συντμήσεις του 4ου & 5ου μ.Χ αιώνα από συγγραφείς που εθεωρούντο αυτόπτες μάρτυρες κι όχι από την Ιλιάδα. Το μεγαλύτερο έργο που εκλαΐκευσε τον θρύλο της Τροίας ήταν γραμμένο στα γαλλικά από έναν γραμματικό της αυλής του Ερρίκου Β’ Πλανταγενέτη, τον Μπαινουά ντε Σαιντ Μωρ (12ος αιώνας). Στις ερωτικές διηγήσεις του έργου του έχουν μια τραγική απόχρωση που του επιτρέπει να πλάσει μυθιστορηματικούς ήρωες. Το μυθιστόρημα μεταμέρθηκε σε πεζογραφική μορφή τον 13ο αιώνα και γνώρισε πολυάριθμες διασκευές: στα λατινικά, δύο τσέχικες αποδόσεις, κροατική μετάφραση και πολλές γερμανικές αποδόσεις. Β) η Αινειάδα του Βιργίλιου, γνωστή απευθείας από το λατινικό κείμενο, η οποία πρόσφερε δύο ελκυστικά θέματα: την ερωτική περιπέτεια και τις πολεμικές διηγήσεις.

 

Από τον 12 αιώνα, αυξάνονται τα έργα του μεσαιωνικού έπους με τη χαρακτηριστική νέα του μορφή. Αυτά εισάγουν καθαρότερα στοιχεία της μεσαιωνικής φεουδαρχίας και διαφαίνεται η λογοτεχνική ωρίμανση των νεότερων μορφών των ομιλούμενων μεσαιωνικών γλωσσών.

Πρόκειται για έμμετρα αφηγήματα σε δημώδεις γλώσσες, τα οποία μεταφέρουν συχνά προφορικές παραδόσεις και στόχος τους είναι να τραγουδηθούν υπό τη συνοδεία μουσικής. Πηγή έμπνευσης είναι η σχετικά πρόσφατη ιστορία, σε συνδυασμό με παγανιστικούς θρύλους της λατινικής, ελληνικής ή τευτονικής μυθολογίας. Η θεματολογία τους αφορά τη διαδικασία εκχριστιανισμού και την αντιπαράθση με το Ισλάμ ή του Οθωμανούς. Ο θρησκευτικός πόλεμος παίρνει πλέον επικές και ηρωικές διαστάσεις.

 

Τυπικότερα δείγματα: προέρχονται από τα παλαιά γαλλικά, ενώ ονομάζονται γενικά chansons de geste (έπη ή τραγούδια ανδραγαθημάτων) και αφορούν το θρύλο του Καρλομάγνου. Η Στιχουργική μορφή ακολουθεί τη νεότερη μετρική: ισοσύλλαβοι στίχοι 8-12 συλλαβών, τονικό μέτρο, ομοιοκαταληξία.

Τραγούδι του Ρολάνδου (από τα παλαιότερα 11ος-12ος αιώνας, δίχως απόλυτα εξακριβωμένο συγγραφέα)

Ιρλανδική παράδοση που αποτελεί ιδιόρρυθμη περίπτωση με χαρακτηριστικό έργο το «Ταξίδι του αγίου Μπρένταν». Ξεκινούν από λατινικό κείμενο πηγή του 11ου αιώνα και μεταφέρουν στοιχεία από την Οδύσσεια ή την Αινειάδα στο μεσαιωνικό πλαίσιο των ιεαραποστολικών περιπλανήσεων και προσκυνημάτων, σκιαγραφώντας τη δράση των Ιρλανδών και Σκώτων σκαπανέων του δυτικού μοναχισμού.                                              

Κύκλος των Ισλανδικών Saga, πρόκειται για αφηγήματα σε πεζό λόγο, εγγύτερων ίσως στο μυθιστόρημα παρά στο έπος. Ωστόσο, υπάρχουν συστηματικές αναφορές στην σκανδιναβική ιστορία. Η σύνθεσή του ξεκίνησε περί τον 12ο αιώνα και συνεχίστηκε ως παράδοση της ισλανδικής γλώσσας.

Δείγμα επικής ποίησης στα ελληνικά, παρουσιάζεται και στο Βυζάντιο του 12ου αιώνα με αποσπάσματα που διασώθηκαν από τον

ΔΙΓΕΝΗΣ ΑΚΡΙΤΑΣ

ΔΙΓΕΝΗΣ ΑΚΡΙΤΑΣ

επικό κύκλο του Διγενή Ακρίτα. Η γλώσσα είναι η βυζαντινή κοινή με πολλά νεότερα δημώδη στοιχεία, Ο στίχος είναι ο τονικός δεκαπεντασύλλαβος που θα επικρατήσει στη νεοελληνική ποιητική γλώσσα. Το θέμα αφορά των ήρωα των ακριτικών περιοχών της αυτοκρατορίας και θα περάσει στη προφορική παράδοση της προφορικής νεοελληνικής ποίησης.

Η ΕΠΟΠΟΙΙΑ

 

Η εποποιία ως είδος σχετίζεται με τις απαρχές των μεσαιωνικών γραμμάτων. Ορισμένοι υφολογικοί κανόνες του έπους, η μαγική ρυθμική επανάλληψη και η υπερβολή του προέρχονται από τα παλιά «βαρβαρικά τραγούδια» που εξυμνούσαν κατορθώματα βασιλιάδων και τηνκαταγραφή τους ζήτησε ο Καρλομάγνος, σύμφωνα με τον Εζινάρ. Έχοντας γεννηθεί ταυτόχρονα με τις πρώτες λογοτεχνικές μορφές η εποποιία τείνει να υποχωρεί προς όφελος άλλων τύπων αφήγησης που επιλέγουν τη μυθιστοριογραφία (μυθιστόρημα) ή επιλέγουν να βασιστούν στην αλήθεια (ιστοριογραφία), ωστόσο, ποτέ δεν εξαφανίζεται ολοκληρωτικά.

Η ΛΟΓΙΑ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

Πρότυπο των μεσαιωνικών επών αποτελούν τα αρχαία λατινικά και ελληνικά έπη, που μελετούνται σ’ όλη τη διάρκεια του Μεσαίωνα. Η πρώτη γενιά μυθιστορημάτων , εμπνέονται από έπη όπως μεταξύ άλλων το μυθιστόρημα της Τροίας που πηγή επηρεασμού του είναι οι λατινικές συνμήσεις της Ιλιάδας, ακόμα η Αλεξανδρειάδα του Γκωτιέ ντε Σαντιγιόν ενέπνευσε πολλές απομιμήσεις.

Πέραν της αναβίωσης σε εξάμετρο στίχο αρχαίων θεμάτων, οι λόγιοι του Μεσαίωνα αντλούν τη θεματολογία του και από την επικαιρότητα. Τα κατορθώματα αντρών όπως ο Καρλομάγνος, ο πάπας Λέων, ο Φρειδερίκος Βαρβαρόσσα γίνονται θέματα εγκωμιαστικών βιογραφιών. Επίσης μεγάλες μάχες ή στρατιωτικές εκστρατείες εμπνέουν τους λόγιους ποιητές (σταυροφορίες κ.λ.π.). Τέλος, ορισμένα έργα δείχνουν πως γίνεται εύκολα το πέρασμα από τη λόγια παράδοση στην αντίστοιχη των λαϊκών θρύλων.

ΤΟ ΕΠΟΣ ΤΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ

Μια δεύτερη παράδοση δημιουργεί η μυθική ιστορία της κοινότητας. Αυτή μπορεί να καταχωρηθεί στην λαϊκή εποποιία. Οι συγγραφείς των των έργων της συγκεκριμένης ομάδας αποτελούν επαγγελματίες ποιητές, οι οποίοι κατέχουν συχνά μεγάλη μόρφωση.         

ΟΝΤΙΝ

ΟΝΤΙΝ

Στη Γερμανία και τη Σκανδιναβία ανιχνεύονται μυθολογικές ή θρησκευτικές εποποιίες. Αρκετά κείμενα εξυμνούν τόσο τους ήρωες των μεγάλων μεταναστεύσεων και των βαρβαρικών εισβολών όσο και θεούς όπως ο Όντιν ή ο Θωρ.

Στην Ιρλανδία, επίσης υπάρχει ένα τμήμα μυθολογικής εποποιίας. Ο κύκλος

των “Ulates”, που συγκροτήθηκε πριν τον 8ο αιώνα , παρέχει πολύτιμες

πληροφορίες για τον προ-χριστιανικό πολιτισμό της χώρας, με αφηγήσεις

ληστρικών επιδρομών, γλεντιών ή ερωτικών κατακτήσεων, ενώ ο κύκλος

των “Fenians” ανήκει κάπου ανάμεσα στην ιστορική και την μυθολογική

εποποιία.

Επίσης στη Σκανδιναβική και κυρίως την αγγλοσαξονική εποποιία διακρίνονται επαφές ανάμεσα σε διαφορετικές θρησκείες.

Το βυζαντινό έπος «Διγενής Ακρίτας» (12ος αιώνας) είναι ιστορικού χαρακτήρα και παραπέμπει στον θεσμό των «ακριτών», οι οποίοι υπήρξαν συνοριακοί στρατιώτες που ζουν στη γη που τους έχει παραχωρηθεί με αντάλλαγμα την συνδρομή στην άμυνα.

Στην Ισπανία το Άσμα του Σιντ (περ. 1140), παρέχει ενδιαφέρουσες πληροφορίες για τις σχέσεις μεταξύ μουσουλμανων και χριστιανών στο τέλος του 11ου αιώνα.

Στην σλαβική παράδοση το έργο Λόγος για την εκστρατεία του Ιγκόρ εμνέεται από ιστορικό γεγονός. Ο συγγραφέας εστιάζει σε ένα πολιτικο γεγονός του τόπου του.

Η γαλλική εποποία ταλαντεύεται ανάμεσα σε ιστορική ακρίβεια και επιθυμία να υπηρετήσει το με το ηρωικό στοιχείο μια βιωμένη πραγματικότητα.

Η γερμανική εποποιία αναφέρεται σε ιστορικά πρόσωπα (Θεοδώριχος, Αττίλας) αλλά με τρόπο που δεν συμβιβάζεται με την ιστορική πραγματικότητα και συχνά χρησιμοποιούνται θέματα που πηγάζουν από το θρύλο και τη μυθική παράδοση. Ωστόσο, τα κείμενα αυτά παρέχουν ενδιαφέρουσες πληροφορίες για την εποχή και την ιπποσύνη.

ΘΕΜΑΤΙΚΕΣ

Η σημασία των κοινωνικών δεσμών αποτελεί θεμελιώδη σταθερά για την εποποιία, είτε πρόκειται για την κοινωνική δομή είτε για το ρόλο της συγγένειας. Οι συγκρούσεις που δημιουργούνται σ’ αυτό το πλαίσιο, είναι γενεσιουργές αιτίες της επικής πράξης.

Η πρώτη από τις κοινωνικές προσταγές αποτελεί την ένοπλη προστασία της κοινότητας. Οι αφηγήσεις των μαχών έχουν πρωτεύουσα θέση. Οι δεσμοί που προκύπτουν από τους γάμους διασφαλίζουν την ενότητα ή τη διεύρυνση της κοινότητας. Η εποποιία ασχολείται επίσης με την ερωτική αναζήτηση. Τέλος, η εποποιία εμπεριέχει αφηγήσεις θαυμαστών περιπετειών, εμπνευσμένες πολλές φορές από την ιστορία.

Ο ΕΠΙΚΟΣ ΗΡΩΑΣ                                ΙΠΠΟΤΗΣ

Ο επικός ήρωας δεν έχει ατομικό χαρακτήρα, αντίθετα συγκεντρώνει όλες τις αρετές της ομάδας στην πάλη της με την μοίρα. Συνήθως, με εξαίρεση αυτούς που συναρπάζονται από την περιπέτεια, έχουν μια τραγική υπόσταση. Επίσης, στα κείμενα που είναι εμφανής η χριστιανική επίδραση, το έργο του πεπρωμένου συνδυάζεται με τον θυσιαστικό χαρακτήρα.

ΜΕΤΑΤΟΠΙΣΕΙΣ – ΕΠΑΝΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ

Όπως και οι άλλες λογοτεχνικές μορφές του Μεσαίωνα, οι εποποιίες δεν περιορίζονται σε μια συγκεκριμένη πολιτισμική περιοχή και εξακολουθούν να υπάρχουν ακόμα και μετά την ατόνηση των νοητικών ή κοινωνικών δομών της εποχής δημιουργίας τους.

Οι μετακινήσεις ανάμεσα στις περιοχές παρουσιάζουν διπλό ενδιαφέρον: Βοηθούν στην ανασύνθεση – μέσω της συγκριτικής μεθόδου – ορισμένων θρύλων που δε διασώθηκαν ολόκληροι, ενώ ταυτόχρονα επιβεβαιώνουν την επιτυχία μιας διήγησης. Οι μετατοπίσεις προκάλεσαν φαινόμενα οικειοποίησης και αντίδρασης.

Εξάλλου η διάδοση των γαλλικών επών στην Ιταλία βοηθούν στη δημιουργία μια γαλλο-ενετικής γλώσσας.

Ιδιαίτερη μνεία αξίζουν τα έργα Ιταλών ποιητών που οι διασκευές τους οδηγούν στην ανανέωση της επικής μορφής κατά τον Μεσαίωνα. Ονόματα όπως των: Πούλτσι, Μποϊράντο, Αριόστο, Τάσσο, με την προβολή του ερωτικού συναισθήματος, την ξεχωριστή θέση που δίνουν στο θαυμαστό και το μαγικό, την επιλογή νέων στιχουργικών πλαισίων, αναδημιουργούν μια ηρωική, ιπποτική ποίηση.

Το ουσιαστικό χαρακτηριστικό της ιταλικής ιπποτικής ποίησης είναι ότι για τρεις αιώνες κράτησε ζωντανή στη μνήμη του κοινού, κι όχι μονάχα στη σκέψη των μελετητών της λογοτεχνίας, την ιπποτική παράδοση ως πολιτιστική αξία.

Λυρική και σατιρική ποίηση

Εμφανίστηκε κατά τον ύστερο μεσαίωνα ως ξεχωριστό ρεύμα λογοτεχνίας δημωδών γλωσσών, ανεξάρτητο από την εκκλησιαστική παράδοση

Το θέμα αυτό [ορισμού της λυρικής ποίησης] απέκτησε τεράστια σημασία στην πολύ νεότερη ιστορία της λογοτεχνίας: η λυρική ποίηση μοιάζει συχνά να κρατάει, ιδίως μετά το 19ο αι., το μυστικό της ποιητικής δημιουργίας.

Πρόκειται για σχετικά σύντομα ποιήματα. Η συντομία αυτή επιτρέπει ή και επιβάλλει τη διαρκή επινόηση και καλλιέργεια κατά καιρούς και κατά τόπους, διαφορετικών μορφών και τρόπων στιχουργικής. (86)

Υπεισέρχεται, εξάλλου, έμμεσα ή άμεσα το αίτημα της μουσικότητας του ποιητικού λόγου, αντανακλώντας και τη στενή αρχική σχέση μεταξύ γραφής και προφορικότητας και, ειδικότερα, μεταξύ ποίησης και μουσικής… (86)

Βασικό θέμα της λυρικής ποίησης είναι ο έρωτας. Σκοπός ωστόσο, δεν είναι η αφήγηση μιας ερωτικής ιστορίας. Ο έρωτας για τη λυρική ποίηση είναι ίσως ή κατεξοχήν εκδήλωση του ιδιαίτερου κόσμου κάθε συγκεκριμένου ανθρώπου.(86)

 

Ο όρος «λυρική ποίηση» συχνά χρησιμοποιείται με πολύ γενική σημασία, αναφερόμενος κυρίως στο επίπεδο της μορφής, για να δηλώσει το σύνολο της μη αφηγηματικής ποίησης. Στην περίπτωση αυτή συμπεριλαμβάνει επιμέρους ποιητικά είδη αρκετά διαφορετικής έμπνευσης ή θέματος, όπως είναι η σατιρική ποίηση, με την έμφασή της στην κοινωνική κριτική και το κωμικό στοιχείο.

Μεσαιωνικός λυρισμός και τροβαδούροι

Στην Ευρώπη του Μεσαίωνα οι λόγιες γλώσσες χρησιμοποιήθηκαν για να γραφεί ποίηση μιμούμενη τα λυρικά είδη της παλαιότερης ελληνικής και λατινικής γραμματείας..

Η λατινική ποίηση, απελευθερωμένη, από τα δεσμά της μετρικής, δοκιμάζει τις δυνατότητες του ρυθμού ή της ομοιοκαταληξίας και δε διαφέρει, ως προς τα θέματά της, από τη ποίηση που γράφεται στην ομιλούμενη γλώσσα Μιλάει για τον έρωτα με λεπτότητα και περίσκεψη, ή με δυναμισμό και κάποτε με αθυροστομία.

Σημασία, όμως, εξαιρετική αποδίδεται, κατά κανόνα, σε ορισμένες μορφές λυρικής και σατιρικής ποίησης δημωδών γλωσσών, οι οποίες άρχισαν να εμφανίζονται στη Δύση από το τέλος του 11ου αι και θεωρούνται ως πρώτες εκφάνσεις μιας νεότερης λογοτεχνικής συνείδησης.

…θεωρείται ότι οι ποιητές αυτοί ανήκουν, κατά μεγάλο μέρος, στον καινούριο κύκλο των τοπικών φεουδαρχικών αυλών, των αναγκών και των ηθών τους…. ήταν συχνά προστατευόμενοι τοπικών αρχόντων ή άρχοντες και φεουδάρχες οι ίδιοι. Για τη σατιρική ποίηση ειδικότερα, πόλος κοινωνικής αναφοράς θεωρούνται, μάλλον, οι αναπτυσσόμενες μεσαιωνικές πόλεις.

 ΙΠΠΟΤΗΣ-2

Η ακτινοβολία του λυρισμού του οκ, στην Ισπανία και Β. Ιταλία οφείλεται στην υποδοχή που βρήκαν οι τροβαδούροι στις αυλές της Βαρκελώνης, της Αραγωνίας, ή της Καστίλης, καθώς και της Μάντουας και των Μομφερατικών μαρκησίων.

 

Πρώτη χρονικά, αλλά και σπουδαιότερη για την ιστορία της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας, είναι η λυρική ποίηση που καλλιεργήθηκε σε μια γλώσσα νεκρή σήμερα: τη λεγόμενη γλώσσα του Οκ…. Η γλώσσα του Οκ ήταν ρωμανική διάλεκτος που μιλιόταν και τραγουδιόταν σε μια μεγάλη γεωγραφική έκταση: με έδρα τη Προβηγκία, περιελάμβανε περιοχές της Ν. Γαλλίας, Β. Ισπανίας και Β. Ιταλίας.

 

Το καθοριστικό φαινόμενο είναι η άνθηση, στα τέλη του 11ου αι, μιας ποίησης στη γλώσσα του οκ, με μεγάλη μορφική και ιδεολογική πρωτοτυπία, που αντλεί από πολλές πηγές αλλά επιβάλλεται σαν πρότυπο στην Β. Γαλλία και στην Γερμανία, ενώ καλλιεργείται στη δική της γλώσσα, στην Ισπανία και Β. Ιταλία.

 

Η γλώσσα του οκ ήταν ρωμανική διάλεκτος που μιλιόταν και τραγουδιόταν σε μια μεγάλη γεωγραφική έκταση: με έδρα την Προβηγκία περιελάμβανε περιοχές της Ν. Γαλλίας, Β. Ισπανίας και Β. Ιταλίας. Εκεί, απ’ ό,τι φαίνεται, η ώριμη φεουδαρχία είχε προσλάβει ιδιόρρυθμες πολιτισμικές διαστάσεις.

Στο πλαίσιο αυτού του «προβηγκιανού» πολιτισμού, εμφανίστηκε και αναπτύχθηκε ήδη από τα τέλη του 11ου αιώνα, διαδεδομένη ευρύτατα, κυρίως κατά τη διάρκεια του 12ου, η ποίηση που έγραφαν, συνέθεταν ως μουσική και τραγουδούσαν οι λεγόμενοι τροβαδούροι.

Πολλοί καταλανοί τροβαδούροι και αρκετοί Ιταλοί γράφουν στα προβηγκιανά. Όμως ο προβηγκιανός πολιτισμός μεταφέρεται και σε άλλες γλώσσες, παίζοντας έτσι ένα ουσιαστικό ρόλο στη γενικότερη ανάπτυξη του λυρισμού, όπως στη Γαλλία των Πλαταγενετών και στην Ιταλία, υπό την αρωγή του αυτοκράτορα Φρειδερίκου Β’ Χοχενστάουφεν

 

Τον 13ο αι, όταν η παράδοση των τροβαδούρων είχε πλέον αρχίσει να φθίνει, εμφανίστηκαν και κείμενα που θα μπορούσαμε να τα θεωρήσουμε πρώιμες νεότερες πραγματείες ποιητικής τέχνης: κωδικοποιούσαν τους ιδιαίτερους κανόνες της στιχουργικής τέχνης των τροβαδούρων, αποδίδοντάς της, μάλιστα το χαρακτήρα της κατεξοχήν ερωτικής ποίησης.

Τροβαδούροι και νεότερη ποίηση

Το θέμα του «ευγενούς έρωτα» φαίνεται ότι αποτελεί βασική γέφυρα σύνδεσης της ώριμης μεσαιωνικής ποίησης όχι μόνο με τη νεότερη λογοτεχνία, αλλά και με μια ιδιαίτερη εικόνα του ανθρώπινου προσώπου και του συναισθηματικού κόσμου – πάντα υπό την ανδρική οπτική.

Διαμορφώθηκε, έτσι, η εικόνα του έρωτα ως επιθυμίας ενός ιδανικού, ίσως μάλιστα επιθυμίας της ίδιας της ιδέας του ιδανικού. Η γυναίκα, συναρτώμενη, ενδεχομένως, με τη χριστιανική μορφή της Παρθένου, εκπροσωπούσε σαν σχήμα λόγου την ιδέα αυτή. Η μορφή της όφειλε να είναι απλησίαστη.

 

Η ιδεολογία της εποχής εξαίρει μια τέχνη ζωής, που στηρίζεται σε ένα σύστημα αξιών με προεξέχοντα το «μέτρο» και τη «νεότητα», αλλά και στη μεταμόρφωση του ανθρώπου μέσα από έναν τέλειο έρωτα.

Ίσως, τελικά, αλλού βρίσκεται η αξία των τροβαδούρων για τη νεότερη λογοτεχνία. Η παράδοση των τροβαδούρων μεταφέρει μια αρκετά συγκεκριμένη και, μάλλον, νέα αντίληψη για τον επαγγελματία της τέχνης του λόγου…ταλαντεύεται ανάμεσα στους δεσμούς της αλληλεγγύης και τη ροπή μιας εξαιρετικής ιδιαιτερότητας. Και αν κάτι αντανακλά ή εκφράζει με σαφήνεια η ποίηση των τροβαδούρων, είναι ακριβώς αυτή η καινούρια εικόνα του ποιητή.

Ο πολιτισμός των τροβαδούρων, σύντομα μαράθηκε, αλλά η ποίησή τους και η αντίστοιχη εικόνα του ποιητή λειτούργησαν ως πρότυπα παρεμφερών τάσεων, που αναφάνηκαν σε όλη την Ευρώπη.

Μέσω του Πετράρχη και της ιταλικής Αναγέννησης, αυτή η τροπή παίρνει κάπως διαφορετικούς δρόμους και απλώνεται στο μεγάλο κύμα της λυρικής ποίησης των πρώτων αιώνων της νεότερης Ευρώπης.

Έμμετρες μυθιστορίες

Οι μυθιστορίες αποτελούν έμμετρα κείμενα σε δημώδεις γλώσσες. Εμφανίζονται κατά τον 12ο αιώνα και γνωρίζουν μεγάλη απήχηση, ενώ σήμερα θεωρούνται ιδιαίτερο λογοτεχνικό είδος.

Αποτελούν αφηγηματικό είδος με μακροσκελή μορφή και διατηρούν σαφείς αποστάσεις από τους κανόνες και το ύφος του έπους, αλλά συνάμα δείχνουν να έχουν ενσωματώσει πολλά λυρικά στοιχεία.

Τα κείμενα αυτά αποκαλούνται romans (στα γαλλικά όπου αναπτύχθηκαν ιδιαίτερα), όρος που αργότερα χρησιμοποιήθηκε και για το μυθιστόρημα.

Οι ιστορικοί της λογοτεχνίας συνδέουν τις μυθιστορίες από ιστορική σκοπιά με:

1. τοπικές προφορικές παραδόσεις δημωδών γλωσσών.

2. μετεξελίξεις της ελληνικής και λατινικής ποίησης, στο επίπεδο της γλώσσας και με έμφαση

στις ερωτικές περιπέτειες.

3. αφηγήματα της ελληνιστικής και ρωμαϊκής περιόδου, με έμφαση σε προσωπικές και ερωτικές περιπέτειες, στα οποία αποδίδεται συχνά ο χαρακτηρισμός «μυθιστόρημα».

Η λογοτεχνία της μυθιστορίας

Στον 12ο αιώνα, εμφανίζεται στο Βυζάντιο, στα ίχνη της παράδοσης του αλεξανδρινού μυθιστορήματος, το έργο Τα κατά Ροδάνθη και Δοσικλέα που αποδίδεται στον Θεόδωρο Πρόδρομο. Όπως όλα τα ελληνικά μυθιστορήματα της εποχής του, το κείμενο ακολουθεί το περίπλοκο υπόδειγμα των Αιθιοπικών του Ηλιόδωρου και διαδραματίζεται σε ένα ανασυνθεμένο ειδολωλατρικό περιβάλλον. Διατηρεί την παράδοση του είδους (αλληγορία), όσο και του ύφους: γραμμένο στα αρχαία ελληνικά

Η ιστορία του βιασιλέα Απολλώνιου της Τύρου (2ος αιώνας), μαρτυρά τη σημασία που είχε για τη λατινική Δύση η αλεξανδρινή μυθιστορηματική παράδοση και παίζει ουσιαστικό ρόλο στην ανάπτυξη του μυθιστορήματος των περιπετειών, καθώς και του ερωτικού. Το συγκεκριμένο έργο δανείζεται από πολλές πηγές, ενώ κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη, με τη ζωντάνια της ταξιδιωτικής διήγησης και με την ποικιλία περειπετειών (συχνά σκανδαλιστικών). Ωστόσο, τελικά επικρατούν ο έρωτας και η αρετή.

Στην Γαλατία, η ιστορία ήταν γνωστή από τον 6ο αιώνα και μεταδώθηκε από περισσότερα από 60 χειρόγραφα. Μεταφράστηκε στα αρχαία αγγλικά στον 10ο αιώνα και στα μέσα αγγλικά, με μεγάλη επιτυχία τον 14ο αιώνα. Επίσης διασώζονται αποσπάσματα στα αρχαία γαλλικά τον 12ο αιώνα. Ενώ στην Γερμανία, η «ιστορία» είναι γνωστή τον 12ο & 13ο αιώνα. Μια από τις πιο πρωτότυπες αποδόσεις είναι γραμμένη στα ισπανικά τον 13ο αιώνα. Στην Βοημία, η ιστορία του Απολλώνιου μεταφέρθηκε στα παλιά τσέχικα τον 14ο αιώνα.

Η κλίση για διαδοχικές περιπέτειες χαρακτηρίζει κι ένα λατινικό κείμενο με τίτλο Ruodlieb, συγγραφέας του οποίου πρέπει να ήταν ένας γραμματικός του Βαυαρικού μοναστηριού του Τέγκερνζέε (1ο μισό του 11ου αιώνα). Αυτό είναι το πρώτο πρωτότυπο μεσαιωνικό μυθιστόρημα.

Είναι πολύ πιθανό, οι μυθιστορίες να γνώρισαν μεγάλη ανάπτυξη στις χώρες που η επική ποίηση δεν είχε βαριά παρουσία και ακολουθούσε τους δρόμους της προφορικής ποίησης, μάλλον, παρά των αρχαίων προτύπων (Γαλλία). Με αυτόν τον τρόπο υπήρξαν αρωγοί της απελευθέρωσης της μεσαιωνικής αφηγηματικής λογοτεχνίας από το αυστηρό δύσκαμπτο πλαίσιο του μεσαιωνικού έπους και στάθηκαν αμεσότεροι πρόδρομοι της νεότερης πεζογραφίας – μυθιστορήματος και διηγήματος.

 

Οι μυθιστορίες διακρίνονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες:

1. Ιπποτικές μυθιστορίες. Τα αφηγήματα αυτά έδωσαν τη νεότερη μορφή τους σε θρύλους δυτικοευρωπαϊκών χωρών, ενσωματώνοντας στοιχεία της μεσαιωνικής φεουδαρχίας. Ήρωες είναι περιπλανώμενοι ιππότες των φεουδαρχικών αυλών αποζητώντας περιπέτειες. Κεντρικό θέμα είναι και εδώ ο ευγενής έρωτας, ο οποίος γίνεται διαμεσολαβητής ανάδειξης του υψηλού ήθους των ιπποτών. Με τη μορφή αυτή, οι παλιοί θρύλοι προσέλαβαν το χαρακτήρα μιας νεότερης πανευρωπαϊκής μυθολογίας.

Χαρακτηριστικότερο δείγμα του είναι το Τριστάνος και Ιζόλδη.                                        

Επίσης, λογιότερη μορφή έχουν τα έργα ενός από τους πρώτους επώνυμους                           ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΑΡΘΟΥΡΟΣ

συγγραφείς της Δύσης: του Γάλλου Κριτιέν ντε Τρουά (1138-1183), ο οποίος με το

έργο του συνέβαλε στην καθιέρωση μιας συγκεκριμένης διαλέκτου ως λογοτεχνικής

και αργότερα ως επίσημης γαλλικής γλώσσας. Πηγή είναι ο θρύλος του βασιλιά

Αρθούρου, αναγόμενος στην παγανιστική παράδοση των Κελτών.

 

2. Διδακτικές ή σατιρικές μυθιστορίες. Ξεχωρίζει το συλλογικό έμμετρο γαλλικό

αφήγημα της Μυθιστορίας της Αλεπούς, με ήρωες ζώα που αντιπροσωπεύουν

ανθρώπους. Ανάμεσα στις δύο παραπάνω κατηγορίες βρίσκεται το γαλλικό, Roman de la Rose (μυθιστορία του ρόδου), όπου συνυπάρχουν σατιρικά και διδακτικά στοιχεία. Παράλληλα, δεν λείπει το θέμα του έρωτα αλλά και το θρησκευτικό στοιχείο. Η ποικίλη μορφή του το καθιστά συγγενές με τα πρώτα νεότερων συλλογών διηγημάτων (14ος αιώνας) ή και τα πρώτα νεότερα ευρωπαϊκά μυθιστορήματα.

Η μυθιστορία σχετίζεται με τα νέα κοινωνικά περιβάλλοντα του ώριμου φεουδαρχισμού.

Πολυμορφία συναντάμε και στη βυζαντινή μυθιστορία: μέχρι το 12ο αιώνα τα αφηγήματα είναι σε μεγάλο βαθμό αλληγορικά και σε αττικίζουσα γλώσσα. Από τον 13ο και κυρίως τον 14ο αιώνα, εμφανίζονται τυπικά ιπποτικές μυθιστορίες που συνδυάζουν το δυτικό πρότυπο με στοιχεία ελληνικής λαϊκής ποίησης, σε γλώσσα και ύφος μάλλον δημώδη και στίχο δεκαπεντασύλλαβο.

                                      Ο ΑΠΟΛΥΤΟΣ ΕΡΩΤΑΣ

ΤΡΙΣΤΑΝΟΣ κ΄ΙΖΟΛΔΗ

ΤΡΙΣΤΑΝΟΣ κ΄ΙΖΟΛΔΗ

Το λεγόμενο «υλικό της Βρετάνης», που απαρτίζεται από ποικίλες κέλτικες παραδόσεις, είναι η πιο γόνιμη πηγή απ’ όπου θα αντλήσει το μεσαιωνικό μυθιστόρημα, για να επεξεργαστεί δύο μυθικούς κύκλους που η δύναμη της γοητείας τους δεν έχει ίσαμε σήμερα εξαντληθεί.

Ο μύθος του Τριστάνου και της Ιζόλδης αποτελεί ύμνο στον απόλυτο έρωτα, ο οποίος ανυπότακτος εναντιώνεται στους θεσμούς και τους πιο ιερούς νόμους (δεσμοί οικογενειακοί ή φυλετικοί) και φέρνει μέσα του τα ίχνη της αυτοκαταστροφής του. Όμως, μέσα από αυτόν τον ίδιο το θάνατο, κερδίζει τον θρίαμβο και την αιώνια διάρκεια, καθώς μετουσιώνεται σε ορισμό του ερωτικού πάθους για τους επερχόμενους αιώνες.

Οι κυριότερες πηγές παραπέμπουν στην Σκωτία, την Ουαλία και την Ιρλανδία, αλλά εντοπίζονται και απόηχοι από άλλες παραδόσεις όπως η αρχαία μυθολογία και η ανατολίτικη μυθολογία.

Το έργο αυτό, μέσω της παραβολής πολλών εκδοχών σε διαφορετικές γλώσσες, βεβαιώνει ίσως περισσότερο από κάθε άλλο την «ευρωπαϊκή» ταυτότητά του. Τα αρχικά αποσπάσματα που διαθέτουμε είναι γαλλικά και αγγλο-νορμανδικά, που αποτελούν τα πρώτα κείμενα, μεταξύ 1170 & 1180, στα οποία εμφανίζονται δύο εκδοχές του μύθου: μια «κοινή» του Μπερούλ, όπου υπερέχει η δραματική δομή, συγγενική ακόμα με τις συνθέσεις των ζογκλέρ, και μια «ιπποτική» του Τόμας, που δίνει μεγάλη προσοχή στην ανάλυση των χαρακτήρων και στην δοξαστική παρουσίαση του έρωτα. Αλλά, υπάρχουν κείμενα στα γερμανικά και στα αρχαία σκανδιναβικά.

Τον 13ο αιώνα ο θρύλος διαδίδεται, ειδικότερα στην Ιταλία και αργότερα στη Σερβία, την Κροατία και την Βοημία στα παλιά τσέχικα. Παράλληλα εμφανίζονται νέες εκδόσεις στις χώρες που πρωτοδημιουργήθηκε η παράδοση: σε γαλλικό πεζό λόγο και σε μεσαιωνικά αγγλικά.

Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΟΥ ΓΚΡΑΑΛ                                            

Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΟΥ ΓΚΡΑΑΛ εκδ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ

Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΟΥ ΓΚΡΑΑΛ εκδ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ

Το θέμα του Γκραάλ, του άγιου δισκοπότηρου, αποτελεί τον κεντρικό πυρήνα αυτόνομων έργων, προτού αποτελέσει ένα θεματικό κύκλο (χριστιανική τριλογία του Ρομπέρ ντε Γκορόν, στις αρχές του 13ου αιώνα και να γίνει μόνιμο στοιχείο του μεγάλου μυθιστορηματικού έργου σε πεζό λόγο, με κεντρικό ήρωα τον Lancelot (Λανσελότος, γαλλικό πεζό κείμενο, περ. 1220). Χάρη σ’ αυτόν δημιουργείται ένας πραγματικός μυθικός αστερισμός, που θα συμβάλει στην εναλλακτική πρόταση του ιπποτικού ιδανικού και στη διατύπωση με νέους όρους της σχέσης της ύπαρξης και του κόσμου.

Στην περιπέτεια της αναζήτησης του Γκράαλ, το κεντρικό πρόσωπο διαφέρει απ’ όλους τους άλλους μυθιστορηματικούς χαρακτήρες. Έχοντας ανατραφεί μακριά από τις ιπποτικές αυλικές πρακτικές και συμβάσεις, γίνεται, μόλις το επιβάλλει η στιγμή, ο καλύτερος από όλους τους ιππότες, χάρη σε μια άξια δοξασμένη φύση. Η δοκιμασία του ήρωα δεν αντιμετωπίζεται με όπλα το θάρρος και την δύναμη, ούτε καν με τους ιπποτικούς κανόνες συμπεριφοράς, αλλά με τη δύναμη του λόγου, με μια ερώτηση: γιατί η άσπρη λόγχη που κρατάει ένας νέος αφήνει να στο χέρι του στάξει μια σταγόνα αίμα; Για ποιόν προορίζεται το Γκράαλ (κάτι σαν βαθύ πιάτο που φέρνει μια κοπέλα; Η διατύπωση της ερώτησης που εάν κατορθώσει να κάνει, θα έχει ως αποτέλεσμα το τερματισμό της δυστυχίας του βασιλιά και ολόκληρης της γης, ενώ ο Πάρσιφαλ θα λάβει την υπόσχεση μιας υπέρτατης δόξας, ίσως και τη διαδοχή του βασιλιά. Σε αντίθετη περίπτωση, σε τίποτα δεν θα μπορέσει να βοηθήσει η ιπποτική αξία του.

Από την αρχή λοιπόν, συγκλίνουν στο θέμα του Γκράαλ πολλαπλοί φαντασιακοί και ερμηνευτικοί κόσμοι που τού προσδίδουν μια εκπληκτική δύναμη γοητείας. Η μαγική περιπέτεια συναντιέται με τη μυητική πορεία που του προσδίδουν μια εκπληκτική δύναμη γοητείας. (….) Ο θάνατος συναντιέται με τη ζωή, γιατί η λόγχη είναι το καταστροφικό όπλο του κέλτικου θεού Λυγκ, αλλά είναι και το μέσο της εν Χριστώ σωτηρίας. Το σφάλμα και η λύτρωση είναι αλληλένδετα.

Η ιστορία της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας έχει να αναδείξει μια διαχρονική σειρά από κείμενα, που διηγούνται την ιστορία αυτή: όραμα των κιστερκιανών στην αναζήτηση του Γκράαλ, όραμα πολεμικό στον ουαλλέζικο Περεντούρ, όπου πρωταρχικό ρόλο παίζει η έννοια της βεντέτας, όραμα γνήσια μυθιστορηματικό στην πορτογαλική αναζήτηση του άγιου Γκράαλ, και πλησιέστερα σ’ εμάς, η έξαρση της συμπόνιας ως μέσου σωτηρίας στον Πάρσιφαλ του Βάγνερ ή η άρνηση του τέλους της επιθυμίας με την κατάκτηση του απόλυτου, στον Βασιλιά-ψαρά του Ζυλιάν Γκραγκ.

Εκτός από τον Τριστάνο και το Γκράαλ, το σύνολο της αρθουριανής λογοτεχνίας, σε στίχους και ύστερα σε πρόζα, θα έχει μεγάλη διάδοση και θα βρούμε πολλές ενδιαφέρουσες διασκευές. Το γαλλικό πεζό κείμενο Λανσελότος μεταφράστηκε τουλάχιστον τρεις φορές στα μέσα ολλανδικά, συγκαταλέγοντας και την έμμετρη απόδοση Ο Λανσελότος της λίμνης (μέσα του 13ου αι.). Στη Φλάνδρα θα βρούμε πολλά πρωτότυπα μυθιστορήματα. Στη Γερμανία ο Λανσελότος είναι γνωστός από τα μέσα του 13ου αιώνα, αλλά η μεγάλη διάδοσή του θα γίνει μόνο στο τέλος του Μεσαίωνα                                   Η ΣΤΡΟΓΓΥΛΗ ΤΡΑΠΕΖΑ

 

ΤΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ΤΟΥ ΡΟΔΟΥ

Άρχισε να γράφεται από τον Γκιγιώμ ντε Λωρί γύρω στο 1230 και συνεχίστηκε από τον Ζαν ντε Μενγκ , που έγραψε το μεγαλύτερο μέρος του. Έργο δύσκολο ως προς την κατάταξή του, διδακτικό σύγγραμα όσο και αφήγημα, που άσκησε σημαντική επίδραση στην ευρωπαϊκή σκέψη ως τον 16ο αιώνα. Οι επιδράσεις που δέχτηκε, ήταν από την παράδοση της αλληγορικής σύνθεσης, αλλά προσφεύγει επίσης και στον τύπο της συζήτησης, την «altercatio», που επιτρέπει την εισαγωγή προσώπων μέσα σε μια διαλογική δομή.

Ο πρώτος συγγραφέας εμπνέεται από τη λυρική κατά το υπόδειγμα της ιποτικής ποίησης και πλάθει μια αλληγορική μυητική συζήτηση. Ο συνεχιστής του, δίνει τη θέση της σε μια μορφή εγκυκλοπαίδειας της μεσαιωνικής ανθρωπολογίας, όπου ανιχνεύεται η φιλοσοφική παιδεία του συγγραφέα (Αριστοτέλης, Πλάτων, το πρόβλημα των γενικών εννοιών), καθώς και οι ιδεολογικές καταβολές του (αγώνας εναντίον των επαιτικών ταγμάτων που αποζούσαν από την επαιτεία). Το δεύτερο μέρος του έργου είναι αυτό που συγκέντρωσε τις προτιμήσεις των μεταγενέστερων, δεν απομακρύνεται πάντως από το ερωτικό πρόβλημα: υποκαθιστώντας, ως ένα βαθμό τη συζήτηση στην αφήγηση, ο συγγραφέας αντιπαραβάλλει, μέσα από τους πρωταγωνιστές, τόσο εσωτερικές και ψυχολογικές δυνάμεις, όσο και τις εξωτερικές και κοινωνιολογικές, ηθικά καταξιωμένες ή αμφισβητήσιμες που διέπουν τον έρωτα, ενώ το σύνολο του έργου κυριαρχείται από μια δοξαστική διάθεση που εκφράζεται από τη φύση και το πνεύμα. Ο καθρέφτης των ερώτων είναι σε ορισμένες περιπτώσεις κυνικός και χυδαίος, επειδή επιδίωξη του συγγραφέα ήταν αν μην αποσιωπήσει καμία από τις εκφράσεις του έρωτα.

Από το τέλος του 13ου αιώνα, το μυθιστόρημα και ιδιαίτερα το δεύτερο μέρος, παραφράζεται σε 132 σονέτα που αποδίδονται στον Δάντη.

Το μυθιστόρημα του ρόδου, μεταξύ 1290 & 1325, διασκευάστηκε δύο φορές στα ολλανδικά. Η 1η διασκευή, που προέρχεται από την Φλάνδρα, εισάγει νέα αφηγηματικά τμήματα, επηρεασμένα από το αρθουριανό μυθιστόρημα• η 2η , πιστότερη στο πρωτότυπο, προέρχεται από την Βραβανδία.

 

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΤΗΣ ΣΑΤΙΡΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΟΓΟΥ

Ο τομέας αυτός είναι δύσκολο να ξεχωριστεί από τη διδακτική λογοτεχνία, ενώ δίνει έμφαση στα κωμικά στοιχεία, από τη διάθεση της πολεμικής και από την οικειότητα, σε ορισμένες περιπτώσεις, του τόνου.

Οι ευχάριστες μικρές ιστορίες και οι μικροί μύθοι είναι σύντομα αφηγήματα, που χρησιμοποιώντας κάποτε πολύ γνωστά θέματα, καταξιώνεται λόγω της επιμελημένης αφηγηματικής δομής που ενεργοποιεί, κατά τ’ άλλα, κοινότοπο υλικό. Τα κείμενα αυτά σατυρίζουν ορισμένες κοινωνικές ομάδες (χωρικούς, παπάδες) και μπορούν να είναι μισογύνικα, αλλά συχνά παρουσιάζουν τη γυναίκα σαν κυρίαρχη του παιχνιδιού. Ο τόνος είναι γενικά κωμικός και σπανιότερα φτάνει στην τραγικότητα ή την αβρότητα. Διηγήσεις αυτού του είδους αναπτύσσονται στη Γαλλία στον 13ο αιώνα και εξακολουθούν να υπάρχουν μέχρι τον 14ο. Επίσης Στην Γερμανία ο Στρίκερ δημιουργεί ένα κύκλο ιστοριών με κέντρο τον Εφημέριο Αμίς τον 13ο αι.. Το έργο γνώρισε μεγάλη επιτυχία και ορισμένα θέματά του μεταφέρθηκαν στον κύκλο του Τιλλ Οϊλενσπίγκελ, Ο καθρέφτης με τις κουκουβάγιες που γράφτηκε στα κάτω γερμανικά κατά το Β’ μισό του 15ου αιώνα και επιβίωσε στα άνω γερμανικά, στις αρχές του 16ου αιώνα.

 

ΟΙ ΠΟΝΗΡΙΕΣ ΤΗΣ ΑΛΕΠΟΥΣ (Ή ΤΟΥ ΑΛΕΠΟΥ)

Το έργο ξεκινά από τη μεταμφίεση του ανθρώπου σε ζώο (συγγενεύοντας με την παράδοση των μικρών μύθων, στους οποίους οφείλει πολλά), η λογοτεχνία του Αλεπού συνδυάζει, την παρατήρηση των ζώων, το παράλογο και τη διδαχή. Αρχικά απαρτίζεται από έργα γραμμένα στα λατινικά, όπου οι προσωποποιήσεις των ζώων χρησιμοποιούνται για επιθέσεις εναντίων των μοναστικών ταγμάτων, ενώ στη αρχή του τρίτου τέταρτου του 12ου αι. ξεκινάει η ανάπτυξη στην καθομιλουμένη γλώσσα, με το έργο του Πιερ ντε Σαιν Κλου, που αφηγείται το βιασμό της λύκαινας από τον Αλεπού: στο εξής ο χαρακτήρας καθιερώνεται, καλύπτοντας μια κλίμακα κωμική και σατιρική που απευθύνεται σε πολλά ακροατήρια. Πολλοί νέοι κλάδοι (ομάδες αφηγήσεων) έρχονται να προστεθούν στο αρχικό σώμα στρο τέλος του 12ου αι. και στη διάρκεια του 13ου.

Στη Γερμανία ο Χάινριχ ο ύπουλος, ήδη από το 1180, με βάση μια γαλλική πηγή καλλιεργεί επίσης τη σατιρική μορφή του κειμένου, κατακρίνοντας τα δεσμά του έρωτα, τους κύκλους των αυλικών και το ιερατείο• το κεντρικό του θέμα είναι η δολιότητα.

Στη Φλάνδρα, ο Willem, χρησιμοποιώντας το αρχικό σώμα του μυθιστορήματος, δημιουργεί ένα ενδιαφέρον έργο που θα αποδειχτεί γόνιμο, με τον τίτλο Οι αλεπουδιές του Αλεπού, γύρω στο 1260. Ο πρωταγωνιστής ασχολείται με τη διαστρεβλωμένη χρήση του λόγου, που ανάγεται σε τυπική ιδιότητα και καταλήγει να αντικαταστήσει την παραδοσιακή σημασία της λέξης αλεπουδιά που σήμαινε απλά «πονηριά». Το κείμενο θα πάρει μια δεύτερη επεξεργασία στην Ιστορία του Ρένερντ (περ. 1375), αφού πρώτα μεταφραστεί στα λατινικά. Εξάλλου θα μεταφραστεί και θα εκδοθεί στα αγγλικά από τον Κάξτον, θα διασκευαστεί στα κάτω γερμανικά με τον τίτλο Ράινκε ο Αλεπούς. Η γερμανική απόδοση θα διασκευαστεί αργότερα από τον Γκαίτε. Τέλος, η παράδοση του «Αλεπού» πέρασε στην Ιταλία πριν το τέλος του 13ου αι.

 

…………………………………………………………………………………………………………….

 

ΚΡΙΤΙΕΝ ΝΤΕ ΤΡΟΥΑ

(KRETIEN NTE TROYES, περ. 1135-1183)                                                 

ΚΡΕΤΙΕΝ ΝΤΕ ΤΡΟΥΑ- εκδ. ΕΝΑΛΙΟΣ

ΚΡΕΤΙΕΝ ΝΤΕ ΤΡΟΥΑ- εκδ. ΕΝΑΛΙΟΣ

 

Ύστερα από τον Φρανσουά Βιγιόν, ο Κρετιέν ντε Τρουά είναι ο πιο ξακουστός ποιητής του γαλλικού Μεσαίωνα. Τα βιογραφικά του στοιχεία είναι πιο ελλιπή απ’ αυτά του πρώτου. Σπάνιες είναι οι αναφορές με τους δύο προστάτες του, τη Μαρία της Καμπανίας και τον Φίλιππο της Φλάνδρας. Ωστόσο, ο συγγραφέας κυκλοφορούσε στους αριστοκρατικούς τίτλους κύκλους και ο τρόπος με τον οποίο προσέγγιζε τα θέματα της ιπποσύνης συνέβαλλε στην εδραίωση των φιλοδοξιών της μεσαίας αριστοκρατίας του 12ου αι. Ο συνδυασμός του ιπποτικού ιδανικού με τον ευγενή έρωτα είχε μια σαφή πολιτιστική επίδραση, καθώς γοήτευε και ηρεμούσε την κοινωνική ομάδα των νεαρών εργένηδων ιπποτών. Η συγκεκριμένη ομάδα αποτελείται από δευτερότοκους γιούς, που σύμφωνα με με τους κανόνες των πρωτοτοκίων, δεν έχουν κληρονομικά δικαιώματα, οπότε κυνηγούν τη δόξα και τα πλούτη μέσω βίαιων ανδραγαθημάτων και ονειρεύονται γάμους με πλούσιες κληρονόμους. Ο Κριστιέν ντε Τρουά, χάρη στην ευαισθησία του δημιουργεί μια ηθική της ιπποσύνης και της προσδίδει ένα νέο κύρος.

Ταυτόχρονα, παρατηρεί τις αστάθειες που συνοδεύουν τους ανθρώπινους έρωτες και απολαμβάνει το κωμικό αποτέλεσμα που προκύπτει όταν τις συναρθρώνει με ύφη και θρήνους από τα ερωτικά ποιήματα των τροβαδούρων. Στα έργα του εντοπίζουμε το σοβαρό τόνο και τις ηθικές ανησυχίες που χαρακτηρίζουν τα κείμενα της εποχής, που αναφέρονται στην τέχνη της διακυβέρνησης και ονομάζονται «κάτοπτρα του ηγεμόνα», αλλά και τον τόνο της λεπτής ειρωνείας ακόμα και της παρωδίας, του Οβίδιου και της προβηγκιανής ποίησης, εφαρμοσμένο στην ερωτική ψυχολογία. Στα πέντε μυθιστορήματα, γραμμένα σε στίχους την δεκαετία 1170 ή 1180, ο ποιητής συνδυάζει την ειρωνεία με τη σοβαρότητα, τον έρωτα με τους ιπποτικούς κανόνες, με τόση μαεστρία στη γραφή και τη σκέψη, που του αξίζει ο τίτλος του πρώτου πραγματικού ανθρώπου των γραμμάτων που εκφράστηκε σε μια ομιλούμενη γλώσσα της Ευρώπης.

«Η ΛΟΓΙΟΣΥΝΗ» ΤΟΥ ΚΡΙΣΤΙΕΝ ΝΤΕ ΤΡΟΥΑ

Ο Κριστιέν χειρίζεται την ειρωνεία, την αναφορά σε πολλαπλές απόψεις, την επέμβαση του αφηγητή – εξαιρετικά πολύπλοκη σε ορισμένες περιπτώσεις – τη χρήση, μέσα στην ίδια τη δομή της ιστορίας, επαναλήψεων και αντιθέσεων που απαιτούν από το ακροατήριο μια ερμηνευτική προσπάθεια, αποκλείοντας την παθητική στάση. Τρία σύντομα παραδείγματα αρκούν για να δείξουν τη σπουδαιότητα αυτών των καινοτομιών.

1. Στο 1ου έργο, Ερέκ και Ενίντ (περ. 1160), ο συγγραφέας αποκρύπτει από τον αναγνώστη τα στοιχεία ακριβώς που θα ήθελε να γνωρίζει. Σαν να μιμείται το λογοτέχνη δημιουργό του, ο Έρεκ διηγείται στο βασιλιά Αρθούρο τις περιπέτειές του με χρονολογική σειρά. Το ότι ο Έρεκ παίρνει μαζί τη γυναίκα του στην αναζήτησή του, είναι το σημείο που θα ήθελε να φωτιστεί ο αναγνώστης και η αποφυγή αποκάλυψης της αιτίας, τροφοδοτεί μέχρι σήμερα τις συζητήσεις των κριτικών.

2. Το μεταγενέστερο, πολύ ειρωνικό, μυθιστόρημα, Υβαίν ή Ο Ιππότης του Λέοντα (περ. 1170), παρουσιάζει στον αναγνώστη ένα συμπέρασμα που ακόμα περισσότερο αποκλείει τη συναίνεσή του. Εδώ ο αφηγητής δίνοντας πολλές αποδείξεις για το αντίθετο, μας βεβαιώνει ότι ο ήρωας και η σύζυγος του έχουν τελείως συμφιλιωθεί και κατέχονται από αμοιβαία τρυφερότητα. Ο συγγραφέας διαβλέπει πως η έλλειψη πειστικότητας της διαβεβαίωσής του, θα οδηγήσει αυτούς που θα διηγηθούν ή θα αντιγράψουν την ιστορία θα μπουν στον πειρασμό να τροποποιήσουν το τέλος, γράφει μερικούς στίχους για να προσδιορίσει τα γνήσια όρια του έργου του, σε μια προσπάθεια να προσδώσει μια εγγύηση αυθεντικότητας.

3. Στο ίδιο έργο, ο συγγραφέας χρησιμοποιεί διαλεκτικά σχήματα που βάζουν το ακροατήριο σε σκέψεις ως προς τον προσανατολισμό της ιστορίας. Στην αρχή του μυθιστορήματος, ο αφηγητής δηλώνει προοιμιακά ότι «ένας άνθρωπος ευγενής αξίζει περισσότερο από ένα ολοζώντανο άξεστο». Στην πρώτη περιπέτεια του ο ήρωας, γνωρίζει τη χείρα ενός τέλειου ιππότη που έχει σκοτώσει και αργότερα την παντρεύεται. Η παρατήρηση του αφηγητή στο γλέντι του γάμου πως ο δολοφόνος πήρε τη γυναίκα του πεθαμένου που έχει ξεχαστεί ολότελα και ο ζωντανός έχει απ’ όλους αγάπη και εκτίμηση περισσότερη από του πεθαμένου, μαζί με κάποιες άλλες λεπτομέρειες, υποχρεώνει τον ακροατή να σκεφτεί μήπως, αντίθετα από τα φαινόμενα, ο ήρωας περιγράφεται σιωπηρά σαν άξεστος. Σε ένα σημείο κλειδί, ο συγγραφέας αφυπνίζει ορισμένες μνήμες που μας κάνει κάπως να αμφιβάλουμε γι’ αυτά που διηγείται. Αυτή η στιγμή της έντονης στοχαστικής αναδίπλωσης που προκαλείται από την αντίθεση: ευγενής πεθαμένος/ άξεστος ζωντανός, μας αποκαλύπτει μια ακόμα όψη της λογοτεχνικής μαεστρίας του συγγραφέα: την τέχνη του υπαινιγμού που παραπέμπει σε άλλα έργα. Για αυτόν ακριβώς το λόγο ο Κρετιέν είναι μεγάλος συγγραφέας: δημιουργεί μια τεχνική που αποτελεί μόνιμη πρόκληση και πρόσκληση για τον ερμηνευτή.

ΤΟ ΥΛΙΚΟ ΤΗΣ ΒΡΕΤΑΝΗΣ

 

Εκτός της μορφικής πρωτοτυπίας, ο Κρετιέν προσεγγίζει θέματα με μεγάλο ενδιαφέρον. Όταν φτάνει στην ωριμότητά του, παύει να ασχολείται με την Αρχαιότητα που ήταν το κατά προτίμηση θέμα των αρχαίων γαλλικών διηγήσεων και αντλεί τα θέματά του από τους κέλτικους μύθους, το λεγόμενο υλικό της Βρετάνης, και που τα κύρια χαρακτηριστικά του είναι το θαυμαστό και το υπερφυσικό, και οι συχνές αναφορές στο υπερπέραν των Κελτών. Ο Κρετιέν μαζί με τη σύγχρονή του Μαρία της Γαλλίας, είναι αυτός που περισσότερο ασχολήθηκε για την εισαγωγή της κέλτικης μυθολογίας στη γαλλική λογοτεχνία. Πολλά από τις εικόνες και τα θέματα που επανέρχονται συχνά στα μυθιστορήματά του και διαπλέκονται με την αναζήτηση που επιχειρεί ο ιππότης, είναι κέλτικης καταγωγής. Καθένα από τα μυθιστορήματά του αφήνει στον αναγνώστη τη μνήμη μιας εικόνας, που παίζει ουσιαστικό ρόλο στο εγχείρημα του ήρωα. Εξαίρεση στον κανόνα αποτελεί το δεύτερο μυθιστόρημα του Κρετιέν με τον τίτλο Cliges (π. 1170). Στο έργο αυτό που χαρακτηρίζεται από μια εκθαμβωτική εκζήτηση και που η δράση του τοποθετείται στο Βυζάντιο, ο Κρετιέν, δίνει κατά πάσα πιθανότητα, την δική του εκδοχή στο δημοφιλή μύθο του Τριστάνου και της Ιζόλδης. Είναι αρκετά παράδοξο ότι ένας τυπικά Γάλλος στην τεχνοτροπία συγγραφέας αντλεί ουσιαστικά τα θέματά του από τους κέλτικους μύθους. Τρεις από τις ιστορίες που διηγείται ο Κρετιέν – Ερέκ, Υβαίν και Περσεβάλ – υπάρχουν σε μεσαιωνική γαελική μορφή, στο διάσημο έργο που τιτλοφορείται Mabinogion. Οι τρεις παραφρασμένες ιστορίες φαίνεται ότι έχουν γραφτεί από τα έργα του Κρετιέν, και αναμφισβήτητα εμπνέονται απ’ αυτά: ωστόσο περιέχουν κατά περίεργο τρόπο αρκετά αρχαϊκά στοιχεία που φαίνεται ότι παραπέμπουν σε μια αρχαιότερη καταγωγή. Η ανάγνωση αυτών των έργων στα γαελικά παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον. Γιατί παρόλο που διαθέτουν την ίδια με τα μυθιστορήματα διηγηματική υφή, διαφέρουν ως προς την επεξεργασία, η οποία γίνεται με την τεχνική του λαϊκού αφηγήματος.

Στα μυθιστορήματα του Κρετιέν, η πρώτη περιπέτεια του ιππότη διαδραματίζεται μακριά από την αυλή και καταλήγει σε κρίση, που ακολουθείται από μια νέα περίοδο κατά την οποία ο ιππότης υπόκειται σε μια νέα μαθητεία και προσπαθεί να επανορθώσει τα σφάλματά του˙ έτσι επανακτά την προσωπική του ταυτότητα και την κοινωνική του θέση. Ο ήρωας είναι ταυτόχρονα απομονωμένος στην προσωπική αναζήτησή του και ενταγμένος σε μια ομάδα που προσπαθεί να βρει τη λειτουργία της μέσα στο κοινωνικό σύνολο: με τη συγχώνευση των δύο αυτών αναζητήσεων και των σκοπών τους, τελειώνει και η περιπέτεια του ιππότη.

Η σημαντική επίδραση που ασκεί ο Κρετιέν στον τρόπο που θα δομηθεί αργότερα το μεσαιωνικό μυθιστόρημα στην Ευρώπη, οφείλεται στα έργα Έρεκ και Υβαίν. Ο Λανσελότος και ο Πέρσεβαλ μένουν μισοτελειωμένα. Στον Πέρσεβαλ, ο Κρετιέν επιχειρεί το ξεδίπλωμα της διπλής πλοκής – από τη μια μεριά η ιστορία του Περσεβάλ και από την άλλη η ιστορία του Γωβαίν – και θεμελιώνει μ’ αυτόν τον τρόπο την τεχνική της διαπλοκής πολλαπλών περιπετειών, που θα υιοθετήσουν τα μεγάλα πεζά μυθιστορήματα του 13ου αιώνα. Έτσι, ο συγγραφέας καθορίζει την τυπική του μεσαιωνικού μυθιστορήματος. Επιπλέον, η κριτική μελέτη των δεσμών που μπορεί να λειτουργεί ανάμεσα στον έρωτα και την ιπποσύνη θα τροφοδοτήσει με άφθονο υλικό τους διαδόχους του. Στο καθένα από τα μυθιστορήματά του καταπιάνεται μ’ ένα νέο πρόβλημα και επιχειρεί να δει τις διάφορες πιθανές λύσεις. Όλα τα έργα του με εξαίρεση τον Έρεκ, μαρτυρούν αυξημένη αίσθηση λεπτής ειρωνείας και είναι ολοφάνερο ότι η σκέψη του υπερβαίνει τα όρια και τις συμβάσεις της κοινωνίας των ιπποτών, που ο ίδιος, ως ένα βαθμό, υπήρξε δημιουργός της. Για παράδειγμα το πορτρέτο του βασιλιά Αρθούρου δεν είναι διόλου κολακευτικό.

 

ΚΡΕΤΙΕΝ Ο ΕΥΡΩΠΑΙΟΣ                               

ΙΠΠΟΤΗΣ ΛΑΝΣΕΛΟΤΟΣ-ΚΡΕΤΙΕΝ ΝΤΕΤΡΟΥΑ

ΙΠΠΟΤΗΣ ΛΑΝΣΕΛΟΤΟΣ-ΚΡΕΤΙΕΝ ΝΤΕΤΡΟΥΑ

Ο Κρετιέν ντε Τρουά είναι γνωστός σ’ όλη την Ευρώπη. Ο Σουαβός ποιητής Χάρντμαν φον Άουε, που θεμελιώνει τα έργα του σε θρησκευτικούς θρύλους, παραφράζει πιστότατα τον Έρεκ και τον Υβαίν 20 χρόνια μετά τη σύνθεσή τους. Ο Ερέκ του Βολφεμπύντελ δίνει την δική του απόδοση σε μεσαιωνικά άνω γερμανικά. Λιγότερη απήχηση είχε το Cliges.

Στις πόλεις Σμαλκάλντεν και Ρόντενεκ, μπορούμε να δούμε μεγάλες τοιχογραφίες που απεικονίζουν σκηνές από τον Υβαίν του Χάρντμαν. Ο Βόλφραμ φον Έσσενμπαχ εμπνέεται από το ημιτελές έργο του Κρετιέν Perceval, και γράφει το δικό του μνημειώδη Parzival, στο οποίο συνδυάζεται η λεπτή ειρωνεία με μια βαθιά λαϊκή πίστη. Άξιο επισήμανσης το γεγονός πως μεγάλοι δημιουργοί ανέλαβαν την αντιγραφή των μυθιστορημάτων του Κρετιέν.

Στα μέσα του 13ου αι., Τα μυθιστορήματα Ερέκ και Υβαίν, είναι τα δύο από τα πέντε έργα σε αρχαία γαλλικά που μεταφράστηκαν για τον Νορβηγό βασιλιά Χάκονα Χακόναρσον. Στη συνέχεια ο Υβαίν μεταφράζεται στα σουηδικά. Επίσης, γνωρίζουμε μια απόδοση του Υβαίν στα μέσα αγγλικά. Τέλος, ο Κρετιέν άφησε τη σφραγίδα του στα αρθουριανά μυθιστορήματα στα μέσα ολλανδικά. Βρίσκουμε επιδράσεις του Κρετιέν σε έργα προερχόμενα από την Φλάνδρα. Η παράδοση του ευρωπαϊκού μυθιστορήματος δεν μπορεί να πάρει παρά μόνο μέσα από τον Κρετιέν το πλήρες μόημά της. Παρόλο που οι μεγάλες μυθιστορηματικές συνθέσεις σε πεζό λόγο του 13ου αι., Λανσελότος και Τριστάνος, τροφοδοτούσαν έως τον 18ο αι. την ευρωπαϊκή πολιτισμική παράδοση, ενώ τα έργα του Κρετιέν περιήλθαν στην αφάνεια, τα ίδια αυτά έργα οφείλουν και πάλι στον Κρετιέν το φαντασιακό σύμπαν και τη δομή των αφηγημάτων τους.

 

Ρεαλισμός, ποίηση και νεότερη λογοτεχνία

Η ποίηση των τροβαδούρων : η φρασεολογία ή η ρητορική των κειμένων έχουν έντονα

ρεαλιστικά στοιχεία, αλλά συνδυάζονται με μια επίμονη τάση απομάκρυνσης από την

πραγματικότητα – με τη μορφή του «ευγενούς έρωτα»

Η εικόνα της πραγματικότητας είναι πιο σύνθετη και πιο ποικίλη απ’ ό,τι στην περίπτωση του

έπους.

Η ποιητική μίμηση του έρωτα αποτελεί το βασικό όχημα της απομάκρυνσης από την

πραγματικότητα.

Η ποίηση αυτή δεν αναπαριστά την πραγματικότητα αλλά διεκδικεί να υπάρχει δίπλα της σαν

επιπλέον πραγματικότητα, με τους δικούς της όρους.

Αυτό είναι που την κάνει σημαντική για την εξέλιξη του νεότερου ευρωπαϊκού πολιτισμού: η

διεκδίκηση της γλώσσας και της τέχνης της, ζητώντας δικούς της τρόπους ανάγνωσης και

δικούς της αναγνώστες, οδηγεί στη νεότερη πρακτική της λογοτεχνίας.

ΣΥΝΟΨΗ

Στα διάφορα είδη μεσαιωνικής γραμματείας, μεγάλη προσοχή δείξαμε στη λογοτεχνική σημασία της εκκλησιαστικής υμνογραφίας και της διδακτικής ιστοριογραφικής γραμματείας.

Ωστόσο, επικεντρωθήκαμε ιδιαίτερα, στην εμφάνιση, γύρω στο 12ο αιώνα, στα είδη του γραπτού λόγου, που συνιστούν τις πρώτες λογοτεχνικές εκφάνσεις νεότερων ευρωπαϊκών γλωσσών:

Επική ποίηση, η οποία περνά από τη μίμηση των αρχαίων προτύπων στο μεσαιωνικό έπος, με θέματα από το πεδίο της εκκλησιαστικής ιστορίας και της μεσαιωνικής φεουδαρχίας.

Λυρική ποίηση, με χαρακτηριστική κορύφωση την παράδοση των τροβαδούρων της γλώσσας του Οκ, οι οποίοι φαίνεται πως συνέβαλλαν στη διαμόρφωση μιας νεότερης εικόνας του ποιητή – αλλά και του έρωτα.

Έμμετρες μυθιστορίες, μεταξύ των οποίων οι ιπποτικές, όπου το πρότυπο της ιπποσύνης προαναγγέλλει την ιδιαιτερότητα που θα αποδοθεί αργότερα στη λογοτεχνία και το δικό της τρόπο ανάπλασης μιας ιδιαίτερης ανθρώπινης πραγματικότητας.

ΠΑΡΣΙΦΑΛ

ΠΑΡΣΙΦΑΛ

ΠΩΣ ΔΙΑΓΡΑΦΕΤΑΙ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ

 

Στο τέλος του 13ου αι. σε καθεμιά από τις ευρωπαϊκές χώρες που διαφέρουν μεταξύ τους ως προς το βαθμό της πολιτιστικής ανάπτυξης, υπάρχει πια μια εθνική λογοτεχνία. Αυτό σημαίνει πως ο καθένας μπορεί να περιγράφει τον κόσμο που βλέπει γύρω του, χωρίς να καταφεύγει στα λατινικά και τα ελληνικά, ακόμα και στα εβραϊκά. Τρία στάδια εξέλιξης πρέπει να διασφαλιστούν.

1. Η θεωρητική σκέψη, αναγκαστικά θρεμμένη από τον χριστιανισμό, πρέπει να βρει τον τρόπο ώστε να κατορθώσει μια πρωτότυπη σύνθεση της κυρίαρχης πολιτισμικής παράδοσης και των μεγάλων φιλοσοφικών ρευμάτων: το έργο αυτό που ξεκίνησε με Το μυθιστόρημα του Ρόδου, θα συνεχιστεί και θα λάμψει με τον Δάντη.

2. Η τελειοποίηση και η ανανέωση των μορφών έκφρασης. Ορίσμένες όπως το θέατρο, βρίσκονται ακόμα στα σπάργανα, άλλες όπως το τραγούδι των τροβαδούρων, έχουν αγγίξει τα όρια της εξέλιξής τους. Επίσης, εμφανίζονται τα θρησκευτικά δράματα και μυστήρια, γεννιέται το σονέτο, που αποτελεί την πρώτη μορφή της επόμενης εποχής, ενώ η μπαλάντα και το ρόντο θα αναπτυχθούν σημαντικά μέχρι το τέλος του 15ου αι.

3. Εκ νέου αντίληψη της αρχαίας φιλοσοφίας και λογοτεχνίας: Πλάτων και Αριστοτέλης έθρεψαν τη θρησκευτική σκέψη. Όμως υπάρχουν ακόμα πολλοί συγγραφείς που προσφέρονται στην ανακάλυψη και την ανάγνωση. Το αποτέλεσμα θα είναι νέες πολιτιμικές ισορροπίες, που θα συνταχθούν όπως στο παρελθόν, προσφεύγοντας στους πόλους που ακτινοβολούν την αγάπη των γραμμάτων: έτσι την επίδραση των «Σκώτων» στην εποχή του Καρλομάγνου, το ρόλο του Βυζαντίου στη γέννηση των σλαβονικών γραμμάτων, τη λαμψη της αναγέννησης του 12 αι. στη Γαλλία του Βορρά, ή της λυρικής ποίησης στις χώρες του οκ, διαδέχεται τώρα το φως που εκπορεύεται από την Ιταλία, και που δεν πρόκειται να σβήσει σύντομα.

ΠΗΓΕΣ

  1.  Βάρσος Γιώργος, Ιστορία της Ευρωπαϊκής λογοτεχνίας. Από τον 6ο έως τις αρχές του 18ου αιώνα, εκδ. Ε.Α.Π, Πάτρα 1999

  2. Benoit Annick & Fontaine Gay (επιμ.), Ευρωπαϊκά Γράμματα: Ιστορία της Ευρωπαϊκής Λογοτεχνίας Εκδ. Σοκόλη, μτφρ Α. Ζηράς κ.ά., τ. Α, Αθήνα 1999 (Lettres EuropéenesHistoire de la Literature Européene, 1992).

  3. Benoit Annick & Fontaine Gay (επιμ.), Ευρωπαϊκά Γράμματα: Ιστορία της Ευρωπαϊκής Λογοτεχνίας Εκδ. Σοκόλη, μτφρ Α. Ζηράς κ.ά., τ. Β, Αθήνα 1999 (Lettres Européenes: Histoire de la Literature Européene, 1992)

  4. Εγκυκλοπαίδεια, Πάπυρος-LarousseBritannica, εκδ. Πάπυρος, επιμ. Βίκτωρ Αθανασιάδης κ.ά., Αθήνα 21997

  5. Παγκόσμια Ιστορία, εκδ. Κ. Καπόπουλος, επιμ. Χ. Μπουλωτής, μτφρ. Δ. Θεοδωρακάτος., Αθήνα 1992 (Time Life History of the World, 1991).

Advertisements
Σχολιάστε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: