Skip to content

ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ, ΠΟΙΗΣΗ:ΜΠΑΡΟΚ,ΚΛΑΣΙΚΙΣΜΟΣ,ΜΠΟΥΡΛΕΣΚΟ,ΠΙΚΑΡΕΣΚΟ (μέσα 16ου-αρχές 18ου)

16/06/2013

 ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ(μέσα 16ου-αρχές 18ου)-ΜΠΑΡΟΚ,ΚΛΑΣΙΚΙΣΜΟΣ,ΜΠΟΥΡΛΕΣΚΟ,ΠΙΚΑΡΕΣΚΟ

ΤΑ ΕΞΩ-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΠΕΔΙΑ (ΕΠΙΣΤΗΜΗ-ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ)

ΟΡΘΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟ ΠΝΕΥΜΑ (Η ΕΠΟΧΗ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ)

Το φαινόμενο που ξεχωρίζει από πολιτισμική άποψη είναι η εμφάνιση και διάδοση του κατεξοχήν νεοτερικού πνεύματος που θα μπορούσαμε συνοπτικά να χαρακτηρίσουμε ορθολογισμό ή ρασιοναλισμό.

Εκδηλώνεται με δημοσιεύματα και ερευνητική δραστηριότητα, τόσο στη φιλοσοφία όσο και στις επιστήμες (ειδικά σ’ αυτές που δεν είχε δείξει ενδιαφέρον ο ουμανισμός).

1543 Κοπέρνικος: μιλάει για διπλή κίνηση των πλανητών.

1584 Τζορντάνο Μπρούνο: εκφράζει αντίστοιχη προβληματική και καταδικάζεται      

ΓΑΛΙΛΑΙΟΣ

ΓΑΛΙΛΑΙΟΣ

από την ιερά εξέταση

1564-1642 Γαλιλαίος.

Φιλοσοφία

Ντεκάρτ (1596-1650), εγκαταλείπει την αυθεντία των παλαιών κειμένων, προτείνει νέο τρόπο σκέψης, μια μέθοδο γνώσης για το σκεπτόμενο «εγώ», το οποίο αναδεικνύεται θεμελιώδες στήριγμα της ανθρώπινης ύπαρξης. Βασικό εργαλείο ο επαγωγικός συλλογισμός: από την ανάλυση των εμπειρικών δεδομένων στη σύνθεση της κατανόησής τους.

Υποκείμενο γνώσης (αυτεξούσιο): το ανθρώπινο πνεύμα που με τη μορφή του ατομικού στοχασμού ορθώνεται απέναντι στον αντικειμενικό κόσμο αλλά κι απέναντι στο ίδιο ανθρώπινο σώμα.

Μια τέτοια ελεγχόμενη γνώση, επιδιώκει να αναδείξει μια εικόνα συνολικής αρμονίας, μέσα από την ποικιλία γνωμών και αντιλήψεων, διατυπώνοντας τους νόμους της φυσικής τάξης που διέπει την πολλαπλότητα των φαινομένων της πραγματικότητας, η οποία ωστόσο εξακολουθεί να θεωρείται θεϊκό δημιούργημα.

Η σχέση αυτών των εξελίξεων με τη λογοτεχνία είναι μεγάλη. Μόνο με βάση τη νέα θεώρηση του κόσμου η δαντική εικόνα αποκτά χαρακτήρα «φανταστικό», αντιτιθέμενο στα πειραματικά δεδομένα της επιστημονικής αλήθειας. Έτσι η φαντασία διαχωρίζεται από τη θετική νόηση και καθίσταται προνομιούχος χώρος της νεότερης ιδέας της λογοτεχνίας.

 ΠΛΟΥΤΟΣ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗΣ, ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΉΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑΣ. 

Σε όλη τη διάρκεια του 17ου αιώνα ανθεί ένας φιλοσοφικο-επιστημονικός λόγος, που βαθμιαία χειραφετείται από την κηδεμονία του θρησκευτικού, με τον οποίο ήταν στενά συνδεδεμένος αρχικά. Εκπροσωπείται από συγγράμματα υψηλού επιπέδου ή από έργα πιο προσιτά για το ευρύτερο κοινό, το είδος αυτό αποτελεί μια σταθερά συνιστώσα της ευρωπαϊκής γραμματείας και, αντανακλά τις διάφορες ιδεολογικές τάσεις που σημαδεύουν την Ευρώπη.

ΚΑΡΤΕΣΙΟΣ 'COGITO ERGO SUM'-ΣΚΕΦΤΟΜΑΙ ΑΡΑ ΥΠΑΡΧΩ

ΚΑΡΤΕΣΙΟΣ ‘COGITO ERGO SUM’-ΣΚΕΦΤΟΜΑΙ ΑΡΑ ΥΠΑΡΧΩ

     Ο Ρενέ Ντεκάρτ ή Καρτέσιος (Rene Descartes, 1956-1650) ασκεί καθοριστική επιρροή στο σύνολο του δυτικού κόσμου. Το 1628 εγκαθίσταται στις Κάτω χώρες, που θεωρεί πιο ευνοϊκές τις συνθήκες για την ανάπτυξη του έργου του από τη Γαλλία, καθώς η εκκλησία θεωρεί τις ιδέες του επικίνδυνες.

Ο καρτεσιανισμός είναι μια φιλοσοφία μεγάλης λογικής ακρίβειας. Σύμφωνα με τη σκέψη του: Η επιστήμη «μοιάζει με δέντρο» (Φιλοσοφίας αρχαί, 1644), η μεταφυσική αποτελεί τις ρίζες του δέντρου (Μεταφυσικοί διαλογισμοί, 1641), δεδομένου ότι, προϋπόθεση της ανθρώπινης γνώσης στο σύνολό της είναι ο Θεός: Ο Θεός, που έχει δημιουργήσει όλες τις αλήθειες, είναι αυτός που τις αποκαλύπτει στον άνθρωπο. Η φυσική, που ερευνά τις αρχές στις οποίες υπακούει το σύμπαν, αποτελεί τον κορμό του δέντρου. Οι δε κλάδοι του δεν είναι παρά οι υπόλοιπες επιστήμες που συνάγονται από τους νόμους της φυσικής. Η ηθική (Περί μεθόδου λόγος, 1637 – Παρορμήσεις της ψυχής, 1649), είναι το επιστέγασμα του συστήματος.

Την ουσία της αυστηρής μεθόδου του (Περί μεθόδου λόγος), αποτελεί η αναίρεση κάθε βεβαιότητας, μέσω της μεθοδικής αμφιβολίας που θέτει την ύπαρξη ενός στοχασμού: από τη στιγμή που αμφισβητείς σκέπτεσαι. Και αν σκέπτεσαι θα πει πως υπάρχεις. Συμπέρασμα του όλου συλλογισμού είναι το περίφημο εκείνο «Σκέπτομαι άρα υπάρχω», το οποίο οδηγεί στην αποδοχή της πραγματικότητας της λογικής.

Η διαδικασία που θεωρεί κατάλληλη για την προσέγγιση των δεδομένων. Κατ’ αρχάς, είτε φθάνουμε στην αλήθεια με τη διαίσθηση, είτε με την συναγωγική συλλογιστική, γι’ αυτήν την ίδια την αλήθεια εγγυάται το φως του θεού που την φωτίζει. Από κει κι έπειτα, η λογική, πρέπει να επιστρατεύσει την αναλυτική μέθοδο, που σημαίνει να αναγάγει τα σύνθετα φαινόμενα στα πλέον στοιχειώδη συστατικά τους. Ακολουθεί η σύνθεση, δηλαδή η φάση ανασύστασης των πολύπλοκων συνόλων από στοιχεία μεμονωμένα. Και τέλος, σειρά έχει η επαλήθευση, με αποστολή να εντοπίσει ενδεχόμενα λάθη ή αβλεψίες.

Πολλοί Ευρωπαίοι φιλόσοφοι του 17ου αιώνα επηρεάζονται από τον Ντεκάρτ. Μερικοί απλώς διαδίδουν τον καρτεσιανισμό στη χώρα τους, όπως ο Μαγυάρος Γιάνος Ώπατσωι Τσερέ (1625-1659), συγγραφέας της Ουγγρικής εγκυκλοπαίδειας. Άλλοι παραμένοντας στο πνεύμα της καρτεσιανής φιλοσοφίας, την εμπλουτίζουν με πρωτότυπες ιδέες. Όπως ο Σπινόζα (1632-1677), που θεωρεί ότι ο Θεός είναι προικισμένος με άπειρες ιδιότητες, και ως εκ τούτου περιλαμβάνει εντός του το σύμπαν της Δημιουργίας. Οπότε, καλό είναι να αποφεύγουμε να αποδίδουμε στο Δημιουργό μια συμπεριφορά ανθρώπινη, και ιδιαίτερα να σκεπτόμαστε ότι η διαμόρφωση και η οργάνωση που επέβαλε στον κόσμο έχουν συγκεκριμένους στόχους. Ο Σπινόζα αποφαίνεται ότι πρέπει να πάψουμε να αναζητάμε, γενικά και αόριστα, τις αιτίες των αιτιών των αιτιών που πέφτουν στην αντίληψή μας, αλλά να βρούμε την αλήθεια κατ’ ευθείαν από τον Θεό. Εξάλλου, ο Γερμανός Λάιμπνιτς θα συμβάλει επίσης στην ανάπτυξη του καρτεσιανού στοχασμού. Σε έργα που συνέταξε στα γαλλικά, αναλογίζεται τον κόσμο ως αντανάκλαση της ύπαρξης του μεγάλου ρυθμιστή Θεού, που η ενότητα του σύμπαντος πραγματώνεται υπό την αιγίδα του.

Παράλληλα με τον καρτεσιανισμό, τον 17ο αιώνα εμφανίζεται και αναπτύσσεται στην Ευρώπη μια σκέψη που εστιάζει στην ανάλυση των συγκεκριμένων γεγονότων, αρνούμενη την αφηρημένη αναζήτηση του όντος. Η επιστήμη αποβάλλει σιγά σιγά την εξάρτησή της από τη μεταφυσική και τη θρησκεία˙ δε διαρρηγνύει ωστόσο τους δεσμούς της με τη φιλοσοφία, αλλά συνάπτει μαζί της νέου είδους σκέψεις. Ο προβληματισμός της γύρω από τους νόμους που οδηγούν το σύμπαν την οδηγεί να εκφράσει μια κάποια φιλοσοφική αντίληψη, αλλά οι νόμοι αυτοί καθαυτοί προσδιορίζονται με τρόπο επιστημονικό και, μέχρις ενός σημείου, αυτόνομο, δηλαδή στο περιθώριο της όποιας κοσμοθεωρίας. Η εκκοσμίκκευση της επιστήμης συνοδεύεται και από μια τάση για εκλαΐκευση. (….) Η εγκατάλειψη της λατινικής για χάρη των εθνικών γλωσσών, η χρήση πολλών και απτών παραδειγμάτων, παρομοιώσεων και εικόνων αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα των συγκραμάτων του 17ου αιώνα, και απόδειξη των συγγραφέων τους για απόδραση από το στενό κύκλο της λογιοσύνης.

Η ροπή αυτή προς την αντικειμενικότητα ευνοεί την ανάπτυξη των πειραματικών επιστημών που στόχο έχουν την αντικειμενική εξερεύνηση του κόσμου. Ο Bacon στην Αγγλία, ο Γαλιλαίος και Τοριτσέλι στην Ιταλία, ο Καρτέσιος και ο Pascal στη Γαλλία, ο Χουίγκενς στις κάτω χώρες, καθορίζουν μεθοδολογικούς κανόνες ανάλυσης, σύνθεσης και επαλήθευσης. Γύρω από τις πειραματικές επιστήμες δημιουργείται μια ολόκληρη γραμματεία η οποία γνωρίζει στην Ιταλία κυρίως, εξαιρετική άνθηση. Μπορούμε να θεωρήσουμε ότι το δρόμο ανοίγει ο Γαλιλαίος (1564-1642), με τις παρατηρήσεις του γύρω από τη Σελήνη και την ανακάλυψη των τεσσάρων δορυφόρων του Δία. Η καταδίκη του από την εκκλησία τον αναγκάζει να αλλάξει τακτική: εγκαταλείπει την εικόνα του μάγου και σοφού της Αναγέννησης και υιοθετεί τη στάση του «μοντέρνου» επιστήμονα, που ενημερώνει την ακαδημαϊκή κοινότητα αλλά και τον κοινό αναγνώστη, τόσο σχετικά με τα συμπεράσματά του, όσο και με τη μεθοδολογία που τον οδήγησε σ’ αυτά.

Στην Αγγλία, ο Francis Bacon (1561-1625), στα: Όργανο Νέον (1620) και Μεγάλη εγκαθίδρυσις (1623), θεμελιώνει μια εμπειρική γνωσιολογία. Μόνον η εμπειρία μπορεί να μας αποκαλύψει την πραγματικότητα του κόσμου. Η άσκηση του αισθητήριου οργάνου παίζει λοιπόν καθοριστικό ρόλο στην κατανόηση της πολυσύνθετης δομής του σύμπαντος. Με αφετηρία και μόνο την πρώτη αυτή αντίληψη λειτουργεί ο στοχασμός, θέτοντας μια τάξη σε όλη την ποικιλία και ανασυνθέτοντας τα δεδομένα που συνήγαγε με την παρατήρηση και την ανάλυση.

 ΑΚΑΝΟΝΙΣΤΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΠΡΙΣΜΑ

Την εποχή που εξετάζουμε, διακρίνονται συνήθως, τρεις φάσεις που διαδέχονται η μία την άλλη αλλά και συνυπάρχουν:

α) από το 1550 έως τις αρχές του 17ου αιώνα: συνεχίζονται τα φαινόμενα Αναγέννησης σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες

β) από τα τέλη του 16ου έως τα τέλη του 17ου αιώνα τουλάχιστον: η πλέον άναρχη περίοδος, με την εμφάνιση και την εξάπλωση του ύφους «μπαρόκ»

γ) από τα μέσα του 17ου: μερική επικράτηση, στη Γαλλία κυρίως (αλλά και άσκηση γενικότερης επίδρασης), μιας ορισμένης μορφής της γενικότερης τάσης την οποία στην ιστορία των ευρωπαϊκών γραμμάτων, ονομάζουμε «κλασικισμό»

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΜΠΑΡΟΚ

Ο όρος ξεκίνησε από την αρχιτεκτονική και τις εικαστικές τέχνες, επεκτάθηκε στη λογοτεχνία παίρνοντας ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Για πολλούς μελετητές το μπαρόκ είναι συνδεδεμένο του με την αντίδραση του καθολικισμού στη διαμαρτυρόμενη Μεταρρύθμιση

Το ύφος μπαρόκ χαρακτηρίζεται γενικά, από στοιχεία όπως:

Επιβλητική εικονιστική φαντασία, με συστηματική χρήση μορφών θρησκευτικής και μυθολογικής μεγαλοπρέπειας.

Έμφαση στη διαρκή ροή κίνησης των ανθρώπων αλλά και των φυσικών πραγμάτων

Πλούτο και ποικιλία διακόσμησης, η οποία, με την υπερβολή συχνά οδηγεί στην εκζήτηση

Στη λογοτεχνία, τα παραπάνω χαρακτηριστικά παίρνουν ειδικότερη μορφή:

Προσήλωση σε μια ατμόσφαιρα υποβλητικού μυστηρίου, με χρήση πολλών στοιχείων θεατρικότητας.

Έμφαση στο παράδοξο, σε απότομες μεταβολές στάσεων ή νοοτροπιών, σε καταστάσεις ανισορροπίας και έντασης

Εναλλαγές ύφους και συνδυασμοί διαφορετικών τόνων μέσα στο ίδιο έργο, και, κυρίως, σύζευξη του τραγικού και κωμικού στοιχείου

Επίμονη χρήση εντυπωσιακών ή εκκεντρικών σχημάτων λόγου και λογοπαιγνίων.

Έντονη είναι η αναζήτηση νέων σχημάτων λόγου που αναδεικνύουν τη δύναμη της λογοτεχνικής αναπαράστασης και το παιχνίδι συνεχών συγκρουόμενων φαινομένων και ψευδαισθήσεων.

ΚΛΑΣΙΚΙΣΜΟΣ

Ο όρος διατηρεί μια έντονη αξιολογική χροιά και σημαίνει, κατά βάση, έργο «πρώτης τάξεως», δηλαδή αναγνωρισμένο ή καθιερωμένο σαν πρότυπο διαχρονικό ή διιστορικό• κατ’ επέκταση, ένα έργο παλαιότερο, που πρέπει να γίνεται αντικείμενο συστηματικής μελέτης . Κλασικισμό μπορούμε να αποκαλέσουμε κάθε θεώρηση της λογοτεχνίας η οποία αξιώνει τη διάκριση ορισμένων κλασικών έργων και υπερασπίζεται την κανονιστική θέση και λειτουργία τους.

 

Την συγκεκριμένη εποχή, η κριτική της λογοτεχνίας, και μάλιστα της τρέχουσας λογοτεχνικής παραγωγής, γίνεται βαθμιαία, τομέας ενασχόλησης πολλών λόγιων αλλά και λογοτεχνών στη δυτική Ευρώπη. Κυρίαρχο χαρακτηριστικό της είναι οι κλασικιστικές τάσεις• και κλασικά θεωρούνται τα έργα της παλαιάς ελληνικής και λατινικής γραμματείας, η οποία ονομάζεται πλέον «αρχαία».

Το ενδιαφέρον είναι πάντα επικεντρωμένο στον έμμετρο λόγο της ποίησης. Όμως παράλληλα με τη σταθερή προσήλωσή του στη ρητορική, ο λόγιος της εποχής αυτής στρέφεται και σε προβληματισμούς γενικότερης θεώρησης του λογοτεχνικού φαινομένου αλλά και της γλώσσας, δηλαδή στοιχεία που σήμερα αποκαλούμε «θεωρία της λογοτεχνίας».    

ΝΙΚΟΛΑ ΜΠΟΥΑΛΩ

ΝΙΚΟΛΑ ΜΠΟΥΑΛΩ

 

Ο κλασικισμός του 17ου αιώνα δεν προϋποθέτει μια αυστηρά ιστορική οπτική. Δεν υφίσταται θέμα ιστορικής εξέλιξης της λογοτεχνίας από την αρχαιότητα στους Νεότερους Χρόνους. Τα έργα της κλασικής γραμματείας θεωρείται ότι ακολουθούν σταθερούς κανόνες, οι οποίοι αντιστοιχούν σε γενικούς αναλλοίωτους νόμους της ανθρώπινης φύσης αλλά και κάθε ανθρώπινης γλώσσας.

Ο κλασικισμός αυτός βρίσκει τη χαρακτηριστικότερη έκφρασή του, τόσο σε επίπεδο κριτικής όσο και σε επίπεδο λογοτεχνικών έργων, στη Γαλλία του Λουδοβίκου ΧΙV. Κυριότερος αλλά και διαλακτικός εκφραστής του ο Μπουαλώ (Nicolas Boileau, 1636-1711) με το έργο του Ποιητική Τέχνη (Art Poètique, 1674).

Ο γαλλικός αυτός κλασικισμός είναι δεοντολογικός: αναλύει, επεξεργάζεται κανόνες που αφορούν συγκεκριμένα τη θεματική και το ύφος κάθε διαφορετικού είδους λογοτεχνικής γραφής, έτσι ώστε η νεότερη εθνική γλώσσα να γίνει αντάξια της ισχύος των κλασικών ελληνικών και λατινικών. Ξεχωρίζουν οι ακόλουθες αρχές:

Η διπλή επιδίωξη της ωφέλειας (ή της διαπαιδαγώγησης) και της αισθητικής απόλαυσης, παραμένει ακλόνητο αξίωμα.

Η λογοτεχνική γραφή πρέπει να μιμείται γενικότερα την αρμονία και τάξη, που θεωρείται ότι προσιδιάζει στην ανθρώπινη φύση.

Η λογοτεχνία μπορεί και πρέπει να κρίνεται με κριτήρια όμοια με εκείνα της γλυπτικής και της ζωγραφικής: πρόκειται για αναπαράσταση, η οποία οφείλει να είναι διαυγής, χαράζοντας με σαφήνεια και καθαρότητα τα περιγράμματα των εικόνων της.

Επιβάλλεται ο αυστηρός διαχωρισμός των λογοτεχνικών ειδών: κάθε διαφορετικό λογοτεχνικό είδος εκφράζει μια διαφορετική πλευρά της ανθρώπινης φύσης και οφείλει να μένει πιστό στο ύφος, τη θεματική και τους στιχουργικούς κανόνες που θεωρείται ότι αρμόζουν στην πλευρά αυτή.

Μια πρώτη μορφή αμφισβήτησης του κλασικισμού, περιορισμένη και δίχως σαφή έκφραση σε επίπεδο κριτικής ή θεωρίας της λογοτεχνίας, παρουσιάζεται ήδη στα τέλη του 17ου αιώνα. Πρόκειται για τη διαμάχη που έγινε γνωστή ως Διαμάχη Αρχαίων και Νεότερων, με δημόσια αντιπαράθεση κειμένων. Ξεκινάει από τη Γαλλία το 1688: ο Περρό (Charles Perrault, 1628-1703), ποιητής και συγγραφέας γνωστών παραμυθιών και μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας, ασκεί οξύτατη κριτική κατά της αξίας που αποδίδεται στους «αρχαίους».

Οι οπαδοί των «νεοτέρων» δέχονται, κατά βάση, την αντίληψη για την ανθρώπινη φύση που ασπάζεται ο κλασικισμός, αλλά θεωρούν ότι η νεότερη εποχή ανταποκρίνεται καλύτερα στις αξιώσεις και τις αξίες της: επιστημονικό πνεύμα, ορθολογισμός, καλλιεργημένο γούστο, θεωρούνται «στοιχεία προόδου», με βάση τα οποία οι «αρχαίοι» αποδεικνύονται ανεπαρκείς ή και πρωτόγονοι. Οι υποστηρικτές των «αρχαίων», μεταξύ των οποίων και ο Μπουαλώ, φαίνεται να κερδίζουν, τελικά, τη διαμάχη, αποδίδοντας στα κλασικά πρότυπα το ρόλο μιας κατευθυντήριας γραμμής σε επίπεδο γενικών αξιών, ανεξάρτητων από την υλικο-τεχνική και την αλλαγή συνηθειών ή προτιμήσεων.

Η «διαμάχη» αυτή εκδηλώνει, ουσιαστικά, τις πρώτες τάσεις και εντάσεις μιας νεότερης ιστορικής αλλά και θεωρητικής προσέγγισης της λογοτεχνίας, οι οποίες θα συνεχίσουν και θα επεκταθούν σε ευρύτερα ευρωπαϊκά πλαίσια κατά τον 18ο αιώνα.

Η ΕΥΡΩΠΗ ΤΗΣ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ

Κλασικισμός, ορθολογισμός και τεχνοτροπία μπαρόκ φαίνεται ότι έχουν στη δύση μια κοινή συνιστώσα: τη σημασία που προσδίδεται στην αναπαράσταση ως θεμελιώδη λειτουργία της ανθρώπινης νόησης και φαντασίας και μάλιστα στο πλήθος και στην ποικιλία των διαφορετικών τρόπων αναπαράστασης είτε από το λόγο είτε από τις εικαστικές τέχνες είτε από τη θεατρική υποκριτική.

Η αναπαράσταση αποτελεί μια ειδική μορφή της μίμησης. Είναι η μίμηση που λειτουργεί σαν μέσα από κάτοπτρο, αντανακλώντας την αισθητή πραγματικότητα ή άλλες αντανακλάσεις. Όπως και στα κάτοπτρα, έτσι κι εδώ, το παραγόμενο είδωλο στηρίζεται σε συγκεκριμένες σχέσεις αναλογίας με το αναπαριστώμενο πρότυπο. Όπως και στα κάτοπτρα, έτσι κι εδώ, οι σχέσεις αυτές μπορεί να προϋποθέτουν πιστή αναπαραγωγή αισθητών χαρακτηριστικών του προτύπου (μέγεθος, χρώμα κ.λ.π.) ή και συστηματική παραμόρφωσή τους.

Ο λόγιος, ο λογοτέχνης, ο καλλιτέχνης αλλά και ο επιστήμονας του 17ου αιώνα βλέπουν τον κόσμο γεμάτο αντανακλάσεις που διαρκώς αναπλάθουν, από ποικίλες γωνίες, στηριζόμενες σε προηγούμενες αντανακλάσεις. Και, ίσως η μεγαλύτερη ένταση της εποχής είναι εκείνη που αναπτύσσεται μεταξύ, αφενός, εκείνων που αποδέχονται και εντείνουν τον πλούτο των αναπαραστάσεων και, αφετέρου, εκείνων που μελετώντας τις διαφορές, επιδιώκουν να ελέγξουν την κατάσταση, αναδεικνύοντας τους νόμους που τη διέπουν, στηριζόμενοι σε οικουμενικά χαρακτηριστικά της ανθρώπινης φύσης, δηλαδή της ανθρώπινης νόησης και γλώσσας.

Αυτήν την εποχή, μέσα στο πλαίσιο των λογοτεχνιών δυτικών, κυρίως, εθνικών γλωσσών, αρχίζει να διακρίνεται, η λόγια λογοτεχνία όσο και η λεγόμενη «λαϊκή» – με χαρακτηριστικό εκπρόσωπο το τραγούδι αλλά και το αφήγημα διαφορετικών μορφών.

Ωστόσο, μόλις τον 19ο αιώνα, η λαϊκή λογοτεχνία θα γίνει αντικείμενο λόγιας προσοχής, περισσότερο ως έκφραση της ιστορικής παράδοσης ενός λαϊκού ή εθνικού πνεύματος και λιγότερο ως λογοτεχνία.

 ΟΙ ΕΘΝΙΚΕΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΕΣ:

Η Γερμανία και η Δανία, η μία εξαιτίας της διάλυσης της Άγιας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, η άλλη λόγω των αδιάκοπων πολέμων με τους ισχυρούς γείτονές της, τους Σουηδούς, αναζητούν την ταυτότητά τους μέσα από τη λαϊκή λογοτεχνία στη Γερμανία και δια μέσου της εθνικής ιστορίας στη Δανία. Το “Volksbuch” απολαμβάνει εξαιρετική φήμη τον 16ο αιώνα. Οι ρομαντικοί το θεώρησαν ως δημιούργημα του λαϊκού πνεύματος και σήμερα εμφανίζεται μάλλον σαν λογοτεχνικό έργο που προοδευτικά κέρδισε την εύνοια ενός λαϊκού κοινού. Συχνά πρόκειται για συλλογές κωμικών ανεκδότων, που σκοπό είχαν να γελοιοποιήσουν τα ελαττώματα μικρών γερμανικών πόλεων.

Η Ιστορία του Φάουστ που κυκλοφόρησε στη Φρανκφούρτη το 1587, γνωρίζει στους μεταγενέστερους λαμπρή επιτυχία. (…). Ασφαλώς ο ήρωας διακρίνεται από την αίσθηση της γνώσης που χαρακτηρίζει την Αναγέννηση, αλλά ακόμα ένας ολόκληρος κόσμος τον χωρίζει από το δημιούργημα του Γκαίτε, που θα τον κάνει σύμβολο του ανθρώπου, που αναζητά την αλήθεια και λαχταρά τη λύτρωση.

Ο σκοπός των έργων του Δανού Άντερς Σαίρενσεν Φεντέλ (1542-1616) ήταν η σταθεροποίηση της εθνικής συνείδησης της Δανίας και η οικοδόμηση πάνω σε στέρεες βάσεις μιας εθνικής λογοτεχνίας. Σ’ αυτόν οφείλεται, η μετάφραση, από τα λατινικά, του Gesta Danorum του Saxo Grammaticus, το 1575. Η μετάφραση αυτή ενισχύει το εθνικό αίσθημα των Δανών και προκαλεί τη γέννηση μιας λογοτεχνικής δανέζικης γλώσσας.

Η ΛΑΪΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

Μια Τρίτη επίδραση (οι άλλες Κοσμική & Λόγια) γίνεται αισθητή στην ευρωπαϊκή λογοτεχνία: η επίδραση της λαϊκής παράδοσης, έκδηλη στο είδος του «άσματος», το οποίο καλλιεργούν συχνά οι ποιητές της εποχής: στην Γαλλία, ο Μάλρεμπ δεν το περιφρονεί καθόλου, ενώ στις Κάτω Χώρες αξιόλογη επιτυχία σημειώνουν οι συλλογές τραγουδιών Adriean Poirters Ο κήπος των απολαύσεων της Φρισσίας (1621) του Γιαν Γιάνσζον Στάρτερ (περί τα1593-1626) και Το αηδόνι της Ζηλανδίας (1623) του Κατς. Σ’ αυτόν τον τομέα η ανώνυμη δημοτική ποίηση κατέχει μια πολύ σπουδαία θέση. Έτσι, οι Τσέχοι προβάλλουν μια διπλή ποιητική παράδοση: Αφενός το λαϊκό τραγούδι της υπαίθρου, που μιλά για ατομικά και οικογενειακά δράματα, και τη διαμαρτυρία του αγρότη απέναντι στο φεουδαρχικό θεσμό της αγγαρείας και στη στρατιωτική θητεία˙ αφετέρου μια αστική ποίηση με θέματα κυρίως σατιρικά και ερωτικά.

Η άνοδος του εμβλήματος, που «παντρεύει» μια συμβολική εικόνα με κάποιο γνωμικό, εγγράφεται επίσης στη σειρά της λαϊκής τέχνης. Το συγκέρασμα ζωγραφικής, χαρακτικής και λογοτεχνίας είναι πολύ εντυπωσιακό στα ολλανδικά γράμματα.. Στις νότιες Κάτω Χώρες, ο Άντριεν Πόιρτερς (1605-1674) θεωρείται κορυφαίος εκπρόσωπος αυτής της τάσης. Μέλος του τάγματος των Ιησουιτών, άφησε βιβλία με θρησκευτικά εμβλήματα, γραμμένα με λαϊκή τεχνοτροπία και εμποτισμένα από το πνεύμα της αντιμεταρρύθμισης(….). Τα κείμενα που συνοδεύουν εικόνες, γραμμένα σε στίχους ή σε πεζό λόγο, παρουσιάζουν μεγάλη ποικιλία χρησιμοποιώντας εναλλακτικά τόνους κωμικούς και σοβαρούς, δακρύβρεχτους και θριαμβευτικούς, δηκτικούς και επιδεικτικούς. Η πρώτη συλλογή του Adriean Poirters, Ματαιότης του κόσμου, κυκλοφόρησε στην Αμβέρσα το 1645. Για την 3η έκδοση το 1646, ο συγγραφέας το ανασκεύασε εκ βάθρων και το δημοσίευσε με τον καινούργιο τίτλο Αφαιρώντας το προσωπείο του κόσμου. Το δημοφιλέστερο αυτό έργο του Adriean Poirters παίρνει την τελική του μορφή με την 7η έκδοση του 1650, αλλά και μεταγενέστερα γνώρισε πάνω από 20 επανεκδόσεις, ως το τέλος του 19ου αιώνα.

Η διαχρονικότητα της φάρσας, θεατρικού είδους που χαρακτηρίζεται από το «χοντρό χιούμορ», αλλά και η διαμόρφωση και επικράτηση του ρεαλιστικού μυθιστορήματος είναι φαινόμενα που ανάγονται επίσης στη λαϊκή παράδοση. Το παραμύθι γνωρίζει μεγάλη επιτυχία στη Γαλλία, την Ιταλία αλλά και την Τσεχία.

Η άνθηση του εμπορίου και των πόλεων ευνοεί εξάλλου, σε όλη την Ευρώπη, μια πολιτισμική ζωή στο περιθώριο των κέντρων εξουσίας. Στις σκανδιναβικές χώρες λ.χ. πολλές πολιτισμικές δραστηριότητες προωθούνται από τις συντεχνίες. (….) Επίσης παρωδείται η συμπεριφορά της άρχουσας τάξης και προβάλλεται μια εικόνα του κόσμου «από την ανάποδη», που κρατά από τις καρναβαλικές παραδόσεις του Μεσαίωνα.

ΣΥΝΟΨΗ 

(1550-1700)

Πρώτες εκφάνσεις του νεότερου ορθολογικού πνεύματος, που βρίσκει στηρίγματα σε θεσμούς παιδείας και λογιοσύνης.

Παγίωση και επιβολή εθνικών γλωσσών, οι οποίες καλλιεργούν συστηματικά την ομοιογενή νεότερη μορφή τους, περιορίζοντας τα λατινικά σε ορισμένα μόνο πεδία λογιοσύνης ή είδη γραμματείας.

Κοινός πολιτισμικός παρονομαστής, που διακρίνει την εποχή ως μεταβατική μεταξύ Μεσαίωνα και νεωτερικότητας, η σημασία που αποδίδεται στην αναπαράσταση ως λειτουργία της ανθρώπινης νοημοσύνης αλλά και συστατικό στοιχείο της ανθρώπινης πραγματικότητας.

Λογοτεχνική παραγωγή: τάση μπαρόκ με έμφαση στο παιχνίδι των αναπαραστάσεων και στην εικονιστική φαντασία γενικότερα.

Λογοτεχνική κριτική: τέλη του 17ου αιώνα, επιβάλλεται ο γαλλικός κλασικισμός.

 ΔΟΚΙΜΙΑ

ΜΟΝΤΑΙΝ ΚΑΙ ΔΟΚΙΜΙΑΚΗ ΓΡΑΦΗ    

ΜΟΝΤΑΙΝ

ΜΟΝΤΑΙΝ

Ο Μονταίν (1533-1592),αριστοκρατικής καταγωγής από το γαλλικό Μπορντώ, αποσύρθηκε σε ηλικία 40 ετών στον πύργο του και άρχισε να συγγράφει, να διορθώνει και να συμπληρώνει κείμενα μικρής σχετικά έκτασης. Το 1580 δημοσιεύτηκαν τα 2 πρώτα βιβλία του, με ένα σύνολο 94 κεφαλαίων. Το 1588 δημοσιεύτηκε το 3ο βιβλίο, με 13 κεφάλαια, συνοδευόμενο με συμπληρωμένη μορφή των πρώτων. Τα θέματά του είναι εξαιρετικά ποικίλα: ζωή & θάνατος, δόξα & μετριοφροσύνη, κανίβαλοι & αρχαίοι συγγραφείς, υποκρισία & ειλικρίνεια, συνείδηση & οκνηρία, φιλία & διαπαιδαγώγηση, διατροφή & πόνος, καθημερινή εμπειρία & αναγνώσεις. Ο τίτλος Essais με τον οποίο δημοσιεύτηκαν τα κείμενά του σημαίνει δοκιμές – δοκιμές γραφής που δοκιμάζει την ανθρώπινη εμπειρία και δοκιμάζεται μαζί της. Το 1598, ο Φράνσις Μπαίηκον δίνει την ονομασία δοκίμιο, που θα προσλάβει τη νεότερη σημασία ενός πεζογραφικού είδους, μεταξύ λογοτεχνίας και φιλοσοφίας.

Η κριτική έχει συχνά επιμείνει σε ορισμένες αρχές ή πεποιθήσεις οι οποίες στην ιστορία των ιδεών έφτασαν να ταυτίζονται με το όνομα του Μονταίνου: αστείρευτη περιέργεια απέναντι σε καθετί ανθρώπινο, «υποκειμενική» προσέγγιση με βάση την ανθρώπινη εμπειρία, αντίθεση σε κάθε είδους δογματισμό ή μισαλλοδοξία, ίσως, μάλιστα και σε κάθε τάση αναγωγής των ανθρώπινων πραγμάτων σε θεωρητικές ή μεταφυσικές αρχές ή βεβαιότητες, άρνηση ακόμα και του ενδεχόμενου γενικού κύρους μιας οποιασδήποτε γενικής «μεθόδου» στοχασμού ή γραφής. Με λίγα λόγια σκεπτικισμός.

Έχει συχνά συναρτηθεί ο Μονταίν με το νέο πρότυπο του καλλιεργημένου honnête homme που έρχεται, τον 17ο αιώνα, να υποκαταστήσει εκείνο του ουμανιστή λόγιου.

ΓΡΑΦΗ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΣ ΕΑΥΤΟΣ

Στα δοκίμια του Μονταίν η γραφή δοκιμάζεται σ’ ένα εγχείρημα, που προσδιορίζει σε μεγάλο βαθμό το ύφος και την τεχνική της: καταγραφή της εμπειρίας ενός συγκεκριμένου ανθρώπου, καθώς εκτίθεται στη συνεχή ροή του χρόνου και γνωρίζει ποικίλες καταστάσεις, σχέσεις ή δραστηριότητες, συμπεριλαμβανομένης και της ανάγνωσης.

Η γραφή γίνεται συνεχής έλεγχος του σωστού και του λάθους, της αλήθειας και της πλάνης, σε τόνο συνομιλίας με τον αναγνώστη (…) επειδή θεωρεί ότι η γραφή, όπως και η ζωή του κάθε συγκεκριμένου ανθρώπου, δεν μπορεί να είναι οτιδήποτε περισσότερο ή λιγότερο από μια τέτοια διαρκή δοκιμή.

Ο Μονταίν είναι, ίσως, ο πρώτος που με τόση επιμονή και σαφήνεια παρουσιάζει το δυτικό άνθρωπο συναρτώμενο σε μια συνεχή δοκιμασία γραφής.

Την ανάγνωση μπορούμε να τη διαβάσουμε σε 2 κατευθύνσεις:

1η τα βιβλία είναι φτιαγμένα από τον ανθρώπινο εαυτό που εκφράζεται με εντιμότητα μέσα απ’ αυτά.

2η Ο ανθρώπινος εαυτός ορίζεται στο πεδίο της γραφής, μιας γραφής κατ’ ανάγκη δοκιμιακής. Με αυτή την έννοια, ο Μονταίν δεν είναι εκπρόσωπος ή πρόδρομος κανενός ρεύματος ιδεών: Το κείμενο αφορά όχι τόσο την έκφραση συγκεκριμένων ιδεών, όσο τη σχέση κάθε ιδέας με τη νεότερη πρακτική της γραφής.

 ΜΟΝΤΑΙΝΙΟΣ (MONTAIGNE, 1533-1592)

Τα Δοκίμιά του ξαναδιαβασμένα, ξαναγραμμένα, με προσθήκες, είναι ο καρπός ενός κριτικού πνεύματος, που αναζητά μια μέθοδο σκέψης μη δογματικής και θεμελιωμένης πάνω στην ελευθερία.

Ο Μονταίνιος «περνάει τα πάντα από το κόσκινο» της άγρυπνης κρίσης του (…) όλα τραβούν την προσοχή του και του δίνουν υλικό για προβληματισμό.

Η ικανότητα του Μονταίνιου ν’ αγκαλιάζει όλο τον κόσμο σ’ όλη του την ποικιλία δεν πηγάζει μόνο από την ποικιλία μερικών ταξιδιών του (…), ούτε από τα προσωπικά του βιώματα, αλλά από τον πλούτο των αναγνωσμάτων του. Ο Σενέκας ή ο Κοπέρνικός, ο Όμηρος ή ο Αριόστο, όλοι είναι γι’ αυτόν πηγή πλούτου˙ (….). Η σκέψη του εξελίσσεται όσο πληθαίνουν τα αναγνώσματά του.

Στους κόλπους αυτής της πληθώρας σκέψεων, ανεκδότων και παραθεμάτων που αντανακλούν την πολυπλοκότητα του κόσμου, κυριαρχεί μία και μοναδική έμμονη ερώτηση: τι είναι ο άνθρωπος.

Ο Μονταίνιος μάς προτρέπει να ανακαλύψουμε τον άνθρωπο μέσα σε κάθε άτομο. «Θεωρώ όλους τους ανθρώπους συμπατριώτες μου και αγκαλιάζω έναν Πολωνό όπως ένα Γάλλο».

 

Η γνώση μας για τον κόσμο δεν πηγάζει από καμιά εκ των προτέρων διδαχή, αλλά στηρίζεται στην προσωπική εμπειρία, ως μόνη εγγύηση βεβαιότητας.

Την ηθική τελειότητα ο Μονταίνιος την αντικαθιστά με την ηθική του μέσου ανθρώπου, που προαναγγέλλει τον honnête home (το ιδεώδες της εκκοσμικευμένης ηθικής κατά τον 17ο αιώνα: ο honnête home ήταν ένας άνθρωπος τίμιος και ευπρεπής τόσο στο πνεύμα, όσο και στους τρόπους) του επόμενου αιώνα, η εμπειρία και η σοφία του οποίου αξίζουν όσο ενός Κάτωνα ή ενός Πλάτωνα.

Ο Μονταίνιος αντιδρά συχνά σε γνώμες κοινώς αποδεκτές από τους συγχρόνους του. Έτσι, στον αιώνα των βίαιων προσηλυτισμών και της θρησκευτικής μισαλλοδοξίας, ο Μονταίνιος καταδικάζει τη χρήση βασανιστηρίων.

Με τις πολλές και τόσο χαρακτηριστικές προσθήκες των Δοκιμίων, η αισθητική συναντά την ηθική˙ η αλήθεια, κυρίαρχο και σταθερό μέλημα του Μονταίνιου, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως κατακτημένη παρά μόνο στη στιγμή και στο χώρο όπου γράφεται. Δεν υπάρχει αιώνια αλήθεια, υπάρχουν μόνο αλήθειες του εδώ και του τώρα.

Η εικόνα του Μονταίνιου που έχει επιβληθεί στον 20ο αιώνα δείχνει ένα πνεύμα ελεύθερο που μόνη του φροντίδα είναι η αποφυγή του δογματισμού.

ΠΟΙΗΣΗ

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ

Στίχοι και μέτρο συχνά αλλά όχι πάντα με ομοιοκαταληξία έχουν αρχίσει, την εποχή αυτή, να περιορίζονται αισθητά στη συγγραφή κειμένων που σήμερα, αναγνωρίζουμε αναγνωρίζουμε ως καθαρά λογοτεχνικά, διακρίνοντάς τα από φιλοσοφίας, κριτικής ή διαπαιδαγώγησης και επιμόρφωσης.

Η λυρική ποίηση έχει αρχίσει να αποκτά κύρος και προβολή ισάξια με εκείνη της επικής, αλλά και να χειρίζεται τον ποιητικό λόγο και τα ρητορικά σχήματα με τρόπο που απομακρύνεται αισθητά τόσο από την αφηγηματική ποίηση, όσο και από την αναγεννησιακή και, μάλιστα, την πετραρχική παράδοση.

Εξάλλου, η χρήση της λατινικής γλώσσας στην ποίηση, αρχίζει να σπανίζει.

ΔΙΑΧΥΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ

ΓΕΝΙΚΗ ΕΙΚΟΝΑ

Γενικό χαρακτηριστικό αυτής της επικής ποίησης, είναι η συνεχιζόμενη και εντεινόμενη σύζευξη θεμάτων της σχετικά πρόσφατης εκκλησιαστικής ή πολιτικής ιστορίας, με στοιχεία της κλασικής μυθολογίας αλλά και με θέμα τον έρωτα. Τα όρια του έπους και απλής αφήγησης καθίστανται πλέον ασαφή.

ΤΟΡΚΟΥΑΤΟ ΤΑΣΣΟ

ΤΟΡΚΟΥΑΤΟ ΤΑΣΣΟ

Άξιο αναφοράς από πλευράς απήχησης αλλά και ιστορίας της λογοτεχνίας, είναι το όνομα του Ναπολιτάνου ποιητή Τορκουάτο Τάσσο (Torquato Tasso 1544-1595). Η φήμη του συνδυάστηκε με μεγάλη ψυχολογική και πνευματική αστάθεια. Μέρος της ζωής του το πέρασε σε νοσοκομείο όπου έγραψε πεζογραφικές επιστολές και διαλόγους. Κυριότερο έργο του είναι το Απελευθερωμένη Ιερουσαλήμ. Σ’ αυτό συνυπάρχουν στοιχεία μύθου και ερωτικού λυρισμού, που δένονται με το επικό θέμα του θρησκευτικού πολέμου. Οι κριτικοί το θεωρούν όψιμο έργο της ιταλικής Αναγέννησης αλλά και πρώτο δείγμα τάσεων μπαρόκ

A. Β’ μισό του 16ου αιώνα, νεότερη επική έκφραση αποκτούν κι άλλες δυτικοευρωπαϊκές γλώσσες:

Πορτογαλία: Κορυφαίος εκπρόσωπος είναι ο Καμόενς (Luis de Camoens, 1524-1580), με το έργο του αναπτύσσει τη πορτογαλική γλώσσα και ανανεώνει την επική ποίηση.

Δανία: Η μετάφραση του νεοπλατωνικού μεσαιωνικού ιστοριογραφήματος, Gesta Danovum (από τον Anders Sorensen Vedel, 1542-1626) θα λειτουργήσει ως υπόδειγμα για τη νεότερη δανική γλώσσα.

Γερμανία: Ο Ολλανδός Βαν ντερ Νουτ (Jan Van der Noot, 1539-1600), στο έργο του Das Buch Extasis (Το βιβλίο της Έκστασης), ο ίδιος ο ποιητής γίνεται ήρωας μιας επικής νίκης εναντίον του κακού και κερδίζει την αγαπημένη του, σε μια σύνθεση εμπνευσμένη από την κλασική μυθολογία.

Αγγλία: Ο Σπένσερ (Edmunt Spenser, 1522-1599), με το ημιτελές έργο του Faeric Queen (Η βασίλισσα των στοιχειών ή των νεράιδων)- αφιερωμένο στη βασίλισσα Ελισάβετ, δίνει την αγγλική εκδοχή της επικής ποίησης.

Β. Τον 17ο αιώνα, η επική ποίηση έχει υποχωρήσει αισθητά στις χώρες της

Δυτικής Ευρώπης.

Σουηδία και Δανία: επιβιώνουν δείγματα τεχνητής εξεζητημένης χρήσης επικών θεμάτων ή συμβόλων

Ολλανδία: Βοντέλ (Joost Van den Vondel, 1587-1679), η κλασικιστική βιβλική εποποιία, θεωρείται τμήμα σημαντικού ποιητικού έργου, έκφρασης μιας «χρυσής εποχής» πολιτιστικής άνθησης.

Ραγκούζα (πόλη κράτος): Χαρακτηριστικό δείγμα θρησκευτικής εποποιίας, της πόλης που είχε παραμείνει εκτός της οθωμανικής κατάκτησης. Ο Κροάτης Γκούντουλιτς (Ivan Gundulic, 1589-1638) εκφραστής του αναγεννησιακού πνεύματος στη Ραγκούζα και με το επικό ποίημα: Οσμάν.

Το επικό είδος καλλιεργείται εντατικά σε εθνικές γλώσσες, στις κυριαρχούμενες χώρες της Κεντρικής και Ν.Α Ευρώπης.

Σλοβακία: Επική έκφραση της εθνικής της ιστορίας με το ποίημα Δάκρυα Αναστεναγμοί κι ευχές της Σλοβάκικης φυλής.

Σερβοκροάτικη, ουγγρική, πολωνική γλώσσα: δίνουν επικά έργα με θέματα εμπνευσμένα από τους πολέμους εναντίον των Οθωμανών και την υπεράσπιση μιας αδιαχώριστα εθνικής και θρησκευτικής ταυτότητας.

Κρητική Αναγέννηση: Με τον Βιτσέντζο Κορνάρο και το έργο του Ερωτόκριτος, σηματοδοτείται η κορύφωση της «Κρητικής  

ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ-Β. ΚΟΡΝΑΡΟΣ

ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ-Β. ΚΟΡΝΑΡΟΣ

Αναγέννησης». Το έργο βρίσκεται πλησιέστερα σε μεσαιωνικά αλλά και τα ιταλικά αναγεννησιακά πρότυπα ιπποτικής μυθιστορίας, παρά της επικής ποίησης. 10.000 στίχοι δεκαπεντασύλλαβοι στίχοι σε δημώδη ελληνικά, με θέμα τον έρωτα, σε μια Αθήνα απροσδιόριστη ιστορικά. Παράλληλα, ανθεί στην Κρήτη, η θρησκευτική και βουκολική αφηγηματική ποίηση, ενίοτε σε δραματοποιημένη μορφή και πάντα σε δημώδη γλώσσα.

Η ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΕΚΡΗΞΗ

Χαρακτηριστικό γνώρισμα της ευρωπαϊκής ποίησης, όπως άλλωστε και του θεάτρου, είναι η ποικιλία της. (….), η ποιητική γραφή είναι ανομοιογενής στο σύνολό της. Ενώ σε ορισμένες περιοχές, όπως η Γαλλία ή η Κρήτη, περνά κρίση, βρίσκεται αντιθέτως σε οργασμό στην Αγγλία ή στις Κάτω Χώρες…

Η μεσαιωνική παράδοση της επικής ποίησης συνεχίζεται σε ορισμένες ζώνες της Ευρώπης• παραμένει ιδιαίτερα ζωντανή στο Βορρά, αλλά και στις ανατολικές και νοτιοανατολικές περιοχές της ηπείρου μας, όπου συμμετέχει στη διαμόρφωση μιας εθνικής ταυτότητας, σε υπό σύστασιν ή απειλούμενες χώρες.

Σ’ αυτήν την προοπτική εντάσσεται το ποίημα Οσμάν (1826) του Κροάτη Ιβάν Γκουντούλιτς (1589-1638), περίτεχνο φρέσκο στο ύφος του μπαρόκ, το οποίο εξαίρει τον αγώνα της χριστιανοσύνης εναντίον των δυνάμεων του κακού με επικεφαλής τον Σουλτάνο Οσμάν τον Β’ και με συνεπίκουρο τον ίδιο τον Εωσφόρο.

Στην ίδια σειρά ιδεών, ο Ούγγρος Μίκλος Ζρίνι (1620-1664), υμνεί την αυτοθυσία κάποιου προγόνου του στο έπος Η πολιορκία του Sziget (1645-1646), αποτρέποντας την άλωση της Βιέννης και την κατάκτηση της Δύσης από την Οθωμανική Αυτοκρατορία του Σουλεϊμάν. Ο ποιητής εμφανίζεται ως θερμός πατριώτης αλλά και εμποτισμένος με το πνεύμα του αναγεννησιακού ουμανισμού.

Ανάλογη σκοπιά, υπάρχει και στο σέρβικο και κροάτικο είδος “burgarštica”, όπου τραγουδιέται η αντίσταση κατά των Τούρκων και ενισχύεται το πατριωτικό φρόνημα.

2 μεγάλα πολωνικά ποιήματα αντανακλούν επίσης εθνικές ανησυχίες: 1ο, Ο πόλεμος του Chocim (1670) του Βατσλάβ Ποτότσκι (1621-1696), όπου δοξάζεται η νίκη του Πολωνού στρατηγού Χοντκιεβίτς επί των Οθωμανών (1621) και συνάμα ο ποιητής συνοδεύει την περιγραφή των γεγονότων με λυρικές παρεκβάσεις και σύγχρονα πολιτικά σχόλια. 2ο, Πολωνική ψαλμωδία (1695) του Βεσπάζιαν Κοχόφσκι (1633-1700) αποτελεί έναν κύκλο θρησκευτικών και πατριωτικών διαλογισμών και υμνεί το θρίαμβο των πολωνικών όπλων επί των Τούρκων.

Σε άλλη κλίμακα, ο εξόριστος Γιακομπέους (1591;-1645) εκδίδει στα λατινικά το έργο Δάκρυα, αναστεναγμοί και ευχές της σλοβάκικης φυλής (1642), μακροσκελές επικο-ελεγειακό ποίημα που δοξάζει το παρελθόν των Σλοβάκων.

Στην Κρήτη, ο Ερωτόκριτος του Βιτσέντζου Κορνάρου, περιλαμβάνει 10.000 στίχους σε 5 μέρη, πραγματεύεται τη σύγκρουση ανάμεσα στην αγάπη και τον ηρωισμό στην ψυχή του ήρωα, ο οποίος είναι ερωτευμένος με την Αρετούσα. Το έργο είναι βαθιά επηρεασμένο από τη μεσαιωνική επική παράδοση και μεταφέρει την επιθυμία για έναν νέο ελληνισμό.

Στη Σουηδία, το έπος Ηρακλής (1658), του Γκεόργκ Στήρχιελμ (1598-1672), χρησιμοποιεί μια εντελώς διαφορετική γραφή. Το εκτενές αυτό αλληγορικό ποίημα, γραμμένο σε πολύ αρχαΐζουσα γλώσσα και σε κλασική μετρική, διακρίνεται για την αποκλειστικά κοσμική έμπνευσή του.

Στην Δανία, ο Άντερς Αρέμπο, προσφεύγει σε βιβλικές πηγές για το ποίημά του Το Εξαήμερο. Το έργο επιχειρεί ένα είδος απογραφής του σύμπαντος κατά τη δημιουργία του. Αξιόλογη είναι η προσπάθεια εφαρμογής του τονικού συστήματος, όπου επικρατούν οι μετρικοί κυρίως κανόνες.

Εξαιρώντας το έργο του Milton, η επική ποίηση δεν εκπροσωπεί πλέον στη Δυτική Ευρώπη παρά ένα υπόλειμμα τεχνητό και αποκομμένο από τις ιστορικές και κοινωνιολογικές πραγματικότητες της εποχής.

ΛΑΓΟΥΤΟ ΜΟΥ, ΟΙ ΧΟΡΔΕΣ ΣΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΟΣΟ ΓΛΥΚΕΣ: Η ΠΟΙΗΣΗ

Η επίδραση του πετραρχισμού – ακόμη και στις γλωσσικές του υπερβολές – εξακολουθεί να είναι αισθητή στην Πορτογαλία (….). Πόσες πικρές σκέψεις για τις παγίδες και τα δεινά του κόσμου γεννούν η πανωλεθρία του Alcacer Quibir το 1578, η εθνική κρίση που επακολουθεί και απώλεια της ανεξαρτησίας το 1581! Πολλοί ποιητές στρέφονται πλέον σε ποιήματα θρησκευτικής έμπνευσης.

Ο ποιητής όμως που θα προκαλέσει ενθουσιασμό στην Πορτογαλία και θα της ξαναδώσει το αίσθημα της εθνικής της υπερηφάνειας είναι ο Λουίς ντε Καμόενς (1524-1580) με το επικό του έργο Οι Λουσιάδες.

Στην Αγγλία, στη Γερμανία και στις Νότιες περιοχές των Κάτω Χώρων, η Αναγέννηση εμφανίζεται χάρη στο έργο του Jan Van der Noot (Βαν ντερ Νουτ, , περ. 1539-περ.1600). Η προσήλωση του στον καλβινισμό υποχρεώνει τον Van der Noot να εγκαταλείψει την Αμβέρσα και να εγκατασταθεί στην Αγγλία. Στο Λονδίνο, όπως αργότερα στην Κολωνία, δημοσιεύει βιβλία που φέρνουν μια βαθιά ανανέωση. Ίσως, το πιο σημαντικό του έργο είναι το Das Buch Extasis (Το βιβλίο της έκστασης, 1576), επικό ποίημα με περισσότερους από 2.000 στόχους, που αποτελεί την πρώτη σημαντική δημιουργία σε γερμανική γλώσσα στα πλαίσια της Αναγέννησης. Η γαλλο-ολλανδική έκδοση περιλαμβάνει μόνο 1.044 στίχους• η γαλλική είναι αρχαιότερη της ολλανδικής παραλλαγής, που θεωρείται το αριστούργημα του Van der Noot. Το έπος αυτό υμνεί τη νίκη του ποιητή πάνω στη δύναμη της κόλασης, τη στέψη του και το γάμο του με την αγαπημένη του Ολυμπία, που ενσαρκώνει το καλό και το ωραίο. Το ποίημα στην ανάπτυξη του αποδεικνύεται σαφές και υψηλό, σταθερό και ζωντανό, μεγαλοπρεπές και ευχάριστο συγχρόνως.

Ο Van der Noot συνδυάζει τις αρχές και το ύφος της Πλειάδας, προσαρμόζοντάς τα στις ολλανδικές συνθήκες ζωής.

Περί το 1582 ο Sidney [Αρκαδία], συνθέτει το έργο Ο εραστής των άστρων και το Αστέρι (1591), σειρά 107 σονέτων που απευθύνεται από τον εραστή στην αγαπημένη του, η οποία κατά την παράδοση βρίσκεται μακριά. Τα αισθήματα του ερωτευμένου οδηγούν σε σκέψεις γύρω από το θάνατο και τη φυγή του χρόνου. Η συλλογή αποτελεί συγχρόνως μια ανθολογία, που θέτει σε εφαρμογή όλους τους τρόπους συγγραφής ενός ιπποτικού σονέτου.

Ο Spencer δημιουργεί ένα ποίημα που επιχειρεί μα δώσει τη σύνθεση της ελισαβετιανής εποχής., Η Βασίλισσα των στοιχειών, που από τους 12 τόμους μόνο οι πρώτοι 6 δημοσιεύτηκαν (1950-1956). (….). Κάθε τόμος του έργου είναι μια αλληγορία της αρετής: η Αγιότητα, η Εγκράτεια, η Αγνότητα, η Φιλία, η Δικαιοσύνη και η Ευγένεια. Μυθιστορηματική εποποιία η Βασίλισσα των Στοιχειών υμνεί τη βασίλισσα Γκλοριάνα – εννοείται η Ελισάβετ – ελέω Θεού ηγεμόνα ενός εκλεκτού λαού του Θεού, την οποία αναζητεί ο πρίγκιπας των αρετών Αρθούρος, που την είδε στο όνειρό του. (….).Με το έργο αυτό – αληθινό ποιητικό εργαστήριο -, ο ποιητής εγκαινιάζει τη στροφή των οχτώ δεκασύλλαβων με ένα επιπλέον δωδεκασύλλαβο στίχο.

Η ΦΙΜΩΜΕΝΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ [ΤΟΡΚΟΥΑΤΟ ΤΑΣΣΟ] 

Η ιταλική Αναγέννηση που έφθασε στο απόγειό της πριν το 1550, παρακμάζει μετά από αυτή τη χρονολογία• ο ιταλικός ατομικισμός ασφυκτιά κάτω από τους κανόνες της αριστοτελικής ποιητικής που ανακτά το κύρος της. Η ποιητική τέχνη του Οράτιου και η Ποιητική του Αριστοτέλη γίνονται αντικείμενο μελέτης και ακολουθούνται με ενθουσιασμό από τον Τάσσο, η Ποιητική Τέχνη (1565), αλλά και από άλλους.

Ωστόσο, το να αφηγείσαι τη χριστιανική εποποίια, παραμένοντας πιστός στους αριστοτελικούς κανόνες, αποδεικνύεται δύσκολη άσκηση. Από τα έργα λείπει ο αυθορμητισμός και η φρεσκάδα, τα πρόσωπα δε διαθέτουν εμβέλεια, ο ηρωισμός είναι ελάχιστα πειστικός. Υπάρχει ωστόσο μια εξαίρεση. Μια εξαίρεση αναστήματος: ο Τάσσο. O Torquato Tasso (Τάσσο, 1544-1595), που νέος ονειρεύεται ένα έπος για την κατάκτηση της Ιερουσαλήμ, αλλά το θέμα του φαίνεται υπερβολικά δυσχερές. Το εγκαταλείπει. (….) Παρά την επιτυχία του Aminta [Ποιμενικό δράμα με παράτολμη ηθική που απομακρύνεται από τις αυστηρές εντολές της Αντιμεταρρύθμισης], ο Τάσσο δεν παραιτείται από το σχέδιο που τρέφει μέσα του από πολλά χρόνια: στα 1575 τελειώνει τη σύνταξη του Απελευθερωμένη Ιερουσαλήμ• ιπποτικό θρησκευτικό έπος, αυτό το μεγάλο ποίημα των 20 ασμάτων, που τείνει να συμφιλιώσει το ιερό με το κοσμικό, αφηγείται την απελευθέρωση της Ιερουσαλήμ, που βρίσκονταν στα χέρια των Σαρακηνών, από τους σταυροφόρους, υπό τις διαταγές του Γοδεφρείδου ντε Μπουγιόν. Αν οι απόηχοι του Όμηρου, του Βιργίλιου, του Αριόστο είναι πολλοί, η γλυκύτητα της έκφρασης, η λεπτότητα των αισθημάτων ανήκουν αποκλειστικά στην τρυφερή και μελαγχολική ψυχοσύνθεση του Τάσσο.

ΚΑΜΟΕΝΣ ΚΑΙ ΜΙΛΤΟΝ: ΔΙΙΣΤΑΜΕΝΕΣ ΕΠΟΠΟΙΙΕΣ

Χαρακτηριστικό είναι πως η επική ποίηση ακολουθεί δύο πολύ διαφορετικές κατευθύνσεις: α) Από πλευράς κοινωνικής θέσης και λειτουργίας των συγγραφέων της, β) Από πλευράς θεματικής και ύφους των σχετικών έργων.

Καμόενς: Μετέχει σε μάχες και εξερευνητικές ή κατακτητικές περιπέτειες της ναυτικής Πορτογαλίας και δίνει το ποίημα Λουσιάδες (Os Lusiadas, 1572) λίγο πριν την υπαγωγή της Πορτογαλίας στο ισπανικό στέμα.

Η επική διάσταση μιας αντιπαράθεσης θεών και ανθρώπων, με αισθητό το οδυσσειακό πρότυπο, τοποθετεί τον άνθρωπο μέσα σε έναν εξερευνούμενο κόσμο. Ο λόγος της στρέφεται και σε στοιχεία της φύσης και γεωγραφίας, ανθρώπινων ηθών και πολιτισμών. Το λυρικό ή ερωτικό στοιχείο είναι έντονο. Ο Καμόενς αναγνωρίζεται κυρίως μετά το θάνατό του και το 19ο αιώνα η επιρροή του αποκτά πανευρωπαϊκή διάσταση.

Μίλτον: Ένα αιώνα αργότερα, υπερασπιζόμενος μαχητικά τις αντιμοναρχικές δυνάμεις, με πλούσιο και ποικίλο ποιητικό έργο, διεκδικεί και ίσως κατέχει τη θέση και το κύρος του επίσημου ποιητή του κοινοβουλευτικού αγγλικού κράτους αλλά και της αγγλικανικής θρησκευτικής παράδοσης. Ο Χαμένος Παράδεισος (Paradise Lost, 1667) πλησιάζει κάπως τη θέση που αργότερα θα αποδίδεται στους «εθνικούς ποιητές».

Στο ποίημα του Μίλτον θέμα της επικής ποίησης γίνεται η ιστορία της Πτώσης και των σχέσεων μεταξύ Θεού, Σατανά και Ανθρώπου και ο Δάντης φαίνεται να έχει υποκαταστήσει σε μεγάλο βαθμό τον Όμηρο. Ο θρησκευτικός συμβολισμός και η αλληγορία κυριαρχούν, ενώ το κείμενο είναι έμμεσα προσανατολισμένο σε ζητήματα ηθικής αλλά και πολιτικής υφής. Κεντρική μορφή αναδεικνύεται εκείνη ενός πολύ ανθρώπινου Σατανά: ενσάρκωση του κακού αλλά και του πνεύματος ανυπακοής, απέναντι σε ένα Θεό, που αδυνατεί να αναδειχτεί σε δύναμη αγάπης ή καλοσύνης. Ο Μίλτον στην εποχή του ενσάρκωσε το πρότυπο μιας νεότερης ιδιοφυίας που συνενώνει ποιητική τέχνη και πολιτική δράση. Σήμερα όμως είναι αισθητή η υποχώρηση του ποιητικού τρόπου του Χαμένου Παραδείσου.

Μια ομοιότητα κοινή, στην οποία στηρίζονται, ίσως, οι σαφείς διαφορές: Μια νεότερη εθνική γλώσσα λογαριάζεται άμεσα με την πρόκληση του «υψηλού» ποιητικού ύφους. Το ζητούμενο είναι η σχέση μεταξύ των νεότερων αυτών επικών λόγων και της παλαιότερης επικής παράδοσης, δηλαδή, η λειτουργικότητα της κατηγορίας της επικής ποίησης ως ιδιαίτερου είδους, όταν ήδη οι κόσμοι του Όμηρου, του Βιργίλιου και του Δάντη απέχουν μεταξύ τους, όχι μόνο ιστορικά αλλά και ποιητικά.

ΚΑΜΟΕΝΣ (CAMŌES, περ. 1524-1580)   

ΚΑΜΟΕΝΣ-ΛΙΣΣΑΒΩΝΑ

ΚΑΜΟΕΝΣ-ΛΙΣΣΑΒΩΝΑ

Οι Λουσιάδες είναι το έργο της ζωής του˙ σ’ αυτό συμβάλλουν από κοινού η ευρεία φιλολογική μόρφωση και το αυθεντικό ποιητικό ταλέντο, καθώς και η πλούσια βιωματική του εμπειρία.

Πριν από καθετί, ο ποιητής Camōes και το ποίημά του Οι Λουσιάδες αντιπροσωπεύουν τον κύκλο της Αναγέννησης.

Το έπος του μας μιλά για το μεγαλείο του Ανθρώπου και για τον ευγενικό θρίαμβό του επί του σύμπαντος και των πραγμάτων. Το έργο δεν μπορεί να θεωρηθεί σαν ένα απλό αφήγημα. Βεβαίως, αφετηρία του είναι η πραγματικότητα, αλλά το κείμενο την υπερβαίνει και γίνεται ένα μεταφυσικό δράμα: θεοί και άνθρωποι ανταγωνίζονται για να αποκτήσουν την αθανασία˙ στην αναμέτρηση επικρατούν οι άνθρωποι.

Το αναγεννησιακό πνεύμα που διαπνέει τους Λουσιάδες δεν περιορίζεται στην έξαρση της αξίας του Ανθρώπου ως πρωταγωνιστή της Ιστορίας και κύριου παράγοντα εξέλιξής του. Ο Camōes θέλησε επίσης να καταστήσει το έπος του εγκυκλοπαίδεια φυσικής ιστορίας, έργο διδακτικό, αν όχι κιόλας επιστημονικό.

Οι Λουσιάδες αντιπαραθέτουν τον ρεαλισμό τους, έκφραση μιας καινούριας αντίληψης του κόσμου και των θαυμάτων της φύσης.

Με τους Λουσιάδες του, ο Camōes κατόρθωσε να αναβιώσει το αρχαίο έπος κατά τα ομηρικά πρότυπα, πραγματώνοντας έτσι μια από τις καίριες επιδιώξεις των ουμανιστών. Το θαλασσινό ταξίδι, κεντρικό θέμα του έργου, παρουσιάζει αναλογίες με την Οδύσσεια αλλά και με το πρώτο μέρος της Αινειάδας. Η υπαρξιακή αισιοδοξία που το διαπνέει και που του προσδίδει την οικουμενική σημασία του, είναι προϊόν της φιλοσοφίας του Ουμανισμού, η οποία διακήρυξε με σθένος την ατομική αξία του ανθρώπου και την ικανότητά του να οικοδομήσει μια νέα φάση της ιστορίας του.

Σε αντίθεση προς την αισιοδοξία που μεταδίδει το επικό έργο του, η λυρική ποίηση του Camōes εκφράζει τις συμφορές, την ανασφάλεια και την απόγνωσή του.

Στην έκταση και την ποικιλία του έργου, συναντάμε παντού την απογοήτευση, είτε πρόκειται για τον έρωτα ή για τους συνανθρώπους και την εξουσία. Η «αποδιοργάνωση του κόσμου» αποτελεί κεντρικό θέμα της ποίησης του Camōes, που εκφράζεται σε μερικά σονέτα, στα οκτάστιχα για τον Δον Αντόνιο ντε Νορόνια ή και στις σύντομες όσο και πικρές “esparsas” (ποιήματα παραδοσιακής τεχνοτροπίας, με στίχους κατά κανόνα εξασύλλαβους).

Αντίθετα από ό,τι συμβαίνει στους Λουσιάδες, στα λυρικά ποιήματά του προσεγγίζει το ερωτικό θέμα μέσα από τη σκοπιά της οδύνης. Η γυναίκα είναι απρόσιτη σύμφωνα με την πετραρχική παράδοση.

Μη ικανοποιημένος με έναν έρωτα απόλυτα πνευματικό, παρόμοιο με εκείνον που εξαίρει ο Πετράρχης, ο Camōes προσφεύγει και αναπτύσσει το θέμα της σύγκρουσης μεταξύ του σαρκικού πόθου και της ιδανικής, χωρίς ιδιοτέλεια αγάπης (…). Η λυρική του δημιουργία εκφράζει λοιπόν την ένταση μεταξύ πνευματικότητας και σαρκικής επιθυμίας.

 

Στον Camōes, ο έρωτας και ο κόσμος εμφανίζονται, τεμαχισμένα, αντιφατικά, προβληματικά. Η ποίησή του εκφράζει μια ανησυχία η οποία απέχει κατά πολύ από την αυτοπεποίθηση και την αισιοδοξία που χαρακτηρίζουν συνήθως την πρώτη περίοδο της Αναγέννησης.

Τόσο στην Πορτογαλία όσο και στην Ισπανία, αρχίζουν να τον αποκαλούν «πρίγκιπα των ποιητών»

Τον 17ο αιώνα δημοσιεύονται οι πρώτες μεταφράσεις του ποιήματος στα αγγλικά (1655) και τα ιταλικά (1658).

Τον 18ο αιώνα Οι Λουσιάδες θα γίνουν γνωστοί σε όλες τις καλλιεργημένες πολιτισμικές γλώσσες: στα γαλλικά (1735, 1768, 1776), τα ολλανδικά (1777), τα ρώσικα (1788), τα πολωνικά (1790).

Τον 19 αιώνα προστίθενται οι μεταφράσεις στα γερμανικά, σουηδικά, ουγγρικά και δανικά.

Η ποίηση του Camōes ενσωματώνεται δικαιωματικά, στον θησαυρό του ευρωπαϊκού πολιτισμού.

ΜΙΛΤΟΝ (MILTON, 1608-1674)                             

ΤΖΩΝ ΜΙΛΤΟΝ

ΤΖΩΝ ΜΙΛΤΟΝ

Ο Μίλτον, που για γενιές ολόκληρες θεωρήθηκε ένας γίγαντας των αγγλικών γραμμάτων, του αναστήματος του Τσόσερ ή και του Σαίξπηρ, αντιμετωπίζεται με αμηχανία από τον σύγχρονο αναγνώστη, ο οποίος ζει σε ένα κόσμο όπου η θρησκευτική πίστη βρίσκεται σε συνεχή αναδίπλωση.

Ουσιαστικά, τρέφει τις ίδιες αξιώσεις με τον Σπένσερ, στον προηγούμενο αιώνα, δηλαδή να αποδείξει ότι η αγγλική μπορεί να αποδειχτεί το ίδιο ποιητική όσο τα ελληνικά, τα λατινικά ή τα ιταλικά, γλώσσες που είχαν δώσει τους πιο θαυμαστούς καρπούς του ευρωπαϊκού πολιτισμού.

Ήδη πριν τον αγγλικό εμφύλιο, ο Μίλτον είχε συνθέσει σονέτα, ελεγείες, ωδές, ένα αυλικό καρναβαλικό θεατρικό και διάφορα άλλα έμμετρα έργα, ακολουθώντας πολλές φορές παραδοσιακά σχήματα τα οποία απαιτούσαν μεγάλη ποιητική δεξιοτεχνία. Στη συνέχεια αφιερώνεται στη συγγραφή πεζών λίβελων όπου εκθέτει τις ιδέες του για μια ριζική αναμόρφωση των θρησκευτικών και εξωθρησκευτικών ηθών. Στην κοινωνία που οραματίζεται, ανάξιοι επίσκοποι μπορούν να αποβάλλονται από την εκκλησία και βασιλείς μπορούν να ανατραπούν˙ ο συγγραφέας συνιστά την φιλελεύθερη μεταρρύθμιση του νόμου του διαζυγίου (τα γραπτά του περί διαζυγίου εκφράζουν θέσεις πιο προηγμένες από εκείνες που έχουν υιοθετήσει, ακόμα και σήμερα τα περισσότερα κράτη, αλλά στηρίζονται επίσης στην πεποίθηση ότι η γυναίκα είναι εκ φύσεως κατώτερη από τον άντρα), την κατάργηση της λογοκρισίας του τύπου και τη μεταρρύθμιση της παιδείας.

Από την δημοκρατία του Κρόμγουελ, προτείνεται ως εκπρόσωπος της χώρας, αν και φερέφωνο της επανάστασης αποτελεί συνάμα και τον πιο ευγενικό ποιητή της. Ενώ το 1667 συντάσσει το μεγάλο επικό ποίημα Paradise lost.

Από τα τέλη του 18ου αιώνα χρονολογούνται οι πρώτες μεταφράσεις του Paradise lost στα λατινικά, τα γαλλικά, τα ολλανδικά, τα ιταλικά, τα δανικά και τα ρώσικα˙ πολλές φορές υπάρχουν διασκευές του μεγάλου ποιήματος στην ίδια γλώσσα. Επίσης, συντάσσονται διασκευές του μεγάλου ποιήματος και μεταφράζονται πολλά από τα πεζά και έμμετρα έργα του.

Η Εκκλησία διάκειται εχθρικά απέναντί στις ιδέες του ποιητή: τα γραπτά του για την ελευθερία και το Paradise lost περιλαμβάνονται στον Κατάλογο των απαγορευμένων βιβλίων.

Τον 18ο αιώνα, οι Άγγλοι προσπαθούν να αφομοιώσουν το δίδαγμά του όχι όμως και το ύφος του. Το ίδιο επιχείρησαν και οι Ρομαντικοί. Τον 19ο αιώνα το έργο του εξακολουθεί να προκαλεί θαυμασμό. Όμως ο λιγότερο θρησκευόμενος, μέσος αναγνώστης του 20ου αιώνα τείνει να εγκαταλείψει τον Μίλτον στους πανεπιστημιακούς. Ωστόσο, το έργο του ποιητή, και ιδιαίτερα Ο Απολεσθείς Παράδεισος, εξακολουθεί πάντα να δημιουργεί νέα ενδιαφέροντα ερωτήματα.

ΛΥΡΙΣΜΟΣ ΠΕΡΑΝ ΤΟΥ ΠΕΤΡΑΡΧΗ

Η λυρική ποίηση της εποχής (με τη γενικότερη έννοια του όρου, που συμπεριλαμβάνει και τη σατιρική ή άλλες μορφές μη επικής ποίησης), απαλλάσσεται βαθμιαία από το κυρίαρχο ρεύμα του πετραρχισμού και είναι πλέον έκδηλη η προσπάθεια καλλιέργειας ενός ιδιαίτερου ποιητικού λόγου σε πολλές εθνικές γλώσσες. Γενικό χαρακτηριστικό: διεύρυνση της θεματικής αλλά και μεγάλη έμφαση στην αναζήτηση νέων στιχουργικών μορφών και καινοτόμων σχημάτων του λόγου, σε εθνικές πλέον γλώσσες.

 

ΝΤΙ ΜΠΕΛΑΙ

ΝΤΙ ΜΠΕΛΑΙ

    ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΕΤΡΑΡΧΗ ΣΤΗΝ ΠΛΕΙΑΔΑ

Γαλλία: Κατά τη διάρκεια του 17ου αιώνα συγκροτείται από εφτά Γάλλους ποιητές η ομάδα με το όνομα «Πλειάς» και με στόχο την διαμόρφωση της γαλλικής ποίησης σε πεδίο ανανέωσης, γλωσσικής και στιχουργικής, έτσι ώστε να αξίζει πράγματι το όνομα ενός ουράνιου αστερισμού. Ο Ντυ Μπελαί, συγγραφέας της πραγματείας περί Υπεράσπισης και εμπλουτισμού της γαλλικής γλώσσας (1549), είναι σημαίνον μέλος της ομάδας: η κριτική του αλλά και η ποίησή του ενθαρρύνουν όχι μόνο τη μίμηση αρχαίων προτύπων, αλλά και την α) καλλιέργεια νέων ποιητικών μορφών, β) την αναζήτηση και αξιοποίηση αρχαϊκών και τοπικών ιδιωμάτων της γαλλικής, γ) την χρήση όρων τεχνικών αλλά και νεολογισμών στην ποίηση, δ) την ανάπτυξη νέων σχημάτων μέτρου και ομοιοκαταληξίας.

Το σονέτο κυριαρχεί, αλλά το ύφος και ο τόνος της ποίησης ποικίλλει ανάλογα με τα θέματα που αλλάζουν: αγάπη και νοσταλγία της πατρίδας, καθημερινές συναναστροφές, φιλοσοφικοί προβληματισμοί αλλά και πολεμική στο πλαίσιο των θρησκευτικών συγκρούσεων – ο Ρονσάρ, ποιητικός εκπρόσωπος του γαλλικού καθολικισμού, είναι και αυτός μέλος της ομάδας..

Μέσω της Πλειάδας, επανέρχεται και κατακτά κυρίαρχη θέση στη γαλλική ποίηση, κυρίως σ’ αυτήν δραματικής ή αφηγηματικής έμπνευσης, το στιχουργικό σχήμα του αλεξανδρινού στίχου των δώδεκα συλλαβών που τον 17ο αιώνα θα πάρει τη χαρακτηριστική μορφή του τετράμετρου (4 πόδες των 3 συλλαβών, με τονιζόμενη την τελευταία και έμφαση στον τόνο της έκτης συλλαβής που χωρίζει το στίχο στα 2, επιτρέποντας λεκτικά παιχνίδια και ανατροπές ύφους).

Αγγλία: Ελισαβετιανή εποχή και κυρίως ώρα του θεάτρου, αλλά και ποιητικής αναγέννησης. Το σονέτο κυριαρχεί κι εδώ, μετά την εισαγωγή του στα μέσα περίπου του αιώνα. Βασικός εκπρόσωπός του ο Σίντεϋ (Philip Sindey, 1554-1586), συγγραφέας και μιας πραγματείας περί Υπεράσπισης της Ποίησης (1579), αριστοτελικών αρχών. Η ποίηση του Σπένσερ (1552-1599), που συναντήσαμε ως επικό ποιητή, για πολλούς ιστορικούς σηματοδοτεί την ωρίμανση της αγγλικής αναγέννησης. Επιφανέστερος εκπρόσωπος του αγγλικού σονέτου, ο οποίος άσκησε μονιμότερη επίδραση στην εξέλιξη της αγγλικής ποίησης, είναι ο. Σαίξπηρ (William Shakespeare , 1564-1616): τα 154 ερωτικά σονέτα του (Sonnets, 1609) θεωρούνται πολύ συγγενή με την αναγεννησιακή και, ειδικότερα, την πετραρχική παράδοση, αλλά απομακρύνονται συνάμα απ’ αυτήν από 2 τουλάχιστον απόψεις: α) εντονότερα αισθησιακή ή ρεαλιστική ρητορική• β) μεγαλύτερη έμφαση στην ποιητική δημιουργία αλλά και τον ποιητή ως παράλληλα θέματα του ποιήματος. Επιπλέον, ορισμένα σονέτα του απευθύνονται σε άντρα ή με τη βοήθεια της αγγλικής γραμματικής είναι ασαφές το φύλο. Έτσι, περιπλέκεται σημαντικά η σχέση μεταξύ του γράφοντος ποιητή, του ομιλούντος προσώπου το οποίο απευθύνει τα ποιήματα, και των προσώπων προς τα οποία απευθύνονται.

Την εποχή αυτή, εντοπίζουμε το όνομα μιας τάσης ποιητικής γραφής, κυρίως αγγλικής, που αν και δεν είναι ευρύτερα καθιερωμένο ως κατηγορία της ιστορίας της λογοτεχνίας, εκφράζει εύγλωττα ορισμένα χαρακτηριστικά, τα οποία επανέρχονται συχνά σε στιγμές όπου η ευρωπαϊκή λογοτεχνία αποζητεί την ανανέωση και την καινοτομία : ευφυϊσμός. Πρόκειται για δεξιοτεχνική άσκηση στιχουργικών μορφών και ρητορικών τρόπων. Χαρακτηριστική είναι, μεταξύ άλλων, η προβολή της ηχητικής διάστασης του γλωσσικού παιχνιδιού μέσω παρηχήσεων, δηλαδή μελωδικής διαδοχής όμοιων φθόγγων σε διαφορετικά σημεία ενός στίχου. Η ποίηση αυτή συνδέεται τόσο με λόγιους ή πανεπιστημιακούς κύκλους, οι οποίοι αρχίζουν να διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη λογοτεχνία, όσο με την αυλική αριστοκρατία. Όπως η γαλλική ποίηση, έτσι και η αγγλική έχει προσδιορίσει, την εποχή αυτή, την στιχουργική μορφή που θεωρείται ότι προσιδιάζει στη γλώσσα της: το ιαμβικό πεντάμετρο, στίχος 5 δισύλλαβων ποδών, με τονισμένη την τελευταία συλλαβή του κάθε ποδός, συχνά ανομοιοκατάληκτος. Την κυριαρχία του η αγγλική ποίηση δεν κατόρθωσε να αμφισβητήσει, παρά μόνο με τα κινήματα νεωτερισμού του 20ου αιώνα.

Ουγγαρία: Μεγάλο όνομα της εποχής και πρωτεργάτη της νεότερης ποιητικής τέχνης, είναι του ποιητή Μπόλοσι (Ballint Balassi, 1554-1594).

Πολωνία: Εξίσου σημαντικός για τους παραπάνω λόγους, θεωρείται ο ποιητής Κοχανόφσκι (Jan Kochanowski, (1530-1584). Χαρακτηριστικό είναι ένα ποίημά του, όπου δανείζεται την εικόνα του από τον Πρωτέα, θεό της θάλασσας και των μεταμορφώσεων: το ποιητικό πνεύμα διεκδικεί την αυτονομία του σε σχέση με τις κοινωνικές και πολιτικές δομές και βλέπει τον εαυτό του να διέρχεται κάθε συνιστώσα της εθνικής του ταυτότητας – δίχως να περιορίζεται σε καμία.

Κύπρος: Στο νεοελληνικό ιδίωμα της, μεταφέρεται το πετραρχικό ποιητικό ιδίωμα, με την περίπτωση των Ερωτικών Ποιημάτων, την περίοδο της ενετικής ηγεμονίας και λίγο πριν την οθωμανική κατάκτηση (1570).

Ο ΕΥΦΥΙΣΜΟΣ

Ο ευφυισμός μαρτυρεί την ανάγκη που αισθάνονται την Ελισαβετιανή εποχή να επινοήσουν νέες και εξεζητημένες μορφές έκφρασης, να αναζητήσουν νεωτερισμούς οι οποίοι είναι σε θέση να ικανοποιήσουν το πνεύμα και την καλαισθησία. Το ύφος αυτό χαρακτηρίζεται κυρίως από τη χρήση φράσεων που περιέχουν δύο ίσης έκτασης προτάσεις• αυτή η ισορροπία τονίζεται επιπλέον με παρηχήσεις, συνηχήσεις και άλλα ρητορικά σχήματα.

Ο ευφυισμός θα εξακολουθήσει για μακρό χρονικό διάστημα να γοητεύει τους Άγγλους συγγραφείς αν και η δημοτικότητά του επισκιάστηκε από εκείνη της Αρκαδίας του Sidney στα τέλη της δεκαετίας του 1580.

ΠΟΛΥΤΡΟΠΟΣ ΛΥΡΙΣΜΟΣ

Στην ποίηση του 17ου αιώνα, διακρίνονται χαρακτηριστικά ορισμένων γενικών τάσεων, όπου με τον έναν ή τον άλλο τρόπο εκφράζουν τη θεματική και το ύφος του Μπαρόκ.

Μια πρώτη μπαρόκ έκφραση, αποτελεί ο ποιητικός μανιερισμός (από τον ιταλικό maniera), ο οποίος δηλώνει την ικανότητα σύνθεσης ενός αισθητικά εντυπωσιακού όλου. Υπονοεί ότι η στιχουργική τεχνική φτάνει μέχρι την επιτήδευση ή τον εντυπωσιασμό, διανθίζοντας διαρκώς μάλλον τυποποιημένα πρότυπα. Ένα 1ο χαρακτηριστικό της ποιητικής μανιέρας του 17ου αιώνα, είναι η χρήση περίτεχνων σχημάτων λόγου ή φραστικών περιπλοκών, καθώς και επιδίωξη μιας απόλυτης κομψότητας ύφους. Ένα 2ο χαρακτηριστικό αποτελεί η μεταβολή της ερωτικής θεματικής στα πρότυπα των νέων κοινωνικών κύκλων των λόγιων ποιητών. Στις μοναρχικές ή αριστοκρατικές αυλές ο έρωτας κυριαρχεί όχι με την πετραρχική μορφή, αλλά σαν κοινωνικό παιχνίδι κατάκτησης και αντίστασης. Δείγματα του είδους έχουμε από την Γαλλία, την Ιταλία και την Ισπανία.

ΟΙ ΙΡΙΔΙΣΜΟΙ ΤΟΥ ΜΑΝΙΕΡΙΣΜΟΥ

Σε στενή σύνδεση με την ανάπτυξη των σαλονιών και της αυλικής ζωής, ο μανιερισμός προβάλλει ένα εκλεπτυσμένο αισθητικό μοντέλο. Ως προέκταση του πετραρχισμού, πρωτεύουσα θέση έχει η ερωτική θεματολογία. Πρόκειται βεβαίως για αγάπες αιθέριες, πνευματικές. Όπως στα μεσαιωνικά επικά μυθιστορήματα, και εδώ η γυναίκα παίζει προνομιακό ρόλο εξιδανικευμένου πλάσματος, που η ομορφιά του είναι τεκμήριο ηθικής τελειότητας. Επειδή όμως εκπροσωπεί το απόλυτο η γυναίκα μένει πάντα απλησίαστη και σκληρή. Ο μανιερισμός ανέπτυξε μέχρι κορεσμού τα δύο συμπληρωματικά θέματα της εντέλειας και του απρόσιτου της γυναικείας παρουσίας. Η αλλοτριωτική αυτή κατάσταση φαντάζει εκ πρώτης όψεως τραγική, κι όμως δεν είναι. Ο χαριεντισμός και η ελαφρότητα έρχονται να απομυθοποιήσουν τον πόνο του περιφρονημένου εραστή.

Ο μανιερισμός ανθεί κυρίως στις ευρωπαϊκές χώρες που γνωρίζουν την αυλή και το σαλόνι ως πολιτιστικούς θεσμούς. Κατά προτίμηση εκφράζεται στην ποίηση αλλά εμφανίζεται ευκαιριακά και στο μυθιστόρημα

Με ορμητήριο την Ισπανία και την Ιταλία, στο Α’ μισό του 17ου αιώνα ο μανιερισμός κατακτά όλη την Ευρώπη και γνωρίζει διαφορετικές τύχες στις διάφορες χώρες. Στη Γαλλία ο μανιερισμός στην ποίηση και το μυθιστόρημα ονομάζεται επιτήδευση. Η τεχνοτροπία αυτή θα επιβιώσει κατά την κλασική περίοδο παρά τις σφοδρές επιθέσεις που δέχεται.

Ο μανιερισμός σφραγίζει αποφασιστικά την πορτογαλική ποίηση. Σε δύο απανθίσματα: Φοίνιξ αναγεννηθείς και Απόλλωνος αγγελιοφόρος, που περιλαμβάνουν έργα διάφορων συγγραφέων. (….) Το μανιεριστικό ύφος γίνεται αισθητό στην Αγγλία, στους λεγόμενους «μεταφυσικούς» ποιητές, ενώ εκδηλώνεται διακριτικά σε ερωτικούς λυρικούς ποιητές των Κάτω Χωρών. Στον ελεύθερο θύλακα της Ραγκούζα επίσης ένας κύκλος μανιεριστών ποιητών, με εκπροσώπους μεταξύ άλλων, τον Ίβαν Γκούντουλιτς (Τα δάκρυα του άσωτου υιού, 1622). Στην Πολωνία εκπρόσωπος της τεχνοτροπίας αυτής είναι ο Γιαν Άντζεϋ Μόρστυν (1613-1693), συγγραφέας δύο ποιητικών συλλογών: Καύσων (1647) και Το λαούτο (1661).

Διαφορετική τροπή και, ίσως, μεγαλύτερη λογοτεχνική αξία παίρνει το πρώιμο αυτό μπαρόκ, όταν προσλαμβάνει την κωμική ή σατιρική μορφή του μπουρλέσκο, που επίσης αναπτύσσεται στις ίδιες καθολικές χώρες.

Μπουρλέσκο: γραφή που στηρίζεται στην παρωδία, με έντονο το στοιχείο της διακωμώδησης. Η ποιητική παρωδία της επικής ποίησης και του λυρικού μανιερισμού παίρνει εδώ μια τροπή πολύ χαρακτηριστική του μπαρόκ: αναδεικνύεται το παιχνίδι της αναπαράστασης και των διαφορετικών της τρόπων – μέσα από την πληθώρα και την ποικιλία των οποίων η πραγματικότητα καθίσταται τελικά απροσπέλαστη.

ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΩΝ ΑΝΤΙΝΟΜΙΩΝ ΣΤΟ ΜΠΟΥΡΛΕΣΚΟ

Οι συγγραφείς του μπουρλέσκο είναι ευαίσθητοι στις αντιφάσεις του πολυσύνθετου και πολυτάραχου κόσμου στον οποίο ζουν. Για να τις εκφράσουν λογοτεχνικά, επιστρατεύουν ένα σύνολο από αισθητικές μεθόδους οι οποίες αξιοποιούν τα διάφορα αντιθετικά σχήματα

Το μπουρλέσκο δεν περιορίζεται όμως στην αντιπαράθεση μορφής και περιεχομένου. Εισδύοντας βαθύτερα, αποκαλύπτει την άβυσσο που πολλές φορές χωρίζει αυτό που κάποιος παριστάνει, από εκείνο που πράγματι είναι.

Προκειμένου να μας αποκαλύψουν τις αντινομίες που διχάζουν τον άνθρωπο, οι συγγραφείς αυτοί στηρίζονται σθεναρά στον υπαρκτό κόσμο. Οι μανιεριστές ήταν ιδεαλιστές, οι οπαδοί του μπουρλέσκο είναι ρεαλιστές. Έτσι δίνουν μεγάλη σημασία σε ότι έχει να κάνει με την ύλη, σε ότι ανήκει στη σφαίρα του ανθρώπινου σώματος. Δεν εννοούν, ούτε κατά διάνοια, να αυτολογοκριθούν. Στις περιγραφές τους δεν αποφεύγουν τις πλέον πεζές ή και ωμές πτυχές της πραγματικότητας.

Εκτός των 2 προαναφερθέντων ιδιαίτερων τάσεων, ένα γενικό χαρακτηριστικό της ποίησης του 17ου αιώνα, είναι η ανάδειξη νεότερων μορφών ποιητικής γραφής, σε όλη τη δυτική και κεντρική Ευρώπη, καθώς και το πλήθος γλωσσών που μετέχουν ισοδύναμα σε ένα ευρύτερο και, μάλλον, ανομοιογενές ποιητικό γίγνεσθαι (γερμανικά, δανέζικα και φλαμανδικά, τσέχικα και σλοβάκικα, αλλά και ουγγρικά και πολωνικά).

Ωστόσο, οι «μεγάλες» ευρωπαϊκές γλώσσες εξακολουθούν λόγω του κύρους και της διάδοσής τους να δίνουν ονόματα που είτε συγκρατούμε ευκολότερα, είτε συναντάμε συχνότερα. Ορισμένα παραδείγματα αποτελούν:

ΛΑ ΦΟΝΤΑΙΝ

ΛΑ ΦΟΝΤΑΙΝ

Τζον Ντον (John Donne, 1572-1631): Άγγλος «μεταφυσικός» ποιητής.

Μπουαλώ (1636-1711): Γάλλος θεωρητικός του νεοκλασικισμού και σατιρικός ποιητής.    

Λα Φονταίν (Jean de la Fontaine, 1621-1695): Το έργο του οι Μύθοι (Fables, 1668-1694), χρησιμοποιούν το αισώπειο παράδειγμα ως πλαίσιο της κριτικής των νεότερων ηθών, αλλά θεωρούνται και κείμενα εξαιρετικής ρητορικής δεξιοτεχνίας.

Βέβαια, σε συνολική ευρωπαϊκή οπτική, οφείλουμε να μην παραλείψουμε ονόματα όπως:

Σαρμπιέφσι (Maciej Kazimierz Sarbiewski, 1595-1640): Πολωνός, θρησκευτικός αλλά και λυρικός ποιητής. Ο οποίος συνεχίζει και για πολλούς κορυφώνει την παράδοση της νεολατινικής ποίησης.

Μολνάρ (Albert Szenci Molnar, 1574-1634): Ούγγρος, ποιητής και υμνογράφος.

Συμεών Πολότσκ (Simeon de Polock, 1629-1680): Ρώσος ποιητής.

ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: Η ΠΡΟΚΛΗΣΗ ΤΩΝ ΣΧΗΜΑΤΩΝ

Τα Τραγούδια και τα Σονέτα του Τζον Ντον (songs and sonnets, 1633) μας δίνουν χαρακτηριστικά δείγματα καινοτομιών, που καλλιέργησαν, τον 17ο αιώνα, οι επονομαζόμενοι «μεταφυσικοί ποιητές» της αγγλικής γλώσσας. Χαρακτηριστικό είναι η χρήση προκλητικά νέων σχημάτων λόγου για θέματα παραδοσιακά όπως αυτό του έρωτα. Γεγονός που σημαίνει ότι αλλάζει η εικόνα ή και η προσέγγιση των θεμάτων αυτών: ο έρωτας παύει να εξιδανικεύεται με τον τρόπο του Πετράρχη, αλλά και η «ρεαλιστική» του εικόνα χάνεται μέσα από μεταφορές που ξενίζουν ή προβληματίζουν τον αναγνώστη και προσδίδουν στο ποίημα ένα χαρακτήρα διανοητικής άσκησης.

Το διανοητικό στοιχείο εντείνεται με τη χρήση νεολογισμών και εικόνων από τη σύγχρονη πραγματικότητα, κάθε άλλο παρά τυπικά μεταφυσικής αναφοράς.

Κατά τον Έλιοτ: οι ποιητές αυτοί, συνεχίζοντας αναγεννησιακά προηγούμενα, επεξεργάζονται ποιητικά μια σύζευξη ευαισθησίας και νοημοσύνης.

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

ΕΞΑΠΛΩΣΗ ΤΗΣ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑΣ

Αυτό που σήμερα αναγνωρίζουμε ως λογοτεχνική ή μυθοπλαστική πεζογραφία αναπτύχθηκε κατά τα τέλη του 16ου αιώνα και στη διάρκεια του 17ου αιώνα, στην κατεύθυνση που ήδη είχαν ανοίξει ο Βοκκάκιος [Δεκαήμερον] και ο Ραμπελαί [Γαργαντούας και Πανταγκρυέλ].

Παράλληλα, η γραφή αυτή προκαλεί το ενδιαφέρον σε επίπεδο κριτικής ή θεωρίας, ενώ διαμορφώνεται βαθμιαία η ιδέα της «λογοτεχνίας» ως πεδίου γραφής και ανάγνωσης με ξεχωριστή λειτουργία. Τη σοβαρότερη ένδειξη μιας τέτοιας τάσης έχουμε στο πεδίο της ίδιας της μυθιστορηματικής γραφής: στο Δον Κιχώτη του Θερβάντες.

ΑΠΟ ΤΟΝ ΟΥΜΑΝΙΣΜΟ ΣΤΗΝ ΕΠΑΙΤΕΙΑ

Δύο είδη μυθιστορηματικής γραφής κυριαρχούν στην Ευρώπη, από το Β’ μισό του 16ου αιώνα. Το 1ο είναι το λεγόμενο βουκολικό ή ποιμενικό, το οποίο συνεχίζει την παράδοση της αναγεννησιακής νεο-λατινικής λογοτεχνίας και η γραφή του είναι ακόμα συχνά έμμετρη. Με την ανάπτυξη μοτίβων μέσω των παιχνιδιών και των ερωτικών περιπετειών των ηρώων, προαναγγέλλει το μπαρόκ.

Sidney-ΑΡΚΑΔΙΑ

Sidney-ΑΡΚΑΔΙΑ

Δείγματά του έχουμε από την Αγγλία, την Πορτογαλία, την Γαλλία, αλλά και την Πολωνία και Κροατία. Η πιο διάσημη βουκολική μυθιστορία της εποχής είναι η (ημιτελής) Αρκαδία, σε πεζό λόγο, του Άγγλου Φίλιπ Σίντνεϋ, ο οποίος εκτός από εκπρόσωπος της αγγλικής Αναγέννησης, υπήρξε και λυρικός ποιητής.

Το 2ο γνωστό είδος είναι το λεγόμενο πικαρέσκο σε λόγο πεζό, με ήρωές του ταξιδιώτες ή πλάνητες και πλοκή τις διαδρομές τους από τόπο σε τόπο. Έρχεται από την Ισπανία: 1554, πρώτη δημοσίευση μιας ανώνυμης μυθιστορηματικής βιογραφίας με τίτλο Η ζωή του Λαζαρίγιο ντε Τορμές. Το λόγιο ταξίδι στην παράδοση της βιβλικής και κλασικής γραμματείας, αλλά και το ιπποτικό ταξίδι του μεσαιωνικού έρωτα και της τιμής, έχουν δώσει τη θέση τους σε μια περιπλάνηση, μέσω της οποίας ο ήρωας (και μαζί του ο νεότερος Ευρωπαίος) κοιτάζει τον κόσμο του, κατά κάποιο τρόπο, από τα μέσα ή από τα κάτω, και τον ζει σε όλες τις μορφές που μπορεί να παίρνει μπροστά στα μάτια του.

Η ΩΡΑΙΑ ΕΠΟΧΗ: Η ΠΟΙΜΕΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ (LA PASTORALE)

Συνέχεια της αρχαίας βουκολικής ποίησης, η ποιμενική λογοτεχνία (la pastorale), με ήρωές της βοσκούς και βοσκοπούλες, οι οποίοι κυκλοφορούν σε μια συμβατική ύπαιθρο, γνωρίζει πρωτοφανή ανάπτυξη και εκτιμάται ιδιαίτερα από το αριστοκρατικό κοινό.

Η ποιμενική λογοτεχνία προβάλει το ουτοπικό πρότυπο ενός άλλου τρόπου ζωής, στους κόλπους μιας φύσης που παραπέμπει στη χρυσή εποχή˙ με τη σειρά του, το αρχέτυπο αυτό συμβολίζει την ίδια στιγμή τον απολεσθέντα παράδεισο, αλλά και κάποιο ευτυχισμένο μέλλον, όπου η κοινωνία θα έχει αναδομηθεί πάνω στη βάση ποιοτικά νέων σχέσεων μεταξύ των ατόμων.

Στα ποιμενικά έργα, τα ζευγάρια σμίγουν και χωρίζουν ανά πάσα στιγμή, αλλά η έκβαση της περιπέτειας φέρνει εντέλει την πραγματική και οριστική αρμονία. Όλα τα στοιχεία της πλοκής ενισχύουν τα στοιχεία της φαινομενικότητας, τις μεταμφιέσεις, το ασταθές – χαρακτηριστικά γνωρίσματα, όλα αυτά, της αισθητικής του μπαρόκ την περίοδο της Αντι-Μεταρρύθμισης. Το εγκώμιο της φύσης εκλαμβάνεται από το κοινό της εποχής ως ρητή άρνηση κάθε είδους απαισιοδοξίας, είτε αυτής που κληροδότησε η μεσαιωνική σκέψη, ή εκείνης που εκπορεύονταν από το δόγμα του Καλβίνου.

Η ποιμενική ποίηση πρεσβεύει με επιμονή ότι, όταν κανείς συμμορφώνεται με τις επιταγές της φύσης, ακολουθεί την ομαλή τάξη πραγμάτων, άρα την ευτυχή τάξη του Σύμπαντος.

Οι πολυάριθμες μεταφράσεις και απομιμήσεις των έργων αυτών αποδεικνύουν τον ενθουσιασμό που ξυπνά το ποιμενικό είδος.

ΤΟ PICARESCO ΣΤΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ 

Χωρίς τίτλους ευγενείας, χωρίς περιουσία, χωρίς αξιοπρεπή καταγωγή: ποιος είναι αυτός που καυχιέται για τις σκοτεινές καταβολές του σαν να επρόκειτο για κάποια εξέχουσα ιδιότητα; Ένας αλήτης! Ένας Picaro! Το 1544 εκδίδεται συγχρόνως στο Burgos, στο Alcalá de Henares και στην Αμβέρσα μια σύντομη ανώνυμη βιογραφία: La vida de Lazarillo de Tormes (Βίος του Λάζαρου εκ του Τόρμες), έργο εκπληκτικό, που δε μιλά για τους έρωτες ενός βοσκού ή τα ανδραγαθήματα κάποιου ιππότη, όπως ήταν της μόδας, αλλά για τη ζωή ενός φτωχού. (….) Μετά από τον θρίαμβο που γνωρίζει αρχικά, το έργο καταλήγει στη λίστα των απαγορευμένων βιβλίων.

Στο έργο εμφανίζεται ένας πολύ καινούριος χαρακτήρας, ο Picaro, που η φτώχεια τον αναγκάζει να κάνει χρήση όλων των μέσων, και να γελοιοποιεί τα όσια και τα ιερά της ισπανικής κοινωνίας, δηλαδή την πίστη και την τιμή.

Ο Λάζαρος είναι όμως ένας φτωχός Ισπανός σε μια χώρα εξαθλιωμένη από το χρυσάφι της Αμερικής. Η οικονομικο-κοινωνική συγκυρία, δηλαδή ο αφανισμός της μεσαίας τάξης των τεχνιτών και η επιδεικτική περιφρόνηση της εργασίας εκ μέρους της αριστοκρατίας, εξηγούν την εμφάνιση του λογοτεχνικού αυτού τύπου. Το ειρωνικό βλέμμα με το οποίο εξετάζει ο Λάζαρος την κοινωνία ξεσκεπάζει την σκληρότητα, την υποκρισία, τον κυνισμό του κόσμου όπου μεγαλώνει το παιδί, ιδιότητες που ενστερνίζεται με τη σειρά του, για να βρει τη θέση του σ’ αυτόν τον κόσμο.

Ο Larazillo de Tormès άφησε απογόνους, τόσο στην Ισπανία όσο και στην υπόλοιπη Ευρώπη: Ισπανούς Picaros του 17ου αιώνα, ένα Γερμανό στρατιώτη του Τριαντακονταετούς πολέμου, μια νεαρή Αγγλίδα ελαφρών ηθών του 18ου αιώνα, Γάλλους αλήτες ή τον «γενναίο στρατιώτη» της Βοημίας, στη δεκαετία του 1920.

Οι καταιγίδες που γνώρισε η Ευρώπη στις αρχές του 20ου αιώνα έγιναν αφορμή για την εκκόλαψη μιας νέας γενιάς των Picaros: στην Αυστρο-ουγγρική αυτοκρατορία, όπως και στη Γαλλία, οι «μοντέρνοι αντι-ήρωες» τσαλαβουτούν στις λάσπες του πεδίου της τιμής. Ο Γενναίος στρατιώτης Cvéïk (1922) Hašek ξαναβρίσκει τον ρυθμό της Picaresca για να εξιστορήσει τις ταλαιπωρίες που τραβά ο ήρωάς του.

ΜΠΑΡΟΚ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ

Στη διαρκώς αναπτυσσόμενη πεζογραφία του 17ου αιώνα, ο πίκαρο παίρνει τη μορφή του σπουδαστή και του καλλιτέχνη και γενικότερα θα ακολουθήσουν πλήθος μεταμορφώσεων μέχρι τις μέρες μας. Ο Πίκαρο προσδίδει μια εικόνα μπαρόκ στην Ευρώπη, ενώ κυρίαρχες είναι η ένταση και η αλληλοδιαδοχή διαφόρων τρόπων και μορφών αναπαράστασης του κόσμου, όπου κάθε φαντασία έρχεται αντιμέτωπη με άλλη φαντασία. Ο λόγος χαρακτηρίζεται από έναν ιδιόρρυθμο ρεαλισμό, γνωστό ως μπουρλέσκο, με επίκεντρο την ανθρώπινη ζωή και φαντασία της.

Δείγματα ενός τέτοιου ρεαλισμού έχουμε από την Ισπανία, τη Γαλλία, τη Γερμανία, την Ολλανδία, την Αγγλία, την Ιταλία.

Ονόματα λογοτεχνών άξια αναφοράς αποτελούν:

Κεβέδο (Francisco de Quevedo, 1580-1645): Ισπανός εκπρόσωπος μιας γραφής που θυμίζει τις τάσεις του ποιητικού ευφυισμού ή τον ρητορικό πληθωρισμό του concetto.

Τζον Μπάνυαν (John Bunyan, 1628-1688): Το αφήγημά του: Η πορεία του προσκυνητή άσκησε μεγάλη επίδραση στην πλούσια μυθιστοριογραφία της Αγγλίας του επόμενου αιώνα.

Πάσεκ (Jan Pasek, 1636-1701): Εκπρόσωπος του πολωνικού μπαρόκ, σε κάπως διαφορετική κατεύθυνση, που με τα πνευματώδη απομνημονεύματά του προαναγγέλλει το ιστορικό μυθιστόρημα που θα αναπτυχθεί πολύ στην Πολωνία τον 19ο αιώνα.

Επίσης κατά τον 17ο αιώνα, εμφανίζεται μια 2η διαφορετική τάση της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας. το λεγόμενο ιδεαλιστικό μυθιστόρημα ροπή στις αρχές και τα πρότυπα του κλασικισμού. Το είδος αντλεί τη θεματολογία του από το παρελθόν: βουκολικά δράματα, ιπποτική περιπέτεια κ.α., συχνά με αλληγορική έμφαση και σύμβολα. Ωστόσο, παρά την ευρεία παραγωγή το είδος αυτό δεν έδωσε διαχρονικά έργα, ώστε να αποσπάσει κάποια εξέχουσα θέση στην ιστορία της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας.

ΔΟΝ ΚΙΧΩΤΗΣ

Ο ΘΕΡΒΑΝΤΙΚΟΣ ΗΡΩΑΣ  

ΘΕΡΒΑΝΤΕΣ

ΘΕΡΒΑΝΤΕΣ

Ο Δον Κιχώτης αποτελεί σημείο αναφοράς, είτε θετικής είτε αρνητικής, που μας βοηθάει να ονομάσουμε και να αξιολογήσουμε στάσεις και συμπεριφορές που μας χαρακτηρίζουν, κατά καιρούς, όλους, λίγο έως πολύ. Αντίστοιχο βάρος, εκτός από τις βιβλικές μορφές, έχουν μονάχα ορισμένοι ήρωες της κλασικής μυθολογίας ή ιστορίας.

Το έργο του Μιγκέλ ντε Θερβάντες (Miguel de Cervantes, 1547-1613), θεωρείται από πολλούς σαν το πρώτο νεότερο ευρωπαϊκό μυθιστόρημα – εκτοπίζοντας απ’ αυτήν τη θέση τον, ίσως υπερβολικά ιδιόρρυθμο, Πανταγκρυέλ.

ΤΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ΤΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ

Το στοιχείο της παρωδίας των ιπποτικών αφηγημάτων είναι εξαιρετικά εμφανές στο Δον Κιχώτη, με έντονο το κωμικό στοιχείο.

Ο νεότερος Ευρωπαίος, με τη μορφή του Θερβάντες είναι σα να αναγνωρίζει ότι η ταυτότητά του θα διατηρεί ένα χαρακτήρα όχι μόνο φανταστικό αλλά και ειρωνικό

Πολλοί αναγνώστες, κριτικοί και θεωρητικοί της λογοτεχνίας, μα και λογοτέχνες ή φιλόσοφοι απέδωσαν στον ήρωα του Δον Κιχώτη εμβέλεια επικού ή τραγικού ήρωα: εκφράζει και διεκδικεί, σχεδόν απεγνωσμένα, την ισχύ μα και την αναπόφευκτη αδυναμία ενός ολόκληρου πολιτισμού, εκείνου ακριβώς που αποδίδει στη λογοτεχνία μια κρίσιμη θέση και λειτουργία• στο πρόσωπό του η ίδια η λογοτεχνία γίνεται λογοτεχνικός ήρωας.

Ο Άουερμπαχ επιμένει ιδιαίτερα όχι μόνο στον κωμικό και σατιρικό χαρακτήρα του έργου, αλλά και σε ένα ειδικότερο στοιχείο της γραφής του: καλλιέργεια και ανάπτυξη του γνωστού μας, από τον Βοκκάκιο, μέσου ύφους.

 ΘΕΡΒΑΝΤΕΣ (CERVANTÈS, 1547-1613) 

Ο Θερβάντες, καταπιάστηκε πειραματικά κι από δική του προτίμηση, με το βουκολικό μυθιστόρημα, έγραψε ευκαιριακά ποίηση, επιδόθηκε στο θέατρο, εξερευνώντας όλο το φάσμα των ειδών αυτών, μάλλον, με μέτρια αποτελέσματα.

Η λογοτεχνική παραγωγή του Θερβάντες περιλαμβάνει στίχους και πρόζα, κατά τις ισχύουσες στην εποχή του προδιαγραφές της κλασικιστικής Αναγέννησης.

Ωστόσο, στα έργα της δεύτερης περιόδου του επιδεικνύει δεξιοτεχνία σε διάφορα θεατρικά είδη.

Εκτός από τις τραγωδίες και τις κωμωδίες, ο Θερβάντες διέπρεψε στα ελάσσονα θεατρικά είδη, με τα Entremeses (Ιντερλούδια, 1615), που διακρίνονται για την κωμική, χαριτωμένη, ζωηρή, βαθιά και τρυφερή συγχρόνως γραφή τους

Την ικανότητά του για ανανέωση των παραδοσιακών ειδών, ο Θερβάντες την ασκεί και στο χώρο του μυθιστορήματος, είτε προσεγγίζει, στα νιάτα του, το ποιμενικό(Γαλάτεια) ή, στο τέλος της ζωής του το «βυζαντινό» περιπετειώδες μυθιστόρημα ( οι άθλιοι του Περσίλη και της Σιγισμούνδης)

Εάν στην Ισπανία το έργο του Θερβάντες εκτιμάται στο σύνολό του, στον υπόλοιπο κόσμο ο συγγραφέας είναι γνωστό για ένα και μοναδικό βιβλίο: το Δον Κιχώτης.

Ομολογημένος στόχος του συγγραφέα ήταν η παρωδία των ιπποτικών μυθιστορημάτων.

Η κωμική διασκευή του Θερβάντες εντυπωσίασε έντονα τους ίδιους τους αναγνώστες του ιπποτικού μυθιστορήματος, οι οποίοι αγάπησαν στο εξής την παρωδία τόσο πολύ, όσο και τα έργα αυτά καθαυτά.

Το έργο αντιπαραθέτει δύο κόσμους: τον φανταστικό, της περιπετειώδους φιλολογίας, και τον υπαρκτό κόσμο της καθημερινής ζωής, που οι αναγνώστες του γνωρίζουν πολύ καλά. Ο μηχανισμός που αποσυνδέει αλλά και συμπαραθέτει τούτους τους δύο κόσμους, είναι η παραφροσύνη του ήρωα, ένα θέμα που ο συγγραφέας δανείζεται από τον Μαινόμενο Ορλάνδο του Αριόστο

Στην πορεία, αρχίζει σταδιακά και αποκτά όλο και περισσότερη σημασία, ο διάλογος ανάμεσα στον «τρελό» και τον «φρόνιμο» – και τούτο αποτελεί ένα από τα πιο πρωτότυπα χαρακτηριστικά του έργου.

Πιο ξεκάθαρο είναι το μήνυμα: να έχεις την επίγνωση ότι η ζωή δεν είναι παρά ίσκιος και όνειρο, αλλά να τη ζεις σα να μην είναι έτσι.

Ο «πρίγκηψ των μεγάλων πνευμάτων» Θερβάντες είναι ίσως και ένα από τα πιο ευρωπαϊκά πνεύματα ανάμεσα στους μεγάλους συγγραφείς.

Επίσης, ανοίγει το δρόμο για μια νέα παράδοση: το αριστούργημά του, γεννημένο από τους κόλπους της λογοτεχνίας, γεννά με τη σειρά του λογοτεχνία.

Να λοιπόν που ένα βιβλίο που μιλά για το πως η λογοτεχνία επηρεάζει τα πνεύματα, και που τονίζει τους κινδύνους μιας τέτοιας κατάστασης (ο ιππότης της La Mancha καταλήγει να τρελαθεί) ασκεί αυτό το ίδιο μια ευρύτατη και αποφασιστική επίδραση στο λογοτεχνικό πεδίο.                     

ΔΟΝ ΚΙΧΩΤΗΣ

ΔΟΝ ΚΙΧΩΤΗΣ

Από τον 170 αιώνα, ο Δον Κιχώτης σχολιάζεται ενδελεχώς από τους Γάλλους και Άγγλους κριτικούς, και επηρεάζει το αγγλικό μυθιστόρημα του 18ου αιώνα. Αλλά η πανευρωπαϊκή καταξίωση του μυθιστορήματος του Θερβάντες, η αναγωγή του Δον Κιχώτη σε μυθικό ήρωα, είναι έργο του ρομαντισμού.

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ΚΑΙ ΠΟΛΥΓΛΩΣΣΙΑ

Ο μυθιστοριογράφος της εποχής φέρνει στην επιφάνεια πλήθος αναπαραστάσεων, μέσω των οποίων αποδεικνύεται η περίπλοκη πραγματικότητα του σύγχρονου Ευρωπαίου, συμπεριλαμβανομένων και των λογοτεχνικών ειδών που παρωδεί.

Επιπλέον, μέσα σε κάθε κράτος, ακόμα και στο επίπεδο των ατομικών συναναστροφών, διαφαίνεται η ύπαρξη ενός «διαλόγου» μεταξύ γλωσσών και γλωσσικών τρόπων, τον οποίο αξιοποιεί το μυθιστόρημα, προσδίδοντας νέα διάσταση στην αναπαράσταση.

Το αν θα δούμε τον Δον Κιχώτη σαν κωμικό ή τραγικό ήρωα, φαίνεται ότι είναι ζήτημα που υποχρεωτικά παραμένει ανοιχτό ακριβώς επειδή, ως μυθιστορηματικός ήρωας, περιέχει και της τραγωδίας και της κωμωδίας τη γλώσσα.

ΠΗΓΕΣ

  1.  Βάρσος Γιώργος, Ιστορία της Ευρωπαϊκής λογοτεχνίας. Από τον 6ο έως τις αρχές του 18ου αιώνα, εκδ. Ε.Α.Π, Πάτρα 1999

  2. Benoit Annick & Fontaine Gay (επιμ.), Ευρωπαϊκά Γράμματα: Ιστορία της Ευρωπαϊκής Λογοτεχνίας Εκδ. Σοκόλη, μτφρ Α. Ζηράς κ.ά., τΑ., Αθήνα 1999 (Lettres EuropéenesHistoire de la Literature Européene, 1992).

  3. Benoit Annick & Fontaine Gay (επιμ.), Ευρωπαϊκά Γράμματα: Ιστορία της Ευρωπαϊκής Λογοτεχνίας Εκδ. Σοκόλη, μτφρ Α. Ζηράς κ.ά., τ. Β, Αθήνα 1999 (Lettres Européenes: Histoire de la Literature Européene, 1992)

  4. Εγκυκλοπαίδεια, Πάπυρος-LarousseBritannica, εκδ. Πάπυρος, επιμ. Βίκτωρ Αθανασιάδης κ.ά., Αθήνα 21997.

Advertisements
One Comment
  1. Food for thoughts and inspiration permalink

    Reblogged this on Περι Δημοσιογραφίας και Φιλολογίας.

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: