Ευρώπη: Επιστήμη-Αποσύνθεση της Μεσαιωνικής κοσμοαντίληψης τον 14ο αι.

Αποσύνθεση της Μεσαιωνικής κοσμοαντίληψης τον 14ο αι.

Το Κοινωνικό πλαίσιο

οκκαμ14ος αι. περίοδος ανασχηματισμών. Δημογραφική στασιμότητα, πανούκλα, εκατονταετής πόλεμος. Τα ανώτερα αστικά στρώματα συμμάχησαν με τις παραδοσιακές δυνάμεις, ευγενείς και κλήρο και σχηματίζουν πολιτικό μπλοκ που στηρίζει το κατεστημένο. Οι λόγιοι βρέθηκαν στις αυλές και διανοούμενος μεταμορφώνεται σε νέου τύπου λόγιο, τον ουμανιστή αριστοκράτη. Ο λόγιος του Ύστερου μεσαίωνα του 15ου αι. προδίδει την ίδια τη φύση του και μεταβάλλεται σε ουμανιστή των κλειστών κύκλων.

               Το Διανοητικό πλαίσιο

Ο 14ος αιώνας είναι μια περίοδος ανάπτυξης της φυσικής φιλοσοφίας μακριά από τη φύση, μιας φυσικής φιλοσοφίας βασισμένης στη Λογική

Κατά τον Όκκαμ, κατεξοχήν εκπρόσωπο του νομιναλισμού του 14ου αι., δεν μπορούμε να βγάζουμε συμπεράσματα από την εμπειρία και το λόγο σχετικά με ζητήματα που τα υπερβαίνουν (φύση του Θεού, ανθρώπινη ψυχή). 

Κύριο χαρακτηριστικό της νέας περιόδου είναι η άρνηση της ύπαρξης κοινού ερμηνευτικού σχήματος αρμονίας μεταξύ του ανθρώπινου νου και της πραγματικότητας.

Αυτή η αρμονία εκφράζεται με την αξιοποίηση καθολικών εννοιών για την ερμηνεία της πραγματικότητας με όρους καθολικούς, που μπορεί να είναι ουσίες ή μορφές δημιουργημένες από καθολικά γενικά αρχέτυπα ή θεϊκές ιδέες προερχόμενες από τη Θεία Φώτιση ή μέσω αφαίρεσης.      

Γουλιέλμος του Ockham
Γουλιέλμος του Ockham

Από την εποχή του Αυγουστίνου μέχρι τον θάνατο του Ακινάτη, ίσχυε η παραδοχή ότι υπήρχε μια λογική και κατανοητή ερμηνεία του σύμπαντος και μια ανάλυση του ανθρώπου και των δυνατοτήτων του που θα μπορούσε να ανακαλυφθεί και να είναι η τελική για όλους τους ανθρώπους.

 

Κατά τον Όκκαμ το σύμπαν ούτε είναι αναγκαίοι ούτε μπορεί να υπαχθεί σε μία ερμηνεία. Μπορεί να είναι εμπειρικά αισθητό αλλά όχι κατανοητό.

Η αποσύνθεση αυτή οδήγησε σε νέες συνάφειες στη Via Moderna, όπου η μέγιστη πρόοδος συντελέστηκε στα μαθηματικά, στη φυσική θεωρία και τη λογική

Οι διαφορές της ViaModerna από τη ViaAntigua του 14ου αιώνα, μπορούν να ταξινομηθούν στις ακόλουθες περιοχές.

  1. Η πρώτη αφορά τη φύση του γνώσιμου και τις πηγές της γνώσης, τα οποία ο Όκκαμ ταύτισε με ατομικά αντικείμενα που υπάρχουν έξω από τον νου και αποτελούν την μοναδική οντολογική πραγματικότητα, οδηγώντας σε ασυμμετρία ανάμεσα στο εννοιολογικό και στο πραγματικό.

Γενική γνώση υπάρχει, αλλά είναι εφικτή μόνο μέσα από τη γνώση των ατομικών και τελικά αφορά μόνο αυτά.

Κατά συνέπεια τα καθολικά είναι αυτά που μελετώνται σε έναν απόλυτα ατομικό κόσμο. Η μεταφυσική τάξη πρέπει να αντικατασταθεί από τη λογική τάξη και οι καθολικές έννοιες γίνονται αντικείμενο μελέτης στο βαθμό που το νόημά τους εξαρτάται από γραμματικούς τύπους και από το λογικό περιεχόμενο των σχετικών όρων. 

  1. Η δεύτερη περιοχή διαφορών ανάμεσα στις δύο θεωρήσεις αφορά θέματα πίστης και γνώσης. Ανεξάρτητα από την παραδοχή ή μη των αντιλήψεων του Όκκαμ και του 14ου αιώνα, οι χριστιανοί πίστευαν στην εγγενή αβεβαιότητα και στο τυχαίο όλων των όντων πλην του Θεού.

    Οι 2 πλευρές της θεϊκής γνώση οδήγησαν σε αντινομία ανάμεσα στο πραγματικό και το πιθανό σε θέματα γνώσης της φύσης, συνεπώς ο ρόλος της λογικής γίνεται κυρίαρχος στην αναζήτηση αναγκαίων προτάσεων ή αποδείξεων.

    Κατά τον Νικόλαο της Ωτρεκούρτ βέβαιη γνώση είναι αυτή που δεν μπορεί ταυτόχρονα να επιβεβαιωθεί και να απορριφθεί.

    Η προσπάθεια ερμηνείας με χρήση γενικών όρων και εννοιών εγκαταλείφθηκε. Η προσπάθεια μελέτης των ατομικών όντων προσαρμόστηκε στην έκφρασή τους μέσω καθολικών λέξεων, αντί της καθολικής φύσης. Έτσι ο 14ος αι. οδηγείται σε νέους δρόμους έρευνας

    Η έμφαση στη θεολογία δίνεται στο μη φυσικά γνώσιμο και την εξάρτηση από τη Θεία βούληση.

    • Ο 14ος αιώνας οδήγησε, ύστερα από μερικούς αιώνες το άτομο, να γίνει πια κύριο της ατομικότητάς του.

    • Ο Moody στο σημαντικό άρθρο του «Εμπειρισμός και Μεταφυσική στη Μεσαιωνική Φιλοσοφία» (1958) καταλήγει σε δύο συμπεράσματα σχετικά με τον μεσαιωνικό σχολαστικισμό :

    α) ότι η βασική αντιμεταφυσική τάση της εκκλησίας οδήγησε την τελευταία σε επιτυχημένες εμπειρικές αντιλήψεις, μέσα όμως στο πλαίσιο της σχολαστικής παράδοσης, και

    β) ότι, οι μεσαιωνικοί θεολόγοι μέσα από την κριτική της ελληνικής και αραβικής φιλοσοφίας μετασχημάτισαν τελικά τη φιλοσοφία από κυρίαρχη κοσμολογική ελληνική αντίληψη σε δραστηριότητα στην οποία πρωτεύοντα ρόλο έχουν αναλυτικές μορφές φιλοσοφικής αναζήτησης.

    • Η κίνηση ταξινομείται στον Αριστοτέλη ως εξής : εάν η μεταβολή αφορά την ποιότητα της ουσίας έχουμε αλλοίωση, ενώ εάν αφορά την ποσότητά της έχουμε αύξηση ή φθίση και τέλος – εάν αφορά τον τόπο της έχουμε φορά (με τη σημερινή έννοια της κίνησης).

    Ουίλιαμ Όκκαμ

    Ο Όκκαμ έγινε φραγκισκανός μοναχός σε νεαρή ηλικία και σπούδασε θεολογία στην Οξφόρδη. Ο Όκκαμ έχει ως βασικό αξίωμα της φυσικής του θεωρίας την παραδοχή ότι μόνο απόλυτα πράγματα (resabsolutae) υπάρχουν στη φύση και αυτά είναι δύο ειδών : ουσίες και ποιότητες .

    Με τον όρο «ποιότητες» εννοεί αυτά που γίνονται αντιληπτά με τις αισθήσεις, π.χ. μέγεθος, μορφή, βάρος, χρώμα και με τον όρο «ποσότητες», εννοεί την κίνηση τον χρόνο, τα αίτια, τα οποία όμως δεν υπάρχουν ανεξάρτητα από τα αντικείμενα, συνεπώς δεν έχουν ανεξάρτητη ύπαρξη.

    Θα αποδείξει πως η μεταβολή δεν είναι κάτι ανεξάρτητο από τα απόλυτα πράγματα. Η διαδικασία μεταβολής δεν είναι ούτε ουσία, ούτε ποιότητα, ούτε ποσότητα.

    Επίσης, η μετατόπιση είναι το κινητό στις διάφορες θέσεις,

    Επειδή ο Όκκαμ αρνείται να χρησιμοποιήσει τα μαθηματικά σε συνδυασμό με τις οντότητες για να εξηγήσει την κίνηση, οι θέσεις του είναι κενές από φυσική άποψη.

    Ενδιαφέρον έχει η διαφοροποίηση των calculatoriαπό τον Όκκαμ. Ενώ ο Όκκαμ ενδιαφερόταν

    παραδοχή ή μη των αντιλήψεων του Όκκαμ και του 14ου αιώνα, οι χριστιανοί πίστευαν στην εγγενή αβεβαιότητα και στο τυχαίο όλων των όντων πλην του Θεού.

  2. Κατά τον Duns Scotus υπάρχουν 2 είδη δυνάμεων του Θεού: Α) Η συνήθης
    Duns Scotus
    Duns Scotus

    διατεταγμένη δύναμη (poentiaordinate)που εκφράζεται από τους νόμους για τα επίγεια που έδωσε ο Θεός. Β) Η απόλυτη δύναμη (poentiaabsoluta), ως έκφραση της θεϊκής παντοδυναμίας, με μοναδικό περιορισμό την ύπαρξη λογικών αντιφάσεων. Η poentiaabsoluta του Θεού και η συνακόλουθη τυχαιότητα της Δημιουργίας οδηγούν στην κυριαρχία της εμπειρικής γνώσης, εφόσον η γνώσιμη νοητή τάξη των ουσιών παύει να θεωρείται δυνατή.

Οι 2 πλευρές της θεϊκής γνώση οδήγησαν σε αντινομία ανάμεσα στο πραγματικό και το πιθανό σε θέματα γνώσης της φύσης, συνεπώς ο ρόλος της λογικής γίνεται κυρίαρχος στην αναζήτηση αναγκαίων προτάσεων ή αποδείξεων.

Κατά τον Νικόλαο της Ωτρεκούρτ βέβαιη γνώση είναι αυτή που δεν μπορεί ταυτόχρονα να επιβεβαιωθεί και να απορριφθεί.

Η προσπάθεια ερμηνείας με χρήση γενικών όρων και εννοιών εγκαταλείφθηκε. Η προσπάθεια μελέτης των ατομικών όντων προσαρμόστηκε στην έκφρασή τους μέσω καθολικών λέξεων, αντί της καθολικής φύσης. Έτσι ο 14ος αι. οδηγείται σε νέους δρόμους έρευνας

Η έμφαση στη θεολογία δίνεται στο μη φυσικά γνώσιμο και την εξάρτηση από τη Θεία βούληση.

  • Ο 14ος αιώνας οδήγησε, ύστερα από μερικούς αιώνες το άτομο, να γίνει πια κύριο της ατομικότητάς του.

  • Ο Moody στο σημαντικό άρθρο του «Εμπειρισμός και Μεταφυσική στη Μεσαιωνική Φιλοσοφία» (1958) καταλήγει σε δύο συμπεράσματα σχετικά με τον μεσαιωνικό σχολαστικισμό :

α) ότι η βασική αντιμεταφυσική τάση της εκκλησίας οδήγησε την τελευταία σε επιτυχημένες εμπειρικές αντιλήψεις, μέσα όμως στο πλαίσιο της σχολαστικής παράδοσης, και

β) ότι, οι μεσαιωνικοί θεολόγοι μέσα από την κριτική της ελληνικής και αραβικής φιλοσοφίας μετασχημάτισαν τελικά τη φιλοσοφία από κυρίαρχη κοσμολογική ελληνική αντίληψη σε δραστηριότητα στην οποία πρωτεύοντα ρόλο έχουν αναλυτικές μορφές φιλοσοφικής αναζήτησης.

  • Η κίνηση ταξινομείται στον Αριστοτέλη ως εξής : εάν η μεταβολή αφορά την ποιότητα της ουσίας έχουμε αλλοίωση, ενώ εάν αφορά την ποσότητά της έχουμε αύξηση ή φθίση και τέλος – εάν αφορά τον τόπο της έχουμε φορά (με τη σημερινή έννοια της κίνησης).

Ουίλιαμ Όκκαμ

Ο Όκκαμ έγινε φραγκισκανός μοναχός σε νεαρή ηλικία και σπούδασε θεολογία στην Οξφόρδη. Ο Όκκαμ έχει ως βασικό αξίωμα της φυσικής του θεωρίας την παραδοχή ότι μόνο απόλυτα πράγματα (resabsolutae) υπάρχουν στη φύση και αυτά είναι δύο ειδών : ουσίες και ποιότητες .

Με τον όρο «ποιότητες» εννοεί αυτά που γίνονται αντιληπτά με τις αισθήσεις, π.χ. μέγεθος, μορφή, βάρος, χρώμα και με τον όρο «ποσότητες», εννοεί την κίνηση τον χρόνο, τα αίτια, τα οποία όμως δεν υπάρχουν ανεξάρτητα από τα αντικείμενα, συνεπώς δεν έχουν ανεξάρτητη ύπαρξη.

Θα αποδείξει πως η μεταβολή δεν είναι κάτι ανεξάρτητο από τα απόλυτα πράγματα. Η διαδικασία μεταβολής δεν είναι ούτε ουσία, ούτε ποιότητα, ούτε ποσότητα.

Επίσης, η μετατόπιση είναι το κινητό στις διάφορες θέσεις,

Επειδή ο Όκκαμ αρνείται να χρησιμοποιήσει τα μαθηματικά σε συνδυασμό με τις οντότητες για να εξηγήσει την κίνηση, οι θέσεις του είναι κενές από φυσική άποψη.

Ενδιαφέρον έχει η διαφοροποίηση των calculatoriαπό τον Όκκαμ. Ενώ ο Όκκαμ ενδιαφερόταν

να αναγάγει οτιδήποτε έχει πραγματική σημασία στα ατομικά πράγματα, ο Heytesbury του Μέρτον θεώρησε ότι πέρα από τα πραγματικά υπάρχουν και οι φυσικομαθηματικές έννοιες: σημείο, γραμμή, επιφάνεια, στιγμή, χρόνος κίνηση και οδηγήθηκε σε νέους υπολογισμούς και νέες ακρίβειες. 

 Ζαν Μπουριντάν

jean-buridan
Jean Buridan

Αξιοσημείωτη είναι η αντίληψη του Μπουριντάν για την αριστοτελική έννοια του χώρου και η κριτική του στον ριζοσπάστη φιλόσοφο Νικόλαο της Ωτρεκούρτ.

Ο Μπουριντάν διακρίνει δύο πλευρές στον αριστοτελικό χώρο:

  1. τον χώρο με την έννοια του περιβάλλοντος χώρου ο οποίος κινείται μαζί με το περιεχόμενό του, και

  2. αυτόν ο οποίος δεν κινείται π.χ. ο πύργος της Νοτρ Νταμ (ακίνητος), αντίθετα με τον περιβάλλοντα χώρο – αέρας (κινητός). 

 Νικόλαος της Ώτρεκουρτ

Σπούδασε νομικά και θεολογία στο πανεπιστήμιο του Παρισιού και ήταν οπαδός του Όκκαμ.

Η κεντρική του θέση αφορά τη μη ύπαρξη ορίου στον φιλοσοφικό σκεπτικισμό για την ύπαρξη αντικειμένων τα οποία υπάρχουν έξω από τον νου μας.

Οι απόψεις του δεν ήταν κυρίαρχες στην εποχή του, παρά υπογράμμισαν μέσω της εσωτερικής κριτικής τον απόηχο της σκέψης της εποχής του. 

Νικόλαος Ορέμ

nicole-oresme
Nicole Oresme

Ο Γάλλος Νικόλαος Ορέμ, μαθητής του Μπουριντάν, σε μια πλευρά του έργου του διατυπώνει την άποψη ότι οι κινήσεις των ουράνιων σωμάτων είτε είναι σύμμετρες μεταξύ τους είτε σε ορισμένες περιπτώσεις παρουσιάζουν ασυμμετρότητα.

Σύμφωνα με την άποψη αυτή διαχωρίζονται τα μαθηματικά από την αστρονομία της πράξης καθώς τα πρώτα αφορούν ακριβή μεγέθη ενώ η αστρονομία αξιοποιεί μετρήσεις, ώστε να μην είναι δυνατή πλήρης ακρίβεια με τη βοήθεια κανενός πίνακα.

Ο Νικόλαος Ορέμ, ως ένας από τους ευφυέστερους επιστήμονες του 14ου αιώνα δεν υπερβαίνει τα όρια του αριστοτελικού πυρήνα και διατηρεί τον διαχωρισμό μεταξύ υπερσελήνιου – γήινου κόσμου.  

ΠΗΓΕΣ

  1.       Ασημακόπουλος Μ.- Τσιαντούλας Α., Οι Επιστήμες της φύσης και του ανθρώπου στην Ευρώπη τ.Α, Εκδ. Ε.Α.Π., Πάτρα 2001.
  2.       Crombie A.C., Από τον Αυγουστίνο στον Γαλιλαίο, τ. Α, Εκδ. Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, μτφρ. Θ Τσίρη- Ι. Αρζόγλου, Αθήνα 1994.
  3.      Lindberg D., Οι απαρχές της Δυτικής Επιστήμης, Εκδ. Ε.Μ.Π, μτφρ. Η. Μαρκολέφας, Αθήνα2 1997.

                          

Advertisements

ΕΜΙΛ ΖΟΛΑ Ο ΘΕΜΕΛΙΩΤΗΣ ΤΟΥ ΝΑΤΟΥΡΑΛΙΣΜΟΥ

Ο Νατουραλισμός του Εμίλ Ζολά

ΕΜΙΛ ΖΟΛΑ
ΕΜΙΛ ΖΟΛΑ

Η ποικιλομορφία και η εμφάνιση νέων εκδοχών του Ρεαλισμού στον 20ο αιώνα οφείλεται, κυρίως στο γεγονός ότι συνιστά ένα γενικό τύπο γραφής και προσέγγισης της πραγματικότητας. Αντίθετα, ο Νατουραλισμός συνοδεύεται από συγκεκριμένες αντιλήψεις και μεθοδολογία. Στην αρχαία φιλοσοφία, απέδιδε τον υλισμό στις διάφορες εκδοχές του. Ενώ, τον 18ο αιώνα χαρακτηρίζει το φιλοσοφικό σύστημα που που θεωρούσε πως το σύμπαν και η ανθρώπινη ζωή μέα σ’ αυτό καθορίζονταν από φυσικές κι όχι υπερβατικές δυνάμεις.

Στον 19ο αιώνα, ο όρος κληρονομείται με τις αρνητικές αποχρώσεις του υλισμού και του αθεϊσμού και τη θετική της επιστημονικής εξέτασης των φυσικών φαινομένων. Επιπλέον, ο όρος «νατουραλιστής» στις καλές τέχνες, χαρακτηρίζει το ζωγράφο που αναπαριστά τη φύση και τη σύγχρονη ζωή αντί για μυθικές, ιστορικές ή αλληγορικές σκηνές. Ο όρος μεταφέρεται στη λογοτεχνία από τον Εμίλ Ζολά στη δεκαετία του 1860, όταν υπερασπίστηκε τους νέους ιμπρεσιονιστές ζωγράφους, που αντλούσαν τα θέματά τους από τη φύση.

Ο νατουραλισμός συνιστά συνέχεια και επίταση του ρεαλισμού, συνάμα αποτελεί και λογοτεχνικό κίνημα το οποίο, εκδηλώνεται μεν σε διαφορετικό χρόνο και με διαφορετική μορφή σ’ όλες τις χώρες της Ευρώπης, είναι δε σαφώς προσδιορισμένος από συγκεκριμένη θεωρία, μέθοδο και θεματική.

Θεωρία: επηρεάζεται από τη βιολογία. Πιο συγκεκριμένα από τη θεωρία της εξέλιξης του Δαρβίνου, όπου τα ζώα εξελίσσονται με τη διαδικασία της φυσικής επιλογής, κατά την οποία επικρατούν τα ισχυρότερα. Επίσης, από τη θεωρία κληρονομικότητας του Ιππολύτ Ταιν, κατά την οποία η ανθρώπινη συμπεριφορά καθορίζεται από κληρονομικές έμφυτες ορμές, από την επίδραση του περιβάλλοντος και από την πίεση της τυχαίας στιγμής. Η νατουραλιστική θεώρηση του ανθρώπου ως όντος στερημένου από ευγενικές ή θείες καταβολές, [….] παραπέμπει στις παραπάνω θεωρίες. Ο τίτλος του μυθιστορήματος του Ζολά, Το ανθρώπινο κτήνος συμπικνώνει εύγλωτα την εικόνα του «φυσιολογικού ανθρώπου» που προβάλει το νατουραλιστικό μυθιστόρημα.

Μέθοδος: Καθοριστική είναι η επίδραση της επιστήμης ως προς τη μέθοδο της ουδέτερης παρατήρησης, της εξονυχιστικής καταγραφής και της αντικειμενικής ανάλυσης. Έτσι, στο έργο των νατουραλιστών, ο άνθρωπος παράγει το καλό ή το κακό χωρίς να ευθύνεται γι’ αυτό. Ενώ, και ο συγγραφέας δεν ευθύνεται για τα «ντοκουμέντα» που καταγράφει αμέτοχος. Η συγκεκριμένη στάση, αφενός είναι απαισιόδοξη και βαρετή, εφόσον διαγράφει την ελευθερία της ανθρώπινης βούλησης. Αφετέρου, θεωρείται αμοραλιστική, γιατί αρνείται κάθε δυνατότητα ανθρώπινης παρέμβασης.

Θεματική: Η καταθλιπτική θεματική του νατουραλισμού επέτεινε τις κατηγορίες για αμοραλισμό. Συνήθως επικεντρώνεται στην χρηματική και σεξουαλική διαφθορά ης άρχουσας τάξης, την εξαθλίωση των εργατών, τον αλκοολισμό, την πορνεία και την στυγνή καταπίεση των γυναικών.

Κύριος εκφραστής και απόστολος του κινήματος στη Γαλλία είναι ο Ζολά, ο οποίος θεμελίωσε θεωρητικά το νέο δόγμα με μια σειρά δοκιμίων και το εφάρμοσε στα μυθιστορήυματά του. Στον πρόλογο (Β’ έκδοση) του πρότυπου νατουραλιστικού μυθιστορήματος Τερέζ Ρακέν και στο Πειραματικο μυθιστόρημα, συμπικνώνονται οι συγκεκριμένες αρχές: ο νατουραλιστής εργάζεται επιστημονικά όπως ένας γιατρός:

  • Παρατηρεί αποστασιοποιημένος το περιστατικό που έχει μπροστά του,
  • διατυπώνει μια θεωρία για τα αίτια του
  • και πειραματίζεται με τις συνθήκες που προκαλούν στους χαρακτήρες του τη συγκεκριμένη παθολογική συμπεριφορά, ώστε να επαληθεύσει την αρχική του υπόθεση.

Η ταύτιση της τέχνης με την επιστήμη δίνει έμφαση στην κλινική μέθοδο αδιαφορώντας για την αισθητική. Συνεπώς, στα τρωτά σημεία του νατουραλισμού συγκαταλέγονται:

  • Η παραμέληση της μορφής,
  • η ρηχή ντετερμινιστική θεώρηση της ανθρώπινης ζωής
  • Το λογικά ανεφάρμοστο των νατουραλιστικών κανόνων αφενός γιατί η ανθρώπινη συμπεριφορά είναι ιδιοσυγκρασιακή και συχνά απροσδόκητη, αφετέρου ο νατουραλιστής δημιουργός καθορίζεται από τον υποκειμενισμό της δικής του ματιάς, ψυχοσύνθεσης και έκφρασης.

Το αυστηρό νατουραλιστικό εγχείρημα δέχτηκε αυστηρή κριτική και δεν άντεξε στο χρόνο. Τα δύο πιο αξιόλογα μέλη της ομάδας του Μεντάν, ο Μωπασσάν και ο Ζορίς-Καρλ Ουισμάν στρέφονται σε τρόπους γραφής που συνταιριάζουν την πραγματιστική γραφή και την ποιητικότητα της έκφρασης, το μυστήριο ή την πνευματική αναζήτηση. Όπως κι ίδιος ο Ζολά, παραμένει αξιανάγνωστος χάρη στις συμβολικές και αλληγορικές πτυχές του έργου του.

Στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες εμφανίστηκαν νατουραλιστικά έργα που έδιναν έμφαση στην εγγενή σκληρότητα της βιομηχανικής κοινωνίας αλλά δεν ασπάζονταν όλες τις αρχές του γαλλικού κινήματος. Στην ειδική μορφή του ιταλικού νατουραλισμού, γνωστού ως βερισμού, ο σημαντικότερος εκπρόσωπός του ο Τζιοβάνι Βέργκα, καλλιεργεί μια γραφή που τρέπεται προς τον συναισθηματικό λυρισμό.

Η ΝΑΤΟΥΡΑΛΙΣΤΙΚΗ ΣΧΟΛΗ. ΟΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΜΕ ΤΟΝ ΡΕΑΛΙΣΜΟ

Αδιαμφισβήτητος θεμελιωτής του νατουραλισμού είναι ο Εμίλ Ζολά. Από την Γαλλία που εμφανίστηκε στη δεκαετία του 1870, ο νατουραλισμός απλώνεται κατά τα επόμενα 20 χρόνια σε όλη την Ευρώπη, δίνοντας διέξοδο στις ήδη υπάρχουσες στο εσωτερικό των διαφόρων εθνικών λογοτεχνιών ανάλογες αναζητήσεις. […..]

Ρεαλισμός και νατουραλισμός είναι έννοιες υπάλληλες, σε ότι αφορά τουλάχιστον τα λογοτεχνικά πράγματα: ο ρεαλισμός είναι ευρύτερη και ο νατουραλισμός στενότερη, εφόσον ο τελευταίος προϋποθέτει και δέχεται όλες τις βασικές θεωρητικές αρχές και τη θεματική του ρεαλισμού.

[….] η νατουραλιστική σχολή, μέσω της θεωρίας του Ζολά, απαιτεί από τον λογοτέχνη να εφαρμόσει και συγκεκριμένη μέθοδο κατά τη διαδικασία παραγωγής του έργου του. Πρόκειται για μέθοδο αυστηρά επιστημονική, ανάλογη με την μέθοδο των φυσικών επιστημών, η οποία είχε χρησιμοποοιηθεί για πρώτη φορά από τον Σαιντ-Μπεβ, κυριότατα όμως από τον Ταιν, σε μια θετικιστική κριτική των λογοτεχνικών φαινομένων.

Η ΘΕΤΙΚΙΣΤΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΗ. ΤΟ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

Ο Ιππόλυτος Ταιν, φιλόσοφος, ιστορικός και κριτικός, θέτει ως στόχο να ανακαλύψει τους νόμους που καθορίζουν, σύμφωνα με το σχήμα αίτιο-αιτιατό, και τη λογοτεχνία, όπως και κάθε ζωντανό οργανισμό. Έτσι, διατυπώνει τη θεωρία ότι οι συνθήκες μέσα από τις οποίες αναδύεται μια λογοτεχνία, δηλαδή η φυλή, το περιβάλλον – φυσικό, κοινωνικό, πολιτικό – και η στιγμή, προκαθορίζουν και τα κυρίαρχα χαρακτηριστικά και την εξέλιξη της λογοτεχνίας αυτής.

Τον επόμενο χρόνο οι αδελφοί Έντμοντ και Ζυλ ντε Γκονκούρ εκδίδουν το έργο τους Ζερμινί Λασερτέ συνοδεύοντας το με ένα διάσημο πρόλογο. Στο μυθιστόρημα αυτό εμφανίζονται για πρώτη φορά δύο από τα βασικά γνωρίσματα του νατουραλισμού: ηρωίδα είναι μια υπηρέτρια, πρόσωπο δηλαδή από τα κατώτερα λαϊκά στρώματα, και επιπλέον η συμπεριφορά της μελετάται χωρίς προκατάληψη και ανατέμνεται από γραφίδα που δε διαφέρει από τον φακό κλινικού γιατρού, του βιολόγου ή του ανατόμου.

Το έργο του Ζολά, Τερέζ Ρακέν μπορεί να θεωρηθεί ως το πρώτο νατουραλιστιό μυθιστόρημα. Ο νατουραλισμός έγκειται όχι στην υπόθεση (σύζηγος και εραστής δολοφονούν το σύζυγο και αυτοκτονούν από τύψεις), αλλά στην ερμνεία των πράξεων των ηρώων και της εξέλιξής τους. Οι αντιδράσεις και οι επιλογές των πρωταγωνιστών παρουσιάζονται να προκαθορίζονται αναπόφευκτα από τυφλές εσωτερικές παρορμήσεις, από «το νευρικό σύστημα και το αίμα τους» που τους εξουσιάζουν και δεν αφήνουν κανένα περιθώριο στην ελεύθερη ανθρώπινη βούληση ή στην ηθική.

Ο ΕΜΙΛ ΖΟΛΑ ΚΑΙ ΤΟ ΠΕΙΡΑΜΑΤΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

[…] [Πρόλογο Τερέζ Ρακέν, Πειραματικό μυθιστόρημα, κριτικά κείμενα] Ο Ζολά διατυπώνει τη θεωρία του για το «πειραματικό», όπως το ονομάζει, μυθιστόρημα: μ’ αυτήν φιλοδοξεί να δώσει στο νατουραλισμό χαρακτήρα επιστημονικής μάθησης και στους συγγραφείς εργαλείο μιας αυστηρής μεθόδου. [….] ο Ζολά υποστηρίζει την άποψη ότι «ο μυθιστοριογράφος είναι καμωμένος από έναν παρατηρητή και έναν πειραματιστή». Ο παρατηρητής επιλέγει το θέμα του (π.χ. ο αλκοολισμός) και διατυπώνει την υπόθεσή του (π.χ. ο αλκοολισμός οφείλεται στην κληρονομικότητα ή στην επίδραση του περιβάλλοντος). Ο πειραματισμός συνίσταται στο γεγονός ότι ο συγγραφέας «παρεμβαίνει με τρόπο άμεσο για να τοποθετήσει τον ήρωά του σε συνθήκες», οι οποίες θα αποκαλύψουν τον μηχανισμό του πάθους του, επαληθεύοντας την αρχική υπόθεση. «Στο τέλος υπάρχει η γνώση του ανθρώπου, γνώση επιστημονική, με την ατομική και κοινωνική της διάσταση».[….]

Κύριος στόχος του Ζολά στο πρόγραμμα αυτό είναι να αποδείξει τον καθοριστικό ρόλο του περιβάλλοντος (φυσικού, κοινωνικού,κ.λ.π) και της κληρονομικότητας στη ζωή του ανθρώπου, του μόνου που δεν ευθύνεται, τελικά, για την ηθική εξαχρείωσή του. [….] Οι δυνατές και τολμηρές περιγραφές του ξετυλίγουν μπροστά μας το δράμα του ατόμου που η κοινωνική αδικία και αδιαφορία αναγκάζουν να επιστρέψει σταδιακά στην κατάσταση του ζώου.

Η ΓΑΛΛΙΚΗ ΝΑΤΟΥΡΑΛΙΣΤΙΚΗ ΟΜΑΔΑ

Το 1880, όταν ο Ζολά ήταν ο αδιαμφισβήτητος ηγέτης του νατουραλισμού, μια ομάδα νεαρών μυθιστοριογράφων εκδίδει μια συλλογή διηγημάτων με τίτλο Οι βραδιές του Μεντάν, τίτλος που παραπέμπει στο εξοχικό του Ζολά, όπου συνήθιζαν να συγκεντρώνονται. Το θέμα των διηγημάτων είναι κοινό: ο γαλλοπρωσικός πόλεμος του 1870.

Ο Γκυ ντε Μωπασάν πρωτοεμφανίζεται στα γράμματα με τη νουβέλα Η χοντρομπαλού (1880). Η αξία του αναγνωρίζεται αμέσως και ο ίδιος γίνεται γρήγορα διάσημος με μια σειρά διηγημάτων που έχουν συνήθως ως θέμα την επαρχιακή ζωή στην Νορμανδία. [….] Από το σύνολο του έργου του αναδύεται μια πεσιμιστική άποψη για την ανθρώπινη μοίρα: «Τα πάντα επαναλλαμβάνονται οικτρώς και αενάως».[…]

Πλην του Ζολά, του Μωπασάν και ίσως του Ντωντέ, τα άλλα μέλη της ομάδας του Μεντάν ξεχάστηκαν γρήγορα. Έτσι στην ίδια την πατρίδα του ο νατουραλισμός ξεθύμανε γρήγορα και εγαταλείφθηκε από τους οπαδούς του.

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΡΟΣΛΗΨΗ ΤΟΥ ΝΑΤΟΥΡΑΛΙΣΜΟΥ

Ο νατουραλισμός προκαλεί παντού το ενδιαφέρον, ακόμα κι όταν γίνεται αντικείμενο κριτικής, κυρίως ως θεωρία και λιγότερο ως λογοτεχνική πράξη. Αντιμετωπίζεται με σκεπτικισμό η άποψη ότι ο συγγραφέας μπορεί να χρησιμοποιεί μεθόδους αυστηρές και επιστημονικές. Ακόμη, διατυπώνονται διαμαρτυρίες κατά του υλισμού του νατουραλισμού, κατά του ντετερμινισμού, ο οποίος παρουσιάζεται να προκαθορίζει τη ζωή του ανθρώπου μέσω της επίδρασης του περιβάλλονοτος και της κληρονομικότητας. [….]

Στον αντίποδα, ο νατουραλισμός γίνεται αντικείμενο θετικής υποδοχής, καθώς αναγνωρίζεται πως το ρεύμα αυτό πλουτίζει τη θεματική παρακαταθήκη του μυθιστορήματος με την εισαγωγή νέων μοτίβων, όπως είναι η κοινωνική αδικία ή η επίδραση του περιβάλλοντος στη συμπεριφορά του ανθρώπου, και ανανεώνει τη μυθιστοριματική γραφή με τη ζωγραφική ζωντάνια και τον έντονο χρωματισμό των περιγραφών.

ΠΗΓΕΣ

  1. Βάρσος Γιώργος, Ιστορία της Ευρωπαϊκής λογοτεχνίας. Από τον 6ο έως τις αρχές του 18ου αιώνα, εκδ. Ε.Α.Π., Πάτρα 1999.
  2. Benoit Annick & Fontaine Gay (επιμ.), Ευρωπαϊκά Γράμματα: Ιστορία της Ευρωπαϊκής Λογοτεχνίας Εκδ. Σοκόλη,μτφρ. Α. Ζηράς κ.ά., τ. Α, Αθήνα 1999 (Lettres Européenes: Histoire de la Literature Européene, 1992)
  3. Benoit Annick & Fontaine Gay (επιμ.), Ευρωπαϊκά Γράμματα: Ιστορία της Ευρωπαϊκής Λογοτεχνίας Εκδ. Σοκόλη,μτφρ. Α. Ζηράς κ.ά., τ. Β, Αθήνα 1999 (Lettres Européenes: Histoire de la Literature Européene, 1992).
  4. Γκότση Γ. & Προβατά Δ., Ιστορία της Ευρωπαϊκής λογοτεχνίας. Από τις αρχές του 18ουέως τον 20ο αιώνα, εκδ. Ε.Α.Π., Πάτρα 2000.

ΕΥΡΩΠΗ: ΕΠΙΣΤΗΜΗ-ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΗ ΚΟΣΜΟΛΟΓΙΑ/ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΙΝΗΣΗ ΤΗΣ ΓΗΣ

          ΚΟΣΜΟΛΟΓΙΑ ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ ΜΕΣΑΙΩΝΑ

Κατά τους Μέσους Χρόνους δεν αναπτύχθηκε μια ουσιαστική σύνθεση ανάμεσα στην κυρίαρχη αριστοτελική κοσμολογία και τη χριστιανική πίστη….η κοσμολογία μας έδωσε τελικά τη μεσαιωνική εικόνα του κόσμου, ενώ η τεχνική αστρονομία της εποχής έδωσε μόνο μερικές συνοριακές συνθήκες των προβλημάτων.

Η αστρονομία, μια από τις επτά ελευθέριες τέχνες, κατείχε πάντα σημαντική θέση στο εκπαιδευτικό σύστημα, είτε στα μοναστικά σχολεία είτε στα πανεπιστήμια. Οι πρακτικές εφαρμογές (προσανατολισμός εκκλησιών, Μέκκα, ναυσιπλοΐαημερολόγιο) έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην ανάπτυξή της.

ΜΕΚΚΑ
ΜΕΚΚΑ

ΚΟΣΜΟΛΟΓΙΚΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ. Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Η μεσαιωνική κοσμολογία ασχολείται με ερωτήματα του τύπου: Έχει αρχή & τέλος το σύμπαν; Δημιουργήθηκε εκ του μηδενός; Είναι τέλειο; Υπάρχει τίποτα πέρα απ’ αυτό; Βρίσκεται σε συγκεκριμένη θέση; Υπάρχουν άλλοι κόσμοι; Πόσες είναι οι ουράνιες σφαίρες που φέρουν πλανήτες; Ποιος κινεί αυτές τις σφαίρες; Υπάρχει κόπωση σ’ αυτές τις κινήσεις; Σχηματίζουν οι σφαίρες ένα συνεχές ή είναι διακριτές; Είναι οι σφαίρες ρευστές ή σκληρές; …..Ποια είναι η σχέση της Γης με το σύμπαν; Ποιο το σχήμα της και η θέση της; Επιστημονικά ερωτήματα: Πως σχετίζεται η κοσμολογία του Αριστοτέλη με την αστρονομία του Πτολεμαίου

Κατά τη χριστιανική παράδοση, κυρίαρχη είναι η αντίληψη αρχής του σύμπαντος, ενώ κατά την αρχαία ελληνική η ύλη δεν έχει αρχή.

Για τον Αριστοτέλη, τα σώματα κινούνται σύμφωνα με τη φύση τους και οι κινήσεις είναι πεπερασμένες. Συνεπώς, ένας κόσμος με διαφορετικού τύπου σώματα θα ήταν κόσμος μόνο κατ’ όνομα αφού η κινηματική συμπεριφορά των σωμάτων θα έρχονταν σε πλήρη αντίθεση με τις αντιλήψεις του για την κίνηση. (178)

Το ζήτημα της αιωνιότητας του κόσμου αποτέλεσε κεντρικό θέμα τον 13ο αι. στο Παρίσι. …Οι λόγιοι του 13ου & 14ου αι. προσπάθησαν να συμβιβάσουν δημιουργία & αιωνιότητα του κόσμου. Οι απόψεις που υποστηρίχτηκαν είναι οι εξής:

  1. Ο κόσμος δημιουργήθηκε αλλά η ύλη είναι αιώνια (καταδικάστηκε).

  2. Ο χρόνος αρχίζει όταν ο Θεός δημιούργησε την πρώτη κίνηση, συνεπώς η αιωνιότητα ταυτίζεται με την πλήρη διάρκεια του χρόνου.

  3. Δεν μπορεί να αποδειχτεί η πρόταση περί αρχής του κόσμου. Ο Ακινάτης που την υιοθέτησε, υποστήριξε πως η θεϊκή παντοδυναμία, μπορεί να παράγει γεγονότα ταυτόχρονα, συνεπώς να δημιουργήσει κόσμο χωρίς χρονική αρχή, έναν αιώνια υπάρχοντα κόσμο. 

Nicole Oresme
Nicole Oresme

 Τον 14ο αι. Μπουριντάν & Όρεμ θεωρούν ότι ο κόσμος δημιουργείται βάσει της πίστης, αλλά η λογική ανάλυση του υπερσελήνιου κόσμου οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο κόσμος δεν μπορεί να έχει δημιουργηθεί ή να καταστραφεί, με φυσικά μέσα, με τρόπο κατανοητό. Αλλά επειδή έχει δημιουργηθεί από τη θέληση του Θεού δεν μπορεί να είναι αιώνιος.

Η ΤΕΛΕΙΟΤΗΤΑ & Η ΠΟΛΛΑΠΛΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ. ΤΟ ΕΞΩΚΟΣΜΙΚΟ ΚΕΝΟ.

Ο κόσμος του Μεσαίωνα αποτελεί θεϊκό δημιούργημα, οπότε μπαίνει το ερώτημα αν είναι τέλειος. Η έννοια του κόσμου-σύμπαντος έχει 4 περιεχόμενα:

1. Το ευρύτερο περιέχει το σύνολο των υλικών & πνευματικών πραγμάτων, περιλαμβάνοντας τον Θεό και τις διάνοιες.

2. Υπάρχουν όλα τα προηγούμενα εκτός του Θεού.

3. Περιλαμβάνει υποσελήνιο κόσμο & ουράνια σώματα.

4. Μόνο ο υποσελήνιος κόσμος

Για τον Αριστοτέλη η τελειότητα είναι 2 ειδών: Απόλυτη & Σχετική

Οι περισσότεροι μεσαιωνικοί λόγιοι δεν θεωρούσαν ότι ο κόσμος είναι τέλειος.

Μπουριντάν: Το ευρύτερο περιέχει το σύνολο των υλικών & πνευματικών πραγμάτων, περιλαμβάνοντας τον Θεό και τις διάνοιες

Jean Buridan
Jean Buridan

(θέση 1) δεν αποτελεί όλον. Αποτελεί ετερογενή συνάθροιση, η οποία περιλαμβάνει το Θεό ως απόλυτα τέλειο, συνεπώς η συνάθροιση δεν μπορεί να έχει τον ίδιο βαθμό τελειότητας. Επίσης, αν ο κόσμος περιλαμβάνει υποσελήνιο κόσμο & ουράνια σώματα (θέση 3), αποτελεί ετερογενές σύνολο που δεν είναι τέλειο, γιατί τέλειος είναι μόνο ο Θεός

Οι μεσαιωνικοί δέχονταν κατά βάση μια σχετική τελειότητα του κόσμου (παρατηρούσαν ατέλειες στη φύση)….ρωτούσαν αν ο Θεός είναι σε θέση να τον βελτιώσει:

Πέτρος ο Λομβαρδός: Ο Θεός ως παντοδύναμος έκανε τα πράγματα τα κάλλιστα δυνατά, αλλά παράλληλα έχουν δυνατότητα βελτίωσης. Συνεπώς, ο Θεός μπορεί να τα βελτιώσει. Αυτή η τυπικά σχολαστική τοποθέτηση αποτέλεσε βάση των μεσαιωνικών αντιλήψεων περί τελειότητας.

Η τελειότητα του κόσμου στον χριστιανισμό ταυτίζεται με την αγαθότητα και κρίνεται και με βάση τη σχέση της με το Θεό: Ο κόσμος δεν μπορεί να βελτιωθεί με αύξηση τελειότητας του Θεού, γιατί Αυτός είναι ήδη τέλειος. Η τελειότητα αυξάνει με αύξηση του αριθμού των ειδών & ποιοτική βελτίωση, αλλά ποτέ δεν γίνεται κάτι απόλυτα τέλειο.

Μπουριντάν: Ο Θεός δεν κατασκευάζει άπειρο εν ενεργεία, συνεπώς απόλυτα τέλειο, γιατί αυτό θα περιόριζε τη δύναμή Του, αφού έπειτα δε θα μπορούσε να κατασκευάζει κάτι τελειότερο. Κατά τους σχολαστικούς, ο Θεός έφτιαξε τον κόσμο όσο τέλειο θεωρούσε ότι χρειάζετα

Τα προβλήματα τελειότητας του κόσμου οδηγούν ευθέως στο πρόβλημα πλήθους των κόσμων.:

Ο Αριστοτέλης αρνείται την πολλαπλότητα των κόσμων. (Αντίθεση με τη θεϊκή παντοδυναμία τον 13ο αι.).. Το κενό είναι αδύνατο για τον Αριστοτέλη και συνεπώς η πολλαπλότητα κόσμων

Για τους σχολιαστές: η θεϊκή παντοδυναμία μπορούσε να κατασκευάσει πολλούς κόσμους, αλλά η φύση ως αιτιακό δημιούργημα δεν είναι σε θέση να δεχτεί επιπλέον κόσμους.

Ο Όρεμ υπονομεύει την αριστοτελική φυσική διδασκαλία.. Ο Θεός μπορεί εκ του μηδενός να κατασκευάσει ένα νέο κόσμο.

Μπουριντάν: Αν ο Θεός ήθελε μπορούσε να κατασκευάσει κενό, αλλά δεν πρέπει να το υποθέσουμε, γιατί οφείλουμε να μην υποθέτουμε πράγματα που δεν είναι αντιληπτά από τις αισθήσεις, την εμπειρία, το φυσικό κόσμο & τη Βίβλο. Πάντως δέχεται την υπερφυσική δυνατότητα ύπαρξης εξωκοσμικού κενού

Η ΑΦΘΑΡΣΙΑ ΤΟΥ ΣΥΜΠΑΝΤΟΣ & Η ΑΜΕΤΑΒΛΗΤΗ ΟΥΡΑΝΙΑ ΥΛΗ

Οι Έλληνες κληροδότησαν στους Μέσους Χρόνους 2 αντιτιθέμενες απόψεις για την οντολογική φύση του σύμπαντος:        

ΠΛΑΤΩΝΑΣ κ' ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ.
ΠΛΑΤΩΝΑΣ κ’ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ.
  1. Πλάτωνας στον Τιμαίο: η σωματικότητα του σύμπαντος πρέπει να αποδοθεί στην παρουσία του γήινου στοιχείου, η φωτιά κυριαρχεί στη σύστασή τους, ενώ τα’ άλλα 2 στοιχεία αναγκαστικά υπάρχουν, λόγω πλατωνικής αντίληψης που απαιτεί 2 οντολογικές μεσότητες, με τη μορφή γεωμετρικής αναλογίας.

  2. Αριστοτέλης: Διάκριση ευθύγραμμης κίνησης με τα 4 υποσελήνεια στοιχεία & κυκλικής κίνησης ουράνιων σωμάτων και ύπαρξης του 5ου στοιχείου του Αιθέρα

Κυριάρχησε η αριστοτέλεια άποψη κατά τους Μέσους Χρόνους , την οποία οι σχολαστικοί υπεράσπισαν τόσο θεωρητικά όσο και μέσω παρατηρήσεων. Η συσχέτιση των ουρανών με πνεύματα και η ασύγκριτη ανωτερότητά τους από τον υποσελήνιο κόσμο ήταν από τα θεμέλια της χριστιανικής μεσαιωνικής κοσμοαντίληψης.

Η θεωρητική ερμηνεία του αμετάβλητου των ουρανών περιλάμβανε το βασικό μηχανισμό γένεσης και φθοράς του Αριστοτέλη, σύμφωνα με το οποίο η μεταβολή σε υλικά σώματα προϋποθέτει την ύπαρξη σ’ αυτά μορφών ή ποιοτήτων οι οποίες είναι δυνάμει αντικαταστάσιμες από τις αντίθετές τους. Ο συγκεκριμένος μηχανισμός δεν ισχύει για τον αιθέρα , καθώς στον ουρανό δεν υπάρχουν αντίθετα στοιχεία.

Μπουριντάν: οι ουρανοί έχουν δυνητικά τις ποιότητες του θερμού και του ψυχρού, του υγρού και ξηρού, όχι όμως στην πραγματικότητα. Έτσι έχουμε αλλαγές στον υποσελήνιο χώρο κι όχι στον υπερσελήνιο. Ανάλογα στους ουρανούς δεν έχουμε την αριστοτέλεια απόλυτη ελαφρότητα και απόλυτη βαρύτητα, δεδομένου ότι αυτές εργαλειακά συσχετίζονται με τις τέσσερις θεμελιακές αριστοτελικές ποιότητες.

Όκκαμ: στο πλαίσιο του 14ου αι. σχολιάζει ότι οι ουρανοί είναι άφθαρτοι από οποιόνδηποτε παράγοντα, αλλά ο Θεός, ο οποίος δημιούργησε υπερφυσικά τον κόσμο, μπορεί επίσης υπερφυσικά να τον καταστρέψει.

Η εμφανής διαφορά ανάμεσα στα ορατά ουράνια σώματα και στα διαφανή μέρη των τροχιών τους δεν συμβιβάζονταν με τον ομοιογενή και ομοιόμορφο αιθέρα κι έπρεπε να έρθει ο 17ος αι. για να επιλυθεί το θέμα…Οι εμπειρικές παρατηρήσεις έπαιζαν επίσης σημαντικό ρόλο. Έτσι ο Μπουριντάν συμφωνεί με τον Αριστοτέλη ότι δεν παρατηρήθηκαν ποτέ αλλαγές στους ουρανούς….Η αφθαρσία των ουρανών αποτελούσε ισχυρό μεσαιωνικό δόγμα, που υπονομεύτηκε μόνο όταν ο Κοπέρνικος έβαλε τη φθαρτή Γη πάνω στους ουρανούς το 1543.

Διάφορες απόψεις της χρήσης του όρου «ύλη», υπήρχαν στο ερώτημα, από τι απαρτίζεται το αμετάβλητο σύμπαν;.

Μπουριντάν: Χαρακτηριστικό της ύλης είναι η μεταβλητότητά της, η οποία δεν παρατηρείται στους ουρανούς, συνεπώς είναι «απόλυτα μάταιο και χωρίς πειστικό λόγο να βάλουμε την ύλη στους ουρανούς» Ταυτόχρονα τα φαινόμενα σώζονται με την υπόθεση μιας απλής ουράνιας ουσίας η οποία, επειδή ακριβώς λειτουργεί ως φορέας εκτεταμένων μεγεθών, θα πρέπει να έχει ακριβώς την ιδιότητα της έκτασης.

Όκκαμ: Η μεταβλητότητα της ύλης είναι σχετική και εξαρτώμενη από την παντοδυναμία του Θεού.

ΟΙ ΟΥΡΑΝΙΕΣ ΤΡΟΧΙΕΣ, Η ΦΥΣΗ ΤΟΥΣ ΚΑΙ Η ΑΙΤΙΑ ΤΗΣ ΚΙΝΗΣΗΣ ΤΩΝ ΠΛΑΝΗΤΩΝ

Πτολεμαίος σε Μεσαιωνικό φανταστικό πορτραίτο. .
Πτολεμαίος σε Μεσαιωνικό φανταστικό πορτραίτο. .

  ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ:

1. Ποιο κοσμολογικό σύστημα είναι σωστό, του Πτολεμαίου ή του Αριστοτέλη;

2. Οι τροχιές είναι ρευστές ή σκληρές;

3. Ποιος κινεί τους ουρανούς;

Ποιος κινεί τους ουρανούς;

Ο Αριστοτέλης εμφανίζει 2 αντιτιθέμενες απόψεις: Στην 1η υπάρχει η φυσική αέναη κυκλική κίνηση του αιθέρα που δεν «κουράζεται», καθώς δεν χρειάζεται καμιά βίαιη δύναμη που να τον κατέχει και να τον εμποδίζει να συμπεριφέρεται διαφορετικά από τη φύση του. Στη 2η αιτία των κινήσεων είναι το πρώτο ακίνητο κινούν, το οποίο παράγει κίνηση μέσω της αγάπης που του δείχνουν όλα τα άλλα κινητά σώματα.

Σχετικά με την κίνηση των πλανητών, διακρίνει 2 ειδών άυλες οντότητες που μπορούν να κινήσουν τις τροχιές τους: την ψυχή και τη διάνοια. Στο Μεσαίωνα η 2η ταυτίστηκε με τους αγγέλους. Οι 2 οντότητες αποτελούν τα εσωτερικά και εξωτερικά κινούντα του Αριστοτέλη.

Στον Μεσαίωνα οι άγγελοι μπορούσαν να κινήσουν μόνο συγκεκριμένο πλανήτη κι όχι ολόκληρο τον ουρανό, για να μη θιχτεί η θεϊκή παντοδυναμία. Παρέμενε ασαφές αν οι ίδιοι κινούνταν μαζί με τις τροχιές τους, ενώ κατείχαν μια υπερφυσική «κινητήρια δύναμη» (vitrus motiva). Η δράση των διανοιών συμφωνεί γενικά με την αριστοτελική «άκοπη κίνηση» και είναι δράση νοητικού κι όχι μηχανικού τύπου.

Οι ψυχές των τροχιών διαφέρουν από τις διάνοιες – αγγέλους, καθώς είναι ενσωματωμένες με τις τροχιές , ενώ οι διάνοιες είναι διακριτές. Οι ψυχές δρούσαν στις τροχιές ως μορφές, ενώ το υλικό της τροχιάς δρούσε ως σώμα.

Ήταν ζωντανές οι τροχιές;

Robert Kilwardby
Robert Kilwardby

(αρχές 13ου ): Φυσική ικανότητα αυτοκίνησης των τροχιών, που έχει δοθεί από το Θεό στους πλανήτες, ως έμφυτη αρχική τάση για κίνηση με συγκεκριμένο περιστροφικό τρόπο. Άρα ο Θεός δεν ήταν άμεσα υπεύθυνος για την κίνηση.

Μπουριντάν (14ος ): Θεωρία της ενώθησης (impetus) των ουράνιων κινήσεων. Ο Θεός εκτύπωσε ενωθήσεις στα ουράνια σώματα, οι οποίες τα κινούν χωρίς τη περαιτέρω θεϊκή παρέμβαση. Οι ενωθήσεις δεν μειώνονταν ή φθείρονταν, γιατί δεν υπήρχε η τάση των ουράνιων σωμάτων για άλλη κίνηση. Ούτε αντίσταση υπήρχε ικανή να φθείρει ή να καταπιέσει τις ενωθήσεις.

Σε αντιδιαστολή με την ουράνια, η γήινη ενώθηση είναι φθαρτή. Από τις υπάρχουσες αντιστάσεις. Έτσι ο Μπουριντάν διατηρεί τη βασική διχοτομία των 2 κόσμων του Αριστοτέλη.

13ο -14ο αι. δημοφιλέστερες οι θεωρίες «εσωτερικών κινητήρων»,ενώ αργότερα ενισχύθηκαν οι «εξωτερικοί κινητήρες», με τη μορφή των διανοιών ή των αγγέλων.

ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΙΝΗΣΗ ΤΗΣ ΓΗΣ

Επιστρέφοντας στις αντιλήψεις του Αριστοτέλη, ίσως φαντάζει παράδοξο πως παρά τη σημασία την οποία κατείχε η κίνηση στο σύστημά του, θεωρούσε πως η ίδια η Γη παραμένει ήρεμη στο κέντρο του σύμπαντος. Ωστόσο, η φιλοσοφία του Αριστοτέλη συνδυάζει μεταβολή και σταθερότητα και σε κάθε είδος μεταβολής υπάρχει πάντα ένας αμετάβλητος πυρήνας, είτε ως ύλη στα αισθητά αντικείμενα, είτε ως Πέμπτη ουσία στην υπερσελήνεια περιοχή. Πέρα από την προηγούμενη παρατήρηση όμως, γεννάται το ερώτημα αν ο Αριστοτέλης αντιμετωπίζει την αντικειμενική πραγματικότητα ως προϊόν αέναης μεταβολής και κίνησης ή παρά την προαναφερθείσα σημασία της τελευταίας, προσεγγίζει την πραγματικότητα υπό το πρίσμα μιας στατικής οπτικής. Γεγονός είναι πάντως πως οι απόψεις του αν και κυριάρχησαν αποτέλεσαν και πεδίο περαιτέρω διερεύνησης. Για παράδειγμα ο Oresme συλλαμβάνει τη σχετικότητα της έννοιας του κέντρου, ενώ ο Θωμάς ο Ακινάτης εστιάζει στη σχετικότητα ακόμα κι αυτής της ίδιας της κίνησης. Κατά τον Lindberg τις πιο ολοκληρωμένες τοποθετήσεις, δίχως βέβαια να αμφισβητηθεί το γεωκεντρικό σύμπαν, σχετικά με το ζήτημα της κίνησης της Γης έγιναν από τους Buridan και Oresme. Ο πρώτος, διατύπωσε το παράδειγμα της κάθετης ρίψης ενός βέλους και της πτώσης στο ίδιο σημείο για να υποστηρίξει την ακινησία, ενώ στο αντεπιχείρημα πως το βέλος επιστρέφει στο αρχικό σημείο διότι η Γη περιστρέφεται μαζί με τον αέρα, χρησιμοποίησε τη θεωρία του φερόμενου στο βέλος impetus για να το αντικρούσει, θεωρώντας πως το τελευταίο είναι ικανό να ξεπεράσει την ενδεχόμενη επίδραση του μεταφερόμενου αέρα. Ο δεύτερος, χρησιμοποιεί λογικά επιχειρήματα υπέρ της κίνησης, τα οποία τελικά αντικρούει με κάποιο βιβλικό χωρίο που υποδηλώνει την ακινησία της Γης και δεν επιδέχεται αμφισβήτησης. Με τον τρόπο αυτό επιχειρεί να καταδείξει την υπεροχή της πίστης σε ζητήματα που δεν συμβαδίζουν με τη λογική.

ΠΗΓΕΣ

  1. 1.      Ασημακόπουλος Μ.- Τσιαντούλας Α., Οι Επιστήμες της φύσης και του ανθρώπου στην Ευρώπη τ.Α, Εκδ. Ε.Α.Π., Πάτρα 2001.
  2. 2.      Crombie A.C., Από τον Αυγουστίνο στον Γαλιλαίο, τ. Α, Εκδ. Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, μτφρ. Θ Τσίρη- Ι. Αρζόγλου, Αθήνα 1994.
  3. 3.      Lindberg D., Οι απαρχές της Δυτικής Επιστήμης, Εκδ. Ε.Μ.Π, μτφρ. Η. Μαρκολέφας, Αθήνα2 1997.

ΕΥΡΩΠΗ: ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΑ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ: ΔΟΜΗ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ κ ΤΗΣ ΥΛΗΣ/ΑΣΤΡΟΝΟΜΙΑ-ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΑ/ ΑΛΧΗΜΕΙΑ/ΦΥΣΗ ΤΗΣ ΚΙΝΗΣΗΣ/ ΟΠΤΙΚΗ

Ο ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ

  • Η ΔΟΜΗ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

ΠΛΑΤΩΝΑΣ κ' ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ.
 Η ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΗ ΕΠΙΣΤΗΜΗ, ΠΑΤΗΣΕ ΣΤΙΣ ΠΛΑΤΕΣ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑΣ κ’ ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ ΣΤΗ ΣΚΕΨΗ ΠΛΑΤΩΝΑ κ’ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ

    Μεταβολές που προέκυψαν κατά τον 12ο αι.: α) Προσπάθεια συμβιβασμού πλατωνικής κοσμολογίας με την έκθεση της Δημιουργίας β) Αντίληψη ότι ο Θεός περιόρισε την δράση Του στην αρχή της Δημιουργίας κι έπειτα τα φαινόμενα προέκυψαν βάσει φυσικών αιτίων.

Όπου υπήρχε διαφωνία μεταξύ Πλάτωνα & Αριστοτέλη, οι ιδέες του 2ου εκτόπισαν σταδιακά αυτές του 1ου. …Ωστόσο, συγκεκριμένα στοιχεία της αριστοτελικής κοσμολογίας έγιναν γρήγορα αντικείμενα κριτικής και συζητήσεων. Έτσι, απ’ την προσπάθεια των μεσαιωνικών σχολιαστών να εμπλουτίσουν την αριστοτελική κοσμολογία και να την εναρμονίσουν με τη βιβλική διδασκαλία, προέκυψαν διάφορες συμβολές.

  • Η ΟΥΡΑΝΙΑ ΠΕΡΙΟΧΗ

Άπαντες θεωρούσαν πως απουσιάζουν παντελώς οι υλικές ουσίες εκτός κόσμου.

Ο Αριστοτέλης θεωρούσε αδύνατη την ύπαρξη τόπου, χώρου & κενού έξω απ’ τον κόσμο. Τη θεωρία του ενστερνίζονταν το Μεσαίωνα μέχρι την καταδίκη του 1277.

Από την καταδίκη προκύπτουν 2 άρθρα σχετικά με το ζήτημα:

1ον Ο Θεός έχει τη δύναμη δημιουργίας πολλών κόσμων.

2ον Ο Θεός μπορεί να προσδώσει ευθύγραμμη κίνηση στον εξώτατο κόσμο.

Έτσι, εξάγεται το συμπέρασμα πως η εν δυνάμει ύπαρξη ενός ακόμα κόσμου συνεπάγεται την ύπαρξη χώρου που θα τον υποδεχτεί. Επίσης, η ευθύγραμμη κίνηση μιας ουράνιας σφαίρας συνεπάγεται την ύπαρξη χώρου κίνησής της.

Thomas Bradwardine
Thomas Bradwardine

   Ωστόσο, ο Thomas Bradwardine κι ο Nicole Oresme προχώρησαν πέρα από την απλή δυνατότητα που πίστευαν οι υπόλοιποι, υιοθετώντας την άποψη ότι ο κενός χώρος έχει ήδη δημιουργηθεί. Μάλιστα ο Bradwardine συμπέρανε πως εφόσον ο Θεός είναι άπειρος άρα κι εξωκοσμικός κενός χώρος είναι άπειρος.

Οι συγκεκριμένες απόψεις υπήρξαν απόρροια χριστιανικής & στωικής επίδρασης.

1. ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΟΠΟΥ:

Κατά τον Αριστοτέλη ο τόπος καθορίζεται από τα σώματα που τον περιβάλλουν.

Όμως αν η σφαίρα των απλανών είναι η έσχατη δεν γίνεται να βρίσκεται σε τόπο, εφόσον δεν την περιβάλουν άλλα σώματα.

Οι μεσαιωνικοί προσανατολίστηκαν σε λύσεις ορισμού από το περιεχόμενό του.

2. ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΟΥΡΑΝΟΥ & ΣΤΕΡΕΩΜΑΤΟΣ:

Σύμφωνα με τη Γένεση, ο «ουρανός» δημιουργήθηκε την πρώτη μέρα και το «στερέωμα» την δεύτερη, άρα είναι διαφορετικά.

Ακόμα, το στερέωμα διαχωρίζεται από το «ύδωρ υποκάτω» που μπορεί να ερμηνευτεί ως ο υδάτινος κόσμος της επίγειας ζώνης και το «ύδωρ απάνω» που ενδεχόμενα αποτελεί μια ακόμα ουράνια σφαίρα.

Η προέκταση της συλλογιστικής οδήγησε κάποιους σχολιαστές στο συμπέρασμα πως τους εφτά πλανητικές σφαίρες συμπληρώνουν άλλες τρεις:

Η 1η είναι η εξώτατη αόρατη ακίνητη κατοικία αγγέλων («έμπυρον»)

Η 2η ο διαφανής υδάτινος ή κρυστάλλινος ουρανός, αποτελείται από νερό στην υγρή του φάση ή ίσως σε στερεή κρυσταλλική μορφή. Ενδεχομένως τα νερό να έχει και μεταφορική σημασία.

Η 3η είναι το στερέωμα με τους απλανείς πλανήτες.

Nicole Oresme
Nicole Oresme
  1. ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΑΙΘΕΡΑ:

Ζήτημα απ’ όσους αποδέχονταν πως η φύση του αιθέρα είναι σύνθετη μορφής & ύλης, προέκυψε ανάμεσα σ’ αυτούς που θεωρούσαν πως η ουράνια ύλη μοιάζει με την επίγεια κι αυτούς που πίστευαν πως είναι τελείως διαφορετικές. Κοινό σημείο, αποτελούσε η πεποίθηση της χωρίς κενό επαφής και χωρίς τριβή περιστροφής.

«Οι πλανήτες αποτελούν μικρές σφαιρικές περιοχές μεγαλύτερης πυκνότητας ή φωτεινότητας μέσα στον διαφανή και φωτεινό αιθέρα».

  1. ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΙΩΝ ΚΙΝΟΥΝΤΩΝ:

Κατά τον Αριστοτέλη τα ακίνητα κινούντα είναι το αίτιο της ουράνιας κίνησης. Αποτελούν αντικείμενα της επιθυμίας των ουράνιων σφαιρών για μίμηση της τελειότητας των ακίνητων κινούντων (τελικό αίτιο).

Το ακίνητο κινούν της εξώτατης σφαίρας («Πρώτο κινούν») ταυτίστηκε με το χριστιανικό Θεό.

Ωστόσο, για να μη θεωρηθούν τα υπόλοιπα κινούντα θεότητες, υπέθεσαν πως είναι άγγελοι ή άλλου είδους χωριστές διάνοιες.

Robert Kilwardby
Robert Kilwardby

        Άλλες θεωρήσεις ήταν του Robert Kilwardby που ερμήνευσε την κυκλική κίνηση ως προϊόν της ενεργούς φύσης ή έμφυτης τάσης των ουράνιων σφαιρών. Του Jean Buridan που θεώρησε την ουράνια κίνηση ως αποτέλεσμα ώθησης ή κινητήριας δύναμης, όπως αυτή του βέλους, που άσκησε ο Θεός κατά τη δημιουργία.

  • Η ΕΠΙΓΕΙΑ ΠΕΡΙΟΧΗ

Η μεσαιωνική χαρτογράφηση απόκτησε μαθηματική διάσταση (στροφή στη νεότερη χαρτογραφία) με την εφεύρεση των λιμενοδεικτών ή πορτολάνων, οι οποίοι ενσωμάτωσαν τις πρακτικές γνώσεις των ναυτικών και στόχευαν στη διευκόλυνση των θαλάσσιων μετακινήσεων.

Κατά τον Αριστοτέλη η Γη είναι ακίνητη .

Όσοι διερεύνησαν παραπάνω το ζήτημα δεν αμφισβήτησαν το γεωκεντρικό σύστημα.

Buridan: Η πτώση του βέλους στο ίδιο σημείο μετά από κάθετη ρίψη αποδεικνύει πως η Γη είναι ακίνητη.

Oresme: Η παρατήρηση δεν μπορεί να απαντήσει πειστικά στο ερώτημα (παράδειγμα πλοίου & χεριού) .

Τα βιβλικά χωρία που μιλούν για σταθερότητα της Γης είναι λόγω παραχώρησης του βιβλικού κειμένου για χάρη εναρμόνισης με τον καθημερινό λόγο.

Αντίθετα αν κινείται η Γη κι όχι οι ουρανοί επιτυγχάνεται οικονομία.

Jean Buridan
Jean Buridan

Ωστόσο, τελικά συμφωνεί με τη Βίβλο κι αιτιολογεί την αρχική αμφισβήτηση σαν απόδειξη μειονεξίας της λογικής συγκριτικά με την πίστη, όσον αφορά την αλήθεια.

  • ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ & ΙΣΛΑΜΙΚΟ ΥΠΟΒΑΘΡΟ ΤΗΣ ΔΥΤΙΚΗΣ ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΑΣ

Αστρονομικά μοντέλα:

  1. Ρεαλιστικό: Σκοπός είναι η αναπαράσταση της φυσικής πραγματικότητας, οπότε πρέπει να ανταποκρίνεται στα φυσικά κριτήρια του φυσικού φιλόσοφου ή επιστήμονα.

  2. Ινστρουμενταλιστικο: Αστρονομικό μοντέλο αποτελεί εύχρηστο μύθευμα. Χρήσιμα μαθηματικά εργαλεία για την πρόβλεψη των πλανητικών κινήσεων, χωρίς βλέψεις φυσικής αλήθειας.

Η μεσαιωνική αστρονομία παρέμεινε κατά κύριο λόγο μαθηματική δραστηριότητα. 

Το πιο εντυπωσιακό και χρήσιμο από μαθηματική άποψη αστρονομικό όργανο ήταν ο αστρολάβος, ο οποίος εφευρέθηκε κατά την ελληνιστική εποχή και τελειοποιήθηκε από τους Άραβες.

                                                 Η ΑΣΤΡΟΝΟΜΙΑ ΣΤΗ ΔΥΣΗ

J. Regiomontanus
J. Regiomontanus

  10Ο & 11Ο αι. Δυτική αστρονομική γνώση αλλάζει ριζικά, λόγω επαφής με το Ισλάμ….Ο αστρολάβος είναι υπεύθυνος για την αλλαγή προσανατολισμού της δυτικής αστρονομίας προς ποσοτικά αντί για ποιοτικά ζητήματα.

Η ιστορία της δυτικής αστρονομίας από την εποχή των μεταφράσεων των τελών του 12ου αι. αποτελεί ιστορία αυξανόμενης εμπέδωσης και διάδοσης της αστρονομικής γνώσης στα πανεπιστήμια. ….Στην πραγματικότητα παρά την σχετική έλλειψη αστρονόμων, η γνώση της μαθηματικής αστρονομίας μεταξύ των λίγων που την εξασκούσαν αυξάνονταν σταθερά σε ποιότητα και ποσότητα. Από αυτή τη μεσαιωνική

Νικόλαος Κοπέρνικος.
Νικόλαος Κοπέρνικος.

παράδοση αναδύθηκαν τον 15ο & 16ο αι. αστρονόμοι του επιπέδου J. Regiomontanu  και του Ν. Κοπέρνικου.

  • Η ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΑ

Διάσταση αστρολογίας:

  1. Σύνολο πεποιθήσεων σχετικά με τις φυσικές επιδράσεις μέσα στον κόσμο.

  2. Τέχνη κατάρτισης ωροσκοπίων, καθορισμού ευνοϊκών συγκυριών κ.λ.π.

Στο Μεσαίωνα υπήρξαν βάσιμοι λόγοι ώστε να πιστεύουν πως γη & ουρανός ήταν φυσικά συνδεδεμένοι.

Ο Αυγουστίνος επιτέθηκε στην αστρολογία καθώς ανησυχούσε για την τάση μοιρολατρίας και την αιτιοκρατία, που έθεταν σε κίνδυνο την ελευθερία της βούλησης. (

Η άνθιση της πλατωνικής φιλοσοφίας και η ανάκτηση ελληνικών και αραβικών αστρολογικών γραπτών τον 12ο αι. οδήγησαν στην αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος για την αστρολογία. .

Ο εξαριστοτελισμός της αστρολογίας επεκτάθηκε τον 12ο αι. και κατά τον 13οη πίστη στην αστρολογία ρίζωσε και μεταβλήθηκε σε συστατικό στοιχείο της μεσαιωνικής κοσμοθεώρησης. Επίσης συνδέθηκε με την ιατρική. Ως μέρος της φυσικής φιλοσοφίας συνέχιζε να ακμάζει ως τον 17ο αι. αλλά και μετά.

  Η ΦΥΣΙΚΗ ΤΗΣ ΥΠΟΣΕΛΗΝΕΙΑΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ

Η μεσαιωνική φυσική συνιστά ένα εξαιρετικά συνεκτικό σύστημα, το οποίο επέδειξε ιδιαίτερη επιτυχία στην απάντηση ερωτημάτων που αντιμετώπιζε.

  • ΥΛΗ –ΜΟΡΦΗ & ΟΥΣΙΑ

Ελληνικό χειρόγραφο τον 14ον αι. με το σχόλιο του Σιμπλίκιου στο Περί ουρανού του Αριστοτέλη.
Ελληνικό χειρόγραφο τον 14ον αι. με το σχόλιο του Σιμπλίκιου στο Περί ουρανού του Αριστοτέλη.

       Οι θεμελιώδεις εξηγητικές αρχές της μεσαιωνικής φυσικής επιστήμης & φιλοσοφίας, από τον 12ο & 13ο αι. είναι αριστοτελικές.

Επίγεια αντικείμενα («ουσίες»): σύνθετα μορφής & ύλης.

Μορφή: ενεργητική αρχή, φορέας ιδιοτήτων κάθε πράγματος.

Ύλη: παθητικός δέκτης της μορφής. Αχώριστα δεμένη μαζί της.

Φυσικό Αντικείμενο: χαρακτηρίζεται από τη φύση του, η οποία προδιαθέτει για ορισμένα είδη συμπεριφοράς.

Τη φύση των πραγμάτων τη διακρίνουμε έπειτα από μακροχρόνια κι επίμονη παρατήρηση.

Η φύση κάθε πράγματος αποτελεί τον καθοριστικό παράγοντα κάθε φυσικής μεταβολής.

                 Κατά τους μεσαιωνικούς οπαδούς του Αριστοτέλη, υπάρχουν δύο είδη μορφής:

  1. «Ουσιαστική μορφή»: Ουσιώδεις ιδιότητες. Περιέχει τα χαρακτηριστικά που ορίζουν κάποιο πράγμα και το κάνουν ότι είναι.

Η σύνθεση ουσιαστικής μορφής και πρώτης ύλης δημιουργεί τη συγκεκριμένη ατομική ουσία και της προσδίδει τις ιδιότητες που την κάνουν αυτό που είναι.

  1. «Κατά συμβεβηκός μορφή»: Περιστασιακές ή τυχαίες ιδιότητες.

      Κατά τον Αριστοτέλη τα αισθητά αντικείμενα του υποσελήνειου κόσμου είναι σύνθετα ή μείγματα που μπορούν να αναχθούν σε «στοιχεία».

Τα 4 βασικά στοιχεία (γη, νερό, φωτιά, αέρας) στη σύνθεσή τους σε διάφορες αναλογίες δημιουργούν τις συνηθισμένες ουσίες.

Παράλληλα, δεν είναι σταθερά & αμετάβλητα αλλά μεταστοιχειώνονται.

Κάθε στοιχείο σύνθετο μορφής & ύλης.

Η ύλη κάθε στοιχείου μπορεί να δεχτεί διαδοχικά ποικιλία μορφών και να μετασχηματιστεί σε άλλο στοιχείο.

Οι μορφές που προκαλούν το σχηματισμό των στοιχείων σχετίζονται με τις 4 πρωτογενείς ή στοιχειώδεις ιδιότητες ή ποιότητες: θερμό, ψυχρό, ξηρό, υγρό.

Η πρώτη ύλη έχει την ικανότητα να αποδέχεται όλες τις στοιχειώδεις ποιότητες.

Οι μετασχηματισμοί συμβαίνουν συνεχώς.

Η θεωρία μορφής & ύλης παρουσίασε ποικίλα προβλήματα στην εφαρμογή της στον πραγματικό κόσμο.

Η αδιαφοροποίητη ύλη που υποδέχεται τις μορφές μπορεί να εφαρμοστεί δίχως πρόβλημα στο σχηματισμό των στοιχείων. Εφόσον, η «πρώτη ύλη» δεν υπάρχει πραγματικά και είναι ακατάληπτη από τις αισθήσεις κι από το νου.

Όμως, οι κατά συμβεβηκός μορφές επιβάλλονται σε ύλη με ουσιαστική και ανεξάρτητη ύπαρξη.

Έτσι, αρχαίοι και μεσαιωνικοί οπαδοί του Αριστοτέλη, εκλέπτυναν τους ορισμούς του και αποσαφήνισαν τη διάκριση μεταξύ πρώτης ύλης των στοιχείων που δεν υφίσταται ως ουσία και δευτερογενούς ύλης που υφίσταται ως ουσία και τη συναντάμε στις κατά συμβεβηκός μεταβολές.

 ΑΡΑΒΕΣ

ΑΒΕΡΡΟΗΣ.
ΑΒΕΡΡΟΗΣ.

  Αβικένας & Αβερόης εξέλιξαν τη θεωρία ύλης και μορφής. Σύμφωνα μ’ αυτήν, ο σχηματισμός των στοιχείων δεν προκύπτει από άμεση επιβολή στοιχειωδών μορφών πάνω στην πρώτη ύλη, αλλά είναι αναγκαίο ένα ενδιάμεσο βήμα που καθιστά την πρώτη ύλη τρισδιάστατη.

Η «σωματοειδής μορφή» είναι αυτή που επιβάλλεται πρώτα στην ύλη για να προκύψουν τρισδιάστατα σώματα.

Το τρισδιάστατο σώμα διαμορφώνεται από τις στοιχειώδεις μορφές και προκύπτουν τα στοιχεία.

Η ιδέα μεταδόθηκε στη Δύση ασκώντας επίδραση και δημιουργώντας διαμάχες.

Κατά τον Robert Grosseteste τη σωματοειδή μορφή αποτελεί το φως.

Η ισορροπία μορφής και ύλης του Αριστοτέλη κατέστη επισφαλής.

Στην νεοπλατωνική παράδοση υποβιβάζονταν η ύλη και η μορφή αποκτούσε θέση σχετικής αυτονομίας.

Αντίθετα, ο Αβικεβρών θεώρησε την ύλη σημαντικότερη. Στην προέκταση των ιδεών του ορισμένοι Δυτικοί λόγιοι (ιδιαίτερα Φραγκισκανοί), υποστήριξαν πως ο Θεός μπορεί να δημιουργήσει ύλη δίχως μορφή.

  • ΕΝΩΣΕΙΣ & ΜΕΙΓΜΑΤΑ

Ο Αριστοτέλης διέκρινε μεταξύ μηχανικής ανάμειξης («σύνθεσις»), στην οποία τα σωματίδια 2 ουσιών συνυπάρχουν χωρίς απώλεια της ταυτότητάς τους, και αληθινής ανάμειξης («κράσις»), στην οποία τα συστατικά δημιουργούν μια ομογενή ουσία όπου οι αρχικές φύσεις των συστατικών εξαφανίζονται.

Όλοι συμφωνούσαν ότι οι ουσιαστικές μορφές των συστατικών στοιχείων αντικαθίστανται από μια νέα ουσιαστική μορφή που ανήκει στο μείγμα…. Για τον τρόπο που συμβαίνει, συνήθης ήταν η επίκληση ανώτερων δυνάμεων.

Αβικέννας: Οι μορφές των στοιχείων επιβιώνουν αλώβητες, αλλά οι ιδιότητες εξασθενούν.

ΑΒΙΚΕΝΝΑΣ.
ΑΒΙΚΕΝΝΑΣ.

Αβερρόης: ιδιότητες & μορφές εξασθενούν αλλά συνεχίζουν να υπάρχουν μέσα στο μείγμα.

  • Η ΑΛΧΗΜΕΙΑ

Ήταν στενά συνδεδεμένη με τις μεσαιωνικές θεωρίες περί σωματοειδούς ουσίας και μείξης.

Αποτελούσε: α) εμπειρική τέχνη που στόχευε στη μεταστοιχείωση ευτελών μετάλλων σε χρυσό β) επιστήμη που καθοδηγούσε και εξηγούσε αυτήν την προσπάθεια.

  • ΜΕΤΑΒΟΛΗ & ΚΙΝΗΣΗ 

Η αριστοτελική θεώρηση φαντάζει στατική εάν εστιάσουμε μόνο στη μεταβολή που σχετίζεται με την αλλαγή τόπου ή τοπική κίνηση. Αντίθετα, αν παρατηρήσουμε τη φύση του αντικειμένου και τη διαρκή κατάσταση μεταβολής, αναδεικνύεται ο δυναμισμός της αριστοτελικής φιλοσοφίας.

Ουσιώδες χαρακτηριστικό της φύσης των φυσικών πραγμάτων είναι η διαρκής κατάσταση μεταβολής, καθώς βρίσκονται σε μεταβατική κατάσταση από τη δύναμη στην ενέργεια.

Κατά τον Αριστοτέλη & τους μεσαιωνικούς οπαδούς του υπάρχουν 4 είδη μεταβολών:

  1. Γένεση & φθορά: όταν συγκεκριμένα ατομικά πράγματα (ουσίες), αρχίζουν και παύουν να υπάρχουν.

  2. Αλλοίωση: αλλαγή της ποιότητας του αντικειμένου.

  3. Αύξηση & μείωση: Ποσοτικές μεταβολές & αλλαγές μεγέθους.

  4. Τοπική κίνηση: αλλαγή τόπου.

    • Η ΦΥΣΗ ΤΗΣ ΚΙΝΗΣΗΣ

       Στόχοι της μεσαιωνικής έρευνας:

  1. Τι πράγματα υπάρχουν;

  2. Πως μπορούμε να τα γνωρίσουμε;

         Στόχοι μελέτης της κίνησης:

  1. Βεβαίωση της ύπαρξής της.

  2. Τι είδους πράγμα είναι η κίνηση

Ο Αριστοτέλης αντιμετώπισε το ζήτημα με αμφισημία.

Απόψεις σχολιαστών – 2 κύριες εναλλακτικές θέσεις:

1. Forma fluens (Ρέουσα μορφή): Η κίνηση δεν χωριστό ή διακριτό πράγμα από το κινούμενο σώμα. Η κίνηση είναι το κινούμενο σώμα στους διαδοχικούς τόπους που καταλαμβάνει.

Η κίνηση δεν αναφέρεται σε υπαρκτό πράγμα αλλά στη διαδικασία μέσω της οποίας το κινούμενο καταλαμβάνει διαδοχικούς τόπους.

2. Fluxus formae (μορφή ροής): Εκτός από το κινούμενο σώμα και τους τόπους που καταλαμβάνει διαδοχικά, υπάρχει κάποιο πράγμα που ενυπάρχει στο κινούμενο σώμα και μπορούμε να το ονομάσουμε κίνηση.

Γουλιέλμος του Ockham
Γουλιέλμος του Ockham

Γουλιέλμος του Ockham (Formafluens): Ο όρος «κίνηση» είναι αφηρημένος και πλασματικός και δεν αντιστοιχεί σε υπάρχουσα οντότητα. Έτσι περνά σε εξέταση προτάσεων όπως: «Κάθε κίνηση προκαλείται από ένα κινούν» και την ισοδύναμη «Κάθε πράγμα που κινείται κινείται από ένα κινούν». Στη βάση της αρχής της οικονομίας – εφόσον και οι 2 προτάσεις έχουν το ίδιο νόημα από άποψη δυναμικής – ο κόσμος στον οποίο η κίνηση δεν είναι πραγματική οντότητα είναι οικονομικότερος, καθώς περιέχει λιγότερα πράγματα. Άρα πρέπει να τον θεωρούμε αληθινό κόσμο, εκτός αν υπάρχουν πειστικά επιχειρήματα για το αντίθετο.

JeeanBuridan (Fluxusformae): Με θεολογική αφετηρία υποστηρίζει πως ο Θεός, λόγω παντοδυναμίας, θα μπορούσε να επιβάλει στο σύμπαν συνολικά μια περιστροφική κίνηση. Εφόσον ο Θεός είναι ικανός να κάνει οτιδήποτε δεν οδηγεί σε λογική αντίφαση. Επιπλέον, βάσει των άρθρων της καταδίκης του 1277, ο Θεός μπορεί να επιβάλλει ευθύγραμμη κίνηση στο σ’ όλο το σύμπαν.

Ωστόσο, ο Αριστοτέλης ορίζει τον τόπο βάσει των σωμάτων που τον περιβάλλουν. Όμως, αφού κάθε περίβλημα του κόσμου μπορεί να θεωρηθεί μέρος του, συνεπώς ο κόσμος δεν περιβάλλεται από τίποτα, άρα δεν καταλαμβάνει τόπο. Αν όμως ο κόσμος δεν καταλαμβάνει τόπο, δεν μπορεί και να αλλάξει τόπο· οπότε δεν κινείται. Κάτι τέτοιο έρχεται σε αντίφαση με το αξίωμα της θεϊκής παντοδυναμίας. Κατά συνέπεια, πρέπει να υιοθετηθεί ευρύτερη αντίληψη για την κίνηση.

Αν η κίνηση εκτός από το κινούμενο σώμα και τους διαδοχικούς τόπους περιλαμβάνει κι ένα πρόσθετο χαρακτηριστικό, όπως οι ιδιότητες ή οι ποιότητες, τότε ο κόσμος συνολικά μπορούσε να διαθέτει αυτό το χαρακτηριστικό, έστω και αν δεν καταλάμβανε τόπο. Έτσι, η δυσκολία ξεπερνάται τουλάχιστον εν μέρει.

Η θεωρία της κίνησης ως ποιότητα ή κάτι σαν ποιότητα διαδόθηκε κυρίως στους Φυσικούς φιλόσοφους στο Β’ μισό του 14ου αι.

  • Η ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΗ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΚΙΝΗΣΗΣ

  • Η ΔΥΝΑΜΙΚΗ ΤΗΣ ΤΟΠΙΚΗΣ ΚΙΝΗΣΗΣ 

Φυσική κίνηση: Η ταλάντευση του Αριστοτέλη σχετικά με το ζήτημα του κινούντος, δηλαδή η άποψη πως η φύση του σώματος δεν εξαντλεί το ζήτημα της κίνησης και απαιτείται ένα επιπλέον εξωτερικό κινούν, οδήγησε τους μεσαιωνικούς σχολιαστές σε περαιτέρω διερεύνηση.

Πρόβλημα κινούντος:

Αβικένας & Αβερόης: Η Μορφή είναι το κινούν και η Ύλη το κινούμενο.

Θωμάς ο Ακινάτης: Ύλη & Μορφή αχώριστες. Το κινούν είναι υπεύθυνο της αρχικής γένεσης ή σχηματισμού του σώματος μακριά απ’ τον φυσικό του τόπο· έπειτα το σώμα ακολουθεί τη φυσική ροή των πραγμάτων δίχως άλλο κινούν.

Εξαναγκασμένη κίνηση – περίπτωση βλήματος:

Φιλόπονος
Φιλόπονος

Φιλόπονος (6ος αι): Το μέσο (αέρας) δημιουργεί αντίσταση και δε συμπεριφέρεται ως κινούν. Επιπλέον, φυσικές και μη κινήσεις απαιτούν εσωτερικά κινούντα. Στην περίπτωση του βλήματος, ο εκτοξευτής επιβάλλει «άυλη κινητήρια δύναμη» που ως εσωτερική είναι υπεύθυνη για την κίνηση.

Buridan: Η ορμή αποτελεί ποιότητα, της οποίας η φύση κινεί το σώμα. Επίσης, η ορμή έχει σταθερή φύση διακριτή από την τοπική κίνηση και ίσως ως ποιότητα να είναι προορισμένη από τη φύση να κινεί το σώμα (παράδειγμα μαγνήτη).

Η ορμή φθείρεται αν υπάρχει αντίσταση, αλλιώς διατηρεί την αρχική ισχύ της. Ποσοτικά η ισχύς της ορμής μπορεί να μετρηθεί από την ταχύτητα και την ποσότητα ύλης του σώματος.

Στην ουράνια κίνηση η ορμή επιβάλλεται τη στιγμή της Δημιουργίας και η έλλειψη αντίστασης εξηγεί την αέναη κίνηση.

Η επιτάχυνση του σώματος που πέφτει, εξηγείται γιατί το βάρος γεννά διαρκώς ορμή κι αυτή αυξάνει την ταχύτητα.

Υπήρξε η επικρατέστερη θεωρία μέχρι τον 17ο αι.

  • ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΔΥΝΑΜΙΚΗ

Προτάσεις Αριστοτέλη:

  1. Μεγαλύτερο βάρος του σώματος συνεπάγεται μεγαλύτερη ταχύτητα πτώσης.

  2. Μεγαλύτερη αντίσταση συνεπάγεται μικρότερη ταχύτητα.

  3. Ίδια δύναμη συνεπάγεται αντίστροφη σχέση βάρους και ταχύτητας.

Κατά τον Φιλόπονο ο λόγος των βαρών δεν καθορίζει αποκλειστικά το λόγο των χρόνων, συνεπώς η θεωρία του Αριστοτέλη είναι λανθασμένη. Στο κενό τα βαρύτερα σώματα απλά θα κινηθούν ταχύτερα αλλά όχι με άπειρη ταχύτητα.

Όταν δε υπάρχει μέσον, η αντίστασή του μειώνει τη διαφορά ταχύτητας μεταξύ βαριών και ελαφρών σωμάτων.

  • Η ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΤΗΣ ΟΠΤΙΚΗΣ

ΤΟ ΠΕΔΙΟ ΤΗΣ ΟΠΤΙΚΗΣ

Η παρόμοια με τη σημερινή οπτική επιστήμη, κατά τον Μεσαίωνα ονομάζονταν προοπτική. Τα θέματα που πραγματεύονταν ήταν: η φύση και διάδοση του φωτός & του χρώματος, οι οφθαλμοί &  όραση, οι ιδιότητες των καθρεφτών & των διαθλαστικών επιφανειών, και τα μετεωρολογικά φαινόμενα που σχετίζονται με το φως. Αντίθετα από τη σημερινή μαθηματικοποιημένη οπτική, η μεσαιωνική οπτική επιδίωκε μια ενοποιημένη προσέγγιση η οποία εσωμάτωνε τη μαθηματική, φυσική, βιολογική, ψυχολογική και επιστημολογική διάσταση της διαδικασίας της οπτικής αντίληψης.

Αυτή η ολιστική προσέγγιση έχει τις ρίζες της στην ελληνική Αρχαιότητα, κατά την οποία κοινός τόπος

Ευκλείδης
Ευκλείδης

όλων των θεωριών της όρασης ήταν ότι απαιτείται κάποιας μορφής επαφή ανάμεσα στο ορατό αντικείμενο και το οπτικό όργανο, το μάτι, διότι μόνο έτσι μπορούσε κάτι να γίνει αντιληπτό. Συνεπώς, κύριο φιλοσοφικό & επιστημονικό πρόβλημα στην Αρχαιότητα ήταν η σύνδεση της αίσθησης με το αισθητό κατά τον αμεσότερο δυνατό τρόπο. Η επίλυση του προβλήματος προϋπόθετε όχι μόνο ένα ενιαίο τρόπο επαφής του οφθαλμού με το αντικείμενο αλλά και μια άμεση σύνδεση με την οπτική αντίληψη.

Οι λύσεις που δόθηκαν ταξινομούνται σε τρεις κατηγορίες:

  1. Θεωρίες εισροής ή πρόσληψης.
  2. Θεωρίες εκροής ή εκπήγασης.
  3. Θεωρίες με έμφαση στο παρεμβαλλόμενο μέσο.

   ΤΟ ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΟ ΥΠΟΒΑΘΡΟ ΤΗΣ ΟΠΤΙΚΗΣ

Ατομιστές (εισροής): Υπεύθυνη για την αποκατάσταση της επαφής με το μάτι θεωρούνταν μια υλική απορροή από το αντικείμενοΕίδωλα (ή «μεμβράνες ατόμων») του αντικειμένου εισέρχονταν στο μάτι και έθεταν σε κίνηση τη διαδικασία της αντίληψης και της σκέψης.

Πλατωνική θεώρηση (εκροής ή εκπήγασης): η όραση οφείλεται σε μια υλική «οπτική φωτιά» η οποία εκρέει από το μάτι και, ως ενιαίο ομογενές σώμα, επεκτείνεται μέχρι το ορατό αντικείμενο. Η υλική εκπήγαση από το μάτι αποτελεί το όργανο της όρασης, με το οποίο ερευνά το χώρο (παρομοίωση εκροής με το μπαστούνι ενός τυφλού).

Ευκλείδης (εκροής ή εκπήγασης): Στο έργο του Οπτικά η θεωρία εκροής βρίσκει γεωμετρική έκφραση. Η εκροή διαδίδεται ευθύγραμμα και παίρνει τη μορφή ενός γεωμετρικού κώνου που εκπηγάζει από το κέντρο του οφθαλμού. Στην μαθηματικοποιημένη πραγμάτευση του Ευκλείδη για την όραση, αποκλείονται σχεδόν όλες οι όψεις της όρασης που δεν ανάγονται στη γεωμετρία

 

Πτολεμαίος σε Μεσαιωνικό φανταστικό πορτραίτο. .
Πτολεμαίος σε Μεσαιωνικό φανταστικό πορτραίτο. .

Πτολεμαίος (εκροής ή εκπήγασης): Διάδοχος του Ευκλείδη που στην παράδοση της γεωμετρικής οπτικής, αλλά στη δική του ανάλυση συμπεριλαμβάνει στοιχεία φυσιολογίας & ψυχολογίας της όρασης και αναπτύσσει μια θεωρία διοπτρικής όρασης στην οποία λάμβανε υπόψη στοιχεία ανατομίας του οφθαλμού.

Αριστοτέλης (εισροής): Συναντάμε προσεκτική & συστηματική θεώρηση της όρασης. Δέχεται την ανάγκη ύπαρξης υλικού διαμέσου, που μεσολαβεί ανάμεσα στο ορατό αντικείμενο και την ανθρώπινη αντίληψη. Δεν δέχεται τη θεωρία απορροής ούτε από το μάτι, ούτε από το οπτικό αντικείμενο, γι’ αυτό δίνει έμφαση στην αναγκαιότητα και τη λειτουργία του παρεμβαλλόμενου μέσου. Διατυπώνει ορισμούς της διαφάνειας, του φωτός και του χρώματος. Το μάτι μετέχει στην ιδιότητα της διαφάνειας, συνεπώς επηρεάζεται από χρώμα & φως. Στις ψυχολογικές πραγματείες του, που αποτελούσαν αντικείμενο συστηματικής μελέτης τον Μεσαίωνα, περιγράφει τα στάδια διαδικασίας της αντίληψης: η οπτική αντίληψη αποτελεί μια ομογενή αλυσίδα αίτιων & αιτιατών, στην οποία οφθαλμοί & εξωτερικό μέσο αποτελούν κρίκους δια μέσου των οποίων οι κινήσεις (με την έννοια της μεταβολής) μεταφέρονται στην ανθρώπινη διάνοια.

Στωικοί (παρεμβαλλόμενο μέσο): Λύση στο πρόβλημα της οπτικής αντίληψης βασίστηκε στην έννοια του οπτικού πνεύματος, το οποίο εκρέει από το ηγεμονικόν, την έδρα τη συνείδησης, προς το μάτι και ενεργοποιεί τον αέρα έξω από το μάτι. Όταν ο ενεργοποιημένος αέρας φωτιστεί από τον ήλιο, αποκαθίσταται η επαφή με το οπτικό αντικείμενο.

Γαληνός (παρεμβαλλόμενο μέσο): Επεξεργάστηκε και διόρθωσε τη στωική φιλοσοφία, προσθέτοντας

Γαληνός και Ιπποκράτης, ιταλική τοιχογραφία
Γαληνός και Ιπποκράτης, ιταλική τοιχογραφία

επίσης πολλές λεπτομέρειες από την ανατομία & φυσιολογία (το πνεύμα μεταφέρεται στους οφθαλμούς από το κοίλο οπτικό νεύρο και ότι η έδρα της όρασης εντοπίζεται στον κρυσταλλικό χυμό (το φακό) του ματιού, που είναι ευαίσθητος στο φως & χρώμα).

Πέρα από την ταξινόμηση των τριών αρχαίων θεωριών, μπορούμε να διακρίνουμε αυτές τις θεωρίες με βάση την προσέγγισή τους στο ζήτημα της όρασης. :

  1. Θεωρία εκροής του Ευκλείδη, ήταν μαθηματικοποιημένη με σκοπό να παράσχει γεωμετρική εξήγηση της χωρικής μας αντίληψης.
  2. Θεωρίες εισροής, είτε στην ατομιστική είτε στην αριστοτελική εκδοχή τους, αποσκοπούν σε μια αιτιακή φυσική εξήγηση της όρασης.
  3. Θεωρία του παρεμβαλόμενου μέσου του Γαληνού, αφορούσε κυρίως την ανατομία του οφθαλμού και τη φυσιολογία της όρασηςαναπτύχθηκε από ένα γιατρό, για να καλύψει ιατρικά κριτήρια & ανάγκες.

                                 ΑΡΑΒΙΚΕΣ ΟΠΤΙΚΕΣ ΘΕΩΡΙΕΣ

9Ο αι. στην αραβική επιστήμη δεσπόζει ο Αλ-Κιντί, του οποίου το έργο για την οπτική πρέπει να ιδωθεί υπό το βάθρο της φυσικής φιλοσοφίας του, όπως αυτή εκφράζεται στο έργο του Περί αστρικών ακτίνων. Πρωτεύον ζήτημα σ’ αυτό είναι η καθολική δραστηριότητα της                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                       φύσης, που ασκείται διαμέσου ακτινοβολίας των δυνάμεων ή των ισχύων. Καθετί στον κόσμο εκπέμπει ακτίνες, με το δικό του ιδιαίτερο τρόπο, προς κάθε κατεύθυνση κι αυτές γεμίζουν ολόκληρο τον κόσμο. Συνεπώς, η οπτική αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς ασχολείται με το σημαντικότερο φυσικό φαινόμενο: την ακτινοβολία της ισχύος.

ΑΡΑΒΕΣ   Το έργο του Αλ-Κιντί αποτελεί μια κριτική στην οπτική θεωρία του Ευκλείδη. Δέχτηκε τη θεωρία του οπτικού κώνου που εκπηγάζει από το μάτι αλλά μόνο σαν γεωμετρική περιγραφή της χωρικής αντίληψης.. Φυσική υπόσταση δεν έχει ο κώνος αλλά οι οπτικές ακτίνες που τον αποτελούν, οι οποίες εκπέμπονται από το μάτι προς κάθε κατεύθυνση, σε αναλογία με το εξωτερικό φως. Ο Αλ-Κιντί διατύπωσε πρώτος την αρχή ότι οι φωτεινές ακτίνες εκπέμπονται προς κάθε κατεύθυνση από κάθε σημείο ενός φωτεινού σώματος.

Ο Αλχαζέν, ήταν ο πρώτος που χρησιμοποίησε αυτήν την αρχή, της ανάλυσης του οπτικού αντικειμένου σε σημειακές πηγές ακτινοβολίας, ως βάση για μια θεωρία εισροής, η οποία θα μπορούσε να εξηγήσει τις κατευθυντικές ιδιότητες και τη γεωμετρία της όρασης. Κατ’ αυτόν το φως και το χρώμα εκπέμπονται ακτινικά προς κάθε κατεύθυνση από κάθε σημείο ενός σώματοςκατόπιν τα διάφανα σώματα (αέρας ή ιστοί του ματιού) τα υποδέχονται και τα διαδίδουν. Συμπεραίνει, επίσης, ότι οι οπτικές ακτίνες δεν έχουν φυσική ύπαρξη αφού δεν εξυπηρετούν κανένα θεωρητικό σκοπό. Χρησιμοποιούνται απλώς από τους μαθηματικούς για να αναπαραστήσουν τις γεωμετρικές ιδιότητες της όρασης.

Σχετικά με την ανατομία του οφθαλμού προσπάθησε να επιβάλει ένα γεωμετρικό μοντέλο: όλα τα μέρη του ουρανού έχουν σφαιρικές επιφάνειες τα κέντρα των οποίων βρίσκονται στην ευθεία που συνδέει το κέντρο της κόρης με το κέντρο του οπτικού νεύρου, στο πίσω μέρος του ματιού. Τοποθετεί την έδρα της όρασης στον υαλοειδή χυμό (στο φακό), με το επιχείρημα ότι ο τραυματισμός επιφέρει τύφλωση. Συνεπώς, η οπτική αντίληψη ξεκινά με την πρόσληψη του φωτός και του χρώματος στο φακό. Η σύγχυση που προκαλείται από την πολλαπλότητα των ακτινών, οι οποίες προσπίπτουν σε κάθε σημείο του φακού από κάθε σημείο του ορατού αντικειμένου, και για να υπάρξει μονοσήμαντη αντιστοίχηση ανάμεσα σ’ αυτά τα σημεία, αξιώνει ότι μόνο η ακτίνα που προσπίπτει κάθετα στο φακό γίνεται αντιληπτή, ενώ οι υπόλοιπες ακτίνες εξασθενούν λόγω διάθλασης μέσα στο μάτι.

Μετά τις μελέτες του Αλχάζεν, οι θεωρίες της εισροής επικρατούν τόσο στον αραβικό κόσμο όσο και στη ΑΡΑΒΕΣ-2Δύση. Η προσφορά του Αλχάζεν δεν επιλύει απλά τη διαφορά υπέρ της μιας εκ των τριών θεωριών της όρασης. Ο συνθετικός τρόπος που πραγματεύτηκε την οπτική υπέρ μιας θεωρίας εισροής ήταν τέτοιος, που σάρωσε τις παραδοσιακές διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στις διαφορετικές θεωρίες της οπτικής. Το πρόβλημα της όρασης απαντάται με τρόπο γεωμετρικά συνεπή, αλλά ταυτόχρονα παρατίθενται φυσικά αίτια και λαμβάνονται υπόψη οι απαιτήσεις της ανατομίας & φυσιολογίας της όρασης.

    Η ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ ΤΗΣ ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΗΣ ΔΥΣΗΣ

Στην πρώιμη λατινική Δύση επικρατούσαν οι πλατωνικές θεωρίες εκροής για την όραση, λόγω μετάφρασης του Τιμαίου από τον Χαλκίδιο και υποστήριξης από τον Αυγουστίνο. Τον 12ο & 13ο αι. μεταφράστηκε το σύνολο σχεδόν του οπτικού έργου Ελλήνων & Αράβων, ενώ ο αριστοτελισμός είχε κι εδώ τον πρώτο λόγο. Ωστόσο, οι λόγιοι του 13ου αι. αντιμετώπισαν τον τεράστιο όγκο του υλικού με αποκλίνοντα ενδιαφέροντα κι απόψεις, το οποίο έπρεπε να ταξινομήσουν, να αφομοιώσουν και, κατά το δυνατό να συμφιλιώσουν.

Robert GrossetesteΓκρόσσετεστ: από τους πρώτους λόγιους που ασχολήθηκαν με την οπτική στις αρχές του 13ου αι. Αν και υπήρχαν επιδράσεις από τις μεταφράσεις το έργο του πρέπει να εξεταστεί με βάση το υπόβαθρο της γενικότερης φιλοσοφίας του περί φωτός, στην οποία περιλαμβάνονται η επιστημολογία, η κοσμολογία, η αιτιολογία και η θεολογία του φωτός. Αυτό το πλήρες φιλοσοφικό σύστημα βασίζεται στο δόγμα του πολλαπλασιασμού των ειδών ή των προσίδιων δυνάμεων, το οποίο πρεσβεύει ότι κάθε φυσική δύναμη μεταδίδει τη ισχύ της  προς τα γειτονικά σώματα και αυτή η μετάδοση ευθύνεται για ολόκληρη τη φυσική αιτιότητα. Για τον Γκρόσσετεστ η διάδοση του φωτός αποτελεί κορυφαίο παράδειγμα για τη μελέτη της φυσικής φιλοσοφίας.

Μπέϊκον: Θεωρεί την οπτική απαραίτητη για τη μελέτη της φυσικής φιλοσοφίας, και υιοθέτησε (το νεοπλατωνικό στις καταβολές του) δόγμα του πολλαπλασιασμού των ειδών. Η οπτική αποτελεί από τα κεντρικά στοιχεία για τη σύνθεση, μέσω της οποίας αποσκοπούσε στην ενοποίηση της ανθρώπινης γνώσης. Η θεωρία του αντλεί τα κύρια σημεία της από τον Αλχαζέν– χρησιμοποιεί βέβαια τον όρο είδη αντί του όρου ακτίνες, αλλά κρατάει το βασικό μοτίβο λειτουργίας και το γεωμετρικό-ανατομικό μοντέλο της όρασης. Για να συνδυάσει όλες τις διαφορετικές αντιλήψεις των προκατόχων του θεώρησε ότι είχαν κενά κι έπρεπε να συμπληρωθούν.

Κυριότερο σημείο τριβής που κληρονόμησε ήταν η κατεύθυνση της διάδοσης της ακτινοβολίας. Στη σύνθεσή του, συμφώνησε με Αριστοτέλη και Αλχαζέν κ.α ότι η όραση είναι κυρίως αποτέλεσμα εισερχόμενων ακτίνων. Αλλά αυτές δεν είναι αρκετές, είναι απαραίτητο να εκρέουν από το μάτι του παρατηρητή οπτικές ακτίνες ή είδη, ώστε να «εξευγενίζουν» το μέσο και να ενεργοποιούν τα είδη του ορατού αντικειμένου, καθιστώντας το ικανό να διεγείρει την όραση. Άλλος συμβιβασμός είναι ότι οι οπτικές ακτίνες υπάρχουν πραγματικά, όπως υποστήριζαν Ευκλείδης, Πτολεμαίος & Στωικοί, αλλά δεν κατείχαν καμία από τις ιδιότητες (π.χ. υλικότητα) που αρνούνταν Αριστοτέλης & Αλχαζέν.

Ο Μπέϊκον παρήγαγε – κατά τη γνώμη του – την τέλεια σύνθεση μεταξύ των σχολών για την οπτική. Το έργο του Προοπτική ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό για την καθιέρωση της προοπτικής στη Δύση…κατά τον 15ο & 16ο αι. η προοπτική αποτέλεσε αντικείμενο διαλέξεων στα πανεπιστήμια σε όλη την Ευρώπη – από αυτήν την

Kepler
Kepler

παράδοση άντλησε προβλήματα, ορολογία και τρόπους αντιμετώπισης ο Kepler, στον οποίο χρωστάμε τη σύγχρονη θεωρία της όρασης, του ειδώλου του αμφιβληστροειδή, που σχηματίζεται με την αντιστροφή των φωτεινών ακτίνων στο φακό του ματιού.

ΠΗΓΕΣ

  1. 1.      Ασημακόπουλος Μ.- Τσιαντούλας Α., Οι Επιστήμες της φύσης και του ανθρώπου στην Ευρώπη τ.Α, Εκδ. Ε.Α.Π., Πάτρα 2001.
  2. 2.      Crombie A.C., Από τον Αυγουστίνο στον Γαλιλαίο, τ. Α, Εκδ. Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, μτφρ. Θ Τσίρη- Ι. Αρζόγλου, Αθήνα 1994.
  3. 3.      Lindberg D., Οι απαρχές της Δυτικής Επιστήμης, Εκδ. Ε.Μ.Π, μτφρ. Η. Μαρκολέφας, Αθήνα2 1997.

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ, ΑΝΑΛΥΣΗ κ’ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΩΝ ΑΠΟΨΕΩΝ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ, ΠΕΡΙ ΚΙΝΗΣΗΣ ΣΕ ΥΠΟΣΕΛΗΝΕΙΑ κ’ ΥΠΕΡΣΕΛΗΝΕΙΑ ΠΕΡΙΟΧΗ, ΚΑΘΩΣ κ’ ΕΚΕΙΝΩΝ ΤΩΝ ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΩΝ ΣΧΟΛΙΑΣΤΩΝ ΤΟΥ από Δ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ, ΑΝΑΛΥΣΗ κ’ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΩΝ ΑΠΟΨΕΩΝ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ, ΠΕΡΙ ΚΙΝΗΣΗΣ ΣΕ ΥΠΟΣΕΛΗΝΕΙΑ κ’ ΥΠΕΡΣΕΛΗΝΕΙΑ ΠΕΡΙΟΧΗ, ΚΑΘΩΣ κ’ ΕΚΕΙΝΩΝ ΤΩΝ ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΩΝ ΣΧΟΛΙΑΣΤΩΝ ΤΟΥ από Δ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ

Στο αριστοτέλειο φιλοσοφικό σύστημα, η κίνηση –με την έννοια της αέναης μεταβολής- μοιάζει να κατέχει θεμελιώδη σημασία. Έτσι διακρίνουμε τεσσάρων ειδών μεταβολές: α) τη Γένεση και Φθορά , όπου συγκεκριμένα αντικείμενα ξεκινούν και παύουν να υπάρχουν, β) την Αλλοίωση για τις ποιοτικές αλλαγές κάποιου αντικειμένου, γ) την Αύξηση και μείωση, για αλλαγές ποσοτικές ή μεγέθους, δ) την Τοπική κίνηση, για την αλλαγή τόπου κάποιου αντικειμένου[3]. Επιπρόσθετα, ο ουσιαστικός λόγος κάθε μεταβολής εντοπίζεται στη φύση κάθε αντικειμένου και πραγματώνεται λόγω ύπαρξης κάποιου τελικού σκοπού (τελεολογία), ενώ τα αίτια της είναι επίσης τέσσερα. Για παράδειγμα, στη διαδικασία κατασκευής ενός ξύλινου δοκαριού για τη στήριξη μιας στέγης, διακρίνουμε τέσσερα αίτια: α) το Ειδικό, δηλαδή τη μορφή που παίρνει το δοκάρι, β) το Υλικό, δηλαδή τη σταθερή ύλη του ξύλου, στο οποίο πραγματοποιείται η μεταβολή, γ) το Ποιητικό, δηλαδή τον ξυλουργό ως φορέα της δράσης που επιφέρει τη μεταβολή, και δ) το Τελικό, δηλαδή η στήριξη της στέγης ως σκοπός της μεταβολής.

Τέλος, ο Αριστοτέλης επιχειρεί τη διαίρεση του σύμπαντος σε δύο μέρη: α) στην υποσελήνεια περιοχή, όπου όλες οι ουσίες μπορούν να αναχθούν σε τέσσερα θεμελιώδη στοιχεία: γη, νερό, φωτιά και αέρα· τα δύο πρώτα αποτελούν τα βαριά στοιχεία με φυσική τάση να κατευθύνονται προς το κέντρο του σύμπαντος (τη Γη), ενώ τα άλλα δύο αποτελούν τα ελαφρά, με κατεύθυνση προς την περιφέρεια. β) Στην υπερσελήνεια περιοχή, όπου υπάρχει μόνο το αναλλοίωτο πέμπτο στοιχείο του αιθέρα.

Έτσι, εστιάζοντας στην υποσελήνεια περιοχή, κατά τον φιλόσοφο αποτελεί την κατώτερη περιοχή, όπου διαδραματίζονται κάθε είδους μεταβολές και όριο της αποτελεί ο χώρος κάτω από την τροχιά τη σελήνης. Στη διαδικασία της μεταβολής των αντικειμένων, λαμβάνει μέρος μόνο η μορφή, ενώ η ύλη παραμένει σταθερή. Η δε μορφή μεταβάλλεται χάρη στην ύπαρξη του δίπολου μορφή προς επίτευξη – απουσίας μορφής προς επίτευξη. Ειδικότερα, η κίνηση των αντικειμένων σ’ αυτήν την περιοχή διακρίνεται σε δύο είδη: την φυσική και την εξαναγκασμένη ή βίαιη. Πρώτο κοινό στοιχείο τους και απαραίτητη προϋπόθεση, αποτελεί η ύπαρξη κάποιου κινούντος που θέτει σε εφαρμογή την κίνηση.  Δεύτερο κοινό στοιχείο, είναι η ύπαρξη της αντίστασης ως αντίθετης δύναμης απ’ αυτήν που προκαλεί την κίνηση. Συνεπώς, όσο πιο μεγάλη αντίσταση συναντά ένα σώμα τόσο περισσότερο χρόνο χρειάζεται για να διανύσει κάποια απόσταση, ενώ στην περίπτωση που η αντίσταση είναι ίση με την κινητήρια δύναμη, το σώμα θα παραμείνει ακίνητο. Επιπλέον, η έλλειψη αντίστασης συνεπάγεται την άπειρη ταχύτητα κίνησης του αντικειμένου, ιδέα την οποία απέρριψε ο Αριστοτέλης και μαζί της την ύπαρξη κενού.

Ωστόσο, στη φυσική κίνηση το ρόλο του κινούντος κατέχει η φύση του αντικειμένου, ενώ η διεύθυνση της καθορίζεται από την αναλογία των επιμέρους στοιχείων που συνθέτουν το αντικείμενο. Οπότε, στις ουσίες όπου υπερισχύουν τα βαριά στοιχεία (π.χ. η πτώση ενός βράχου) έχουν κατεύθυνση προς τη φυσική τους θέση, στο κέντρο του σύμπαντος. Αντίστοιχα, όπου κυριαρχούν τα ελαφρά (π.χ. ο καπνός) κατευθύνονται προς την περιφέρεια. Στην προέκταση της συγκεκριμένης  συλλογιστικής, αν δεν υπήρχαν φυσικά εμπόδια, τα τέσσερα στοιχεία θα σχημάτιζαν ισάριθμους ομόκεντρους κύκλους, όπου στο κέντρο του σύμπαντος θα βρίσκονταν η γη σαν το βαρύτερο στοιχείο και γύρω της το νερό και στην περιφέρεια ο αέρας και γύρω απ’ αυτόν η φωτιά σαν το ελαφρύτερο όλων[4].

Στην εξαναγκασμένη ή βίαιη κίνηση, το ρόλο του κινούντος αναλαμβάνει η εξωτερική δύναμη που κινεί το σώμα προς κατεύθυνση διαφορετική από αυτή που επιβάλει η φύση του. Η αιτιολογία του Αριστοτέλη για τη συνέχιση της κίνησης όταν αυτή η δύναμη σταματήσει να ασκείται, στηρίζεται από τη θεωρία της Αντιπερίστασης[5], κατά την οποία η κίνηση συνεχίζεται γιατί το μέσο  στο οποίο κινείται το σώμα επενεργεί ως κινούν, αντικαθιστώντας την αρχική δύναμη. Για παράδειγμα, όταν ένα βέλος εκτοξευτεί από ένα τόξο, ο ίδιος ο αέρας είναι αυτός που ασκεί πίεση ώστε να συνεχιστεί η κίνηση.

ΑΒΙΚΕΝΝΑΣ, ΣΠΟΥΔΑΙΟΣ ΑΡΑΒΑΣ ΣΧΟΛΙΑΣΤΗΣ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΜΕΣΑΙΩΝΑ
ΑΒΙΚΕΝΝΑΣ, ΣΠΟΥΔΑΙΟΣ ΑΡΑΒΑΣ ΣΧΟΛΙΑΣΤΗΣ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΜΕΣΑΙΩΝΑ

Βέβαια, η πρόσληψη και η επεξεργασία των αριστοτελικών ιδεών από τους λόγιους του Μεσαίωνα, αφενός γέννησε ερωτηματικά, αφετέρου οδήγησε στην εξέλιξη ή την απόρριψη κάποιων εξ αυτών.  Στην περίπτωση της φυσικής κίνησης, ερωτηματικά διατυπώθηκαν για τη φύση του κινούντος. Οι κύριες απόψεις που διατυπώθηκαν ήταν από τους Αβικένα και Αβερόη, οι οποίοι κατέληξαν πως στην περίπτωση της φυσικής κίνησης, η μορφή είναι το κινούν και η ύλη το κινούμενο. Με τη συγκεκριμένη θεωρία διαφώνησε ο Θωμάς ο Ακινάτης, υπογραμμίζοντας την αριστοτελική αρχή του αδιαίρετου μορφής και ύλης, και υποστηρίζοντας πως το κινούν ευθύνεται μόνο για την αρχική γένεση ή το σχηματισμό του αντικειμένου μακριά από τον φυσικό του τόπο, ενώ στη συνέχεια το αντικείμενο λόγω της φύσης του δεν χρειάζεται άλλο κινούν[6].

Όσο για την κίνηση στο κενό, αρκετοί από τους προβληματισμούς κατά τον Μεσαίωνα ήταν απόρροια των ενστάσεων του Φιλόπονου, οι οποίες διατυπώθηκαν ήδη από τον 6ο αιώνα. Βασικά, αμφισβητήθηκαν τα συμπεράσματα του Αριστοτέλη για τη συνάρτηση της ταχύτητας με το λόγο δύναμης και αντίστασης και η συνακόλουθη απόρριψη του κενού. Πιο συγκεκριμένα, ο Φιλόπονος ισχυρίστηκε πως είτε η κίνηση πραγματοποιείται παρουσία κάποιου μέσου που ασκεί αντίσταση, είτε στο κενό, το αντικείμενο είναι αδύνατον να βρίσκεται την ίδια στιγμή, στην αρχή και το τέλος της διαδρομής που έχει να διανύσει. Ως εκ τούτου, η αντίσταση του μέσου επιβραδύνει το αντικείμενο, αλλά η κίνηση στο κενό συνεπάγεται απλά μεγαλύτερη και όχι άπειρη ταχύτητα. Έτσι, συμπεραίνει πως είναι δυνατή η κίνηση στο κενό. Επιπλέον,  προτεραιότητα στην κίνηση έχει η δύναμη και όχι η ισότιμη σχέση της με την αντίσταση[7]. Τις βασικές γραμμές της λογικής του Φιλόπονου υιοθέτησε ο Άραβας Avempace τον 12ο αιώνα, ο οποίος στην προσπάθεια διατύπωσης μιας ενιαίας δυναμικής μεταξύ υποσελήνειου-υπερσελήνειου κόσμου, χρησιμοποίησε τις κινήσεις των ουράνιων σφαιρών, που ενώ δεν συναντούν αντίσταση δεν είναι και στιγμιαίες. Στον αντίποδα, ο Αβερόης θα απορρίψει τη θεωρία του προηγούμενου, επισημαίνοντας πως στις φυσικές κινήσεις το αντικείμενο αποτελεί ενότητα κινητού και κινούντος και συνάμα,  η κίνηση σχετίζεται μόνο με το εξωτερικό μέσο. Ταυτόχρονα, αποκλείει τη δυνατότητα κίνησης χωρίς την ύπαρξη μέσου, δεχόμενος την αριστοτέλεια αντίληψη

ΑΒΕΡΡΟΗΣ, Ο ΕΤΑΙΡΟΣ ΜΕΓΑΛΟΣ ΑΡΑΒΑΣ ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΟΣ ΣΧΟΛΙΑΣΤΗΣ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ
ΑΒΕΡΡΟΗΣ, Ο ΕΤΑΙΡΟΣ ΜΕΓΑΛΟΣ ΑΡΑΒΑΣ ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΟΣ ΣΧΟΛΙΑΣΤΗΣ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ

ανυπαρξίας του κενού. Από την άλλη, διαφορετική κριτική ασκεί στον Avempace, ο Θωμάς ο Ακινάτης. Ο τελευταίος, ανάγει το σώμα από μάζα σε γεωμετρικό μέγεθος, στο οποίο ασκείται αντίσταση.

Μία δεύτερη ένσταση του Φιλόπονου αφορούσε την εξαναγκασμένη κίνηση. Ο Αλεξανδρινός φιλόσοφος, δυσπιστούσε κατά πόσο το μέσο έχει τον χαρακτήρα κινούντος και θεωρούσε πως επενεργεί μάλλον σαν φορέας αντίστασης. Επιπρόσθετα, τόσο για τις φυσικές όσο και για τις εξαναγκασμένες κινήσεις κατέληξε στην απαραίτητη ύπαρξη εσωτερικών κινούντων. Ειδικά για την εξαναγκασμένη κίνηση στην περίπτωση του βλήματος, τη συγκεκριμένη θέση την αιτιολόγησε υιοθετώντας την αντίληψη πως κάποια «άυλη κινητήρια δύναμη» επιβάλλεται στο βλήμα από τον εκτοξευτή[8]. Οι συγκεκριμένες απόψεις άσκησαν επιρροή στους μεσαιωνικούς σχολιαστές, με σημαντικότερο ίσως εκφραστή τους τον Buridan κατά τον 14ο αι. Ο τελευταίος εισάγει στη θεωρία του τον όρο της ορμής (impetus), η οποία αντικαθιστά την αρχική δύναμη και λειτουργεί από τη φύση της ως κινούν. Η φύση της ορμής είναι σταθερή και διακριτή από την τοπική κίνηση, ενώ παράγοντες φθοράς της αποτελούν η αντίσταση ή η αντίθετη κλίση. Σε σύγκριση του impetus με την σύγχρονη έννοια της ορμής, η ομοιότητα έγκειται στο ότι  ο Buridan το θεωρούσε ανάλογο της ταχύτητας και της «πρώτης μάζας», κάτι που συνειρμικά φέρνει στο νου το τύπο της κλασικής μηχανικής για τον υπολογισμό της σύγχρονης ορμής (J= m x u). Όμως, για τον Buridan το impetus χρησιμοποιείται ως όρος ερμηνείας της συνέχειας της κίνησης όταν η αρχική δύναμη σταματά να ενεργεί στο σώμα, ενώ η ορμή στη σύγχρονη εκδοχή της αποτελεί μέτρο της κίνησης που δεν απαιτεί κάποια επιπλέον αιτία για τη διατήρησή της (σε συνθήκες απουσίας αντίστασης)[9]. Η συγκεκριμένη θεωρία αποτέλεσε την επικρατέστερη εκδοχή έως τον 17ο αιώνα.

Ένα ακόμα ζήτημα που απασχόλησε τους μεσαιωνικούς σχολιαστές αφορούσε τη διερεύνησης της φύσης της κίνησης, δηλαδή αν αυτή αποτελεί διακριτή ή ξεχωριστή ύπαρξη από το κινούμενο σώμα. Οι δύο κύριες θεωρίες [απόρροια της νομιναλιστικής και ρεαλιστικής σκέψης αντίστοιχα] που διατυπώθηκαν ήταν οι εξής: α) της Ρέουσας μορφής (Forma fluens), σύμφωνα με την οποία η κίνηση δεν αποτελεί ξεχωριστή ύπαρξη από το κινούμενο αντικείμενο, αλλά  είναι το ίδιο το σώμα στους τόπους που καταλαμβάνει διαδοχικά, β) της Μορφής Ροής(Fluxus formae), κατά την οποία εκτός από το κινούμενο αντικείμενο και τους τόπους που καταλαμβάνει, η κίνηση ενυπάρχει ως επιπλέον πράγμα στο κινούμενο αντικείμενο. Ενδεικτικά θα αναφέρουμε ως υποστηρικτή της πρώτης άποψης τον Όκκαμ, που θεωρούσε ότι στη φύση υπάρχουν μόνο απόλυτα πράγματα δύο ειδών: οι ουσίες και οι ποιότητες (τα αισθητώς αντιληπτά χαρακτηριστικά). Επιπλέον, υπάρχουν οι «ποσότητες» όπως η κίνηση, οι οποίες δεν υπάρχουν ξεχωριστά από τα αντικείμενα, άρα δεν έχουν δική τους υπόσταση[10]. Υποστηρικτής της δεύτερης θεωρίας υπήρξε ο Buridan, ο οποίος χρησιμοποιώντας θεολογικά επιχειρήματα προσπαθεί να ξεπεράσει την ενδεχόμενη αντίφαση μεταξύ κίνησης και θεϊκής παντοδυναμίας. Για τον ίδιο, αυτό είναι εφικτό αν η κίνηση εκτός από το κινούμενο αντικείμενο και τους τόπους που καταλαμβάνει διαδοχικά, διαθέτει ένα επιπλέον χαρακτηριστικό όπως οι ιδιότητες ή οι ποιότητες, ακόμα κι αν δεν καταλαμβάνει τόπο[11].

ΘΩΜΑΣ ΑΚΙΝΑΤΗΣ, ΕΚΤΟΣ ΑΠΟ ΜΕΓΑΛΟΣ ΚΑΘΟΛΙΚΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ, ΥΠΗΡΞΕ κ' ΣΧΟΛΙΑΣΤΗΣ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ
ΘΩΜΑΣ ΑΚΙΝΑΤΗΣ, ΕΚΤΟΣ ΑΠΟ ΜΕΓΑΛΟΣ ΚΑΘΟΛΙΚΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ, ΥΠΗΡΞΕ κ’ ΣΧΟΛΙΑΣΤΗΣ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ

Η δεύτερη περιοχή του σύμπαντος κατά τον Αριστοτέλη, είναι η υπερσελήνεια που βρίσκεται πάνω από την τροχιά της σελήνης με όριο την εξώτατη σφαίρα των απλανών. Σύμφωνα με τον φιλόσοφο αποτελεί «την ανώτερη ουράνια περιοχή των αιώνια αμετάβλητων κύκλων»[12]. Σ’ αυτήν απαντάται μόνο το αναλλοίωτο πέμπτο στοιχείο του αιθέρα (πεμπτουσία), το οποίο καλύπτει τα πάντα αποκλείοντας την ύπαρξη κενού. Η έλλειψη αντίθετου στοιχείου από τον αιθέρα συνεπάγεται την απουσία ποιοτικών αλλαγών, με αποτέλεσμα στην περιοχή να λαμβάνει χώρα η τελειότερη μορφή κίνησης, η οποία είναι η αέναη, ομαλή κυκλική.

Εξάλλου, στην υπερσελήνεια περιοχή υπάρχουν οι λεγόμενοι απλανείς αστέρες με την ομαλή κίνηση «σαν να είναι στερεωμένοι σε μια ομαλά περιστρεφόμενη σφαίρα»[13] και οι εφτά πλανώμενοι ή πλανήτες που μολονότι η κίνησή τους είναι πιο περίπλοκη, είναι συνάμα συμβατή με την ομαλή κυκλική ουράνια κίνηση[14]. Συνεπής στη θεωρία του ο Αριστοτέλης, απέδωσε το αίτιο της κίνησης στην ύπαρξη κάποιου ακίνητου και ξεχωριστού για κάθε σφαίρα κινούντος. Η δύναμη που κινεί τα ουράνια σώματα διακρίνεται στην εσωτερική (ψυχή) και την εξωτερική (διάνοια)· η πρώτη αποτελεί μέρος των τροχιών, ενώ η δεύτερη είναι διακριτή[15]. Ενδιαφέρον εδώ, παρουσιάζει η διερεύνηση της ταυτότητας του κινούντος, τόσο από τον Αριστοτέλη, όσο και από πλευράς ερμηνειών που δόθηκαν από μεσαιωνικούς σχολιαστές του.

Κατά τον Αριστοτέλη, το ακίνητο κινούν αποτελεί το αίτιο της κίνησης, όχι γιατί αποτελεί φορέα δράσης που επιφέρει την κίνηση (ποιητικό αίτιο), αλλά γιατί κυοφορεί το σκοπό αυτής της κίνησης, ο οποίος εκδηλώνεται ως επιθυμία των σφαιρών να μιμηθούν την τελειότητά της φύσης του (τελικό αίτιο). Η κάθε σφαίρα μεταδίδει την κίνηση στην επόμενη, με αφετηρία την εξώτατη σφαίρα των απλανών αστέρων, της οποίας το ακίνητο κινούν  ονομάζεται Πρώτο Κινούν και αποτελεί την «πρωταρχική πηγή κάθε κίνησης μέσα στο σύμπαν»[16].  Πιο συγκεκριμένα, το πρώτο κινούν κατέχει τις ιδιότητες του Θεού ως υπέρτατης νόησης με τη μορφή ενέργειας, που δεν έχει επαφή με τις σφαίρες, δεν καταλαμβάνει τόπο και αποτελεί το αντικείμενο μίμησης των ουράνιων σφαιρών[17].

Τον Μεσαίωνα, γύρω από τις συγκεκριμένες αντιλήψεις, γεννήθηκαν αρκετά ερωτήματα και διατυπώθηκαν διάφορες απόψεις ή διαφωνίες. Για παράδειγμα, η σημασία που απέδιδε ο Αριστοτέλης στην ύπαρξη του Θεού μπορούσε με κατάλληλες προσαρμογές να ενσωματωθεί στη χριστιανική θεολογία, αλλά όχι και η πεποίθησή του περί αιωνιότητας του σύμπαντος που έρχονταν σε αντίθεση με τη χριστιανική θεωρία της Γένεσης.  Ένα κεφαλαιώδους σημασίας ζήτημα για τη μεσαιωνική Ευρώπη, αποτέλεσε αφενός η φύση του πρώτου κινούντος, αφετέρου η ταυτότητα των υπολοίπων ακίνητων κινούντων. Στο πρώτο κινούν, όπου ο Αριστοτέλης είχε προβάλει θεϊκές ιδιότητες δεν υπήρχε αντίφαση με το χριστιανικό δόγμα, με αποτέλεσμα να ταυτιστεί με το χριστιανικό Θεό. Ωστόσο, στα υπόλοιπα ακίνητα κινούντα – εξεταζόμενα ως εξωτερική κινητήρια δύναμη- προκειμένου να

BURIDAN, ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΟΣ ΣΧΟΛΙΑΣΤΗΣ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ
BURIDAN, ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΟΣ ΣΧΟΛΙΑΣΤΗΣ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ

αποφευχθεί η ταύτισή τους με άλλου είδους θεότητες ή να προληφθεί ο κίνδυνος αμφισβήτησης της θεϊκής παντοδυναμίας, προβλήθηκε η ταυτότητα αγγέλων ή άλλων άυλων διανοιών, οι οποίες ήταν υπεύθυνες καθεμία για την κίνηση ξεχωριστής σφαίρας, αλλά επουδενί ολόκληρου του ουρανού, δυνατότητα που κατείχε μονάχα ο Θεός[18].  Επίσης, στην εξέταση ύπαρξης εσωτερικής κινητήριας δύναμης με τη μορφή ψυχών, καθότι αποτελούσαν μέρος των τροχιών τούς δόθηκε ο ρόλος της μορφής των τελευταίων και αντίστοιχα στο συστατικό υλικό τής ύλης. Στο ζήτημα, με θεολογικές προεκτάσεις, που προέκυπτε αν οι τροχιές ήταν ζωντανές· διέξοδο ως ένα βαθμό αποτέλεσαν απόψεις όπως του  Kilwardby που ερμήνευσε την κυκλική κίνηση ως προϊόν της ενεργούς φύσης ή έμφυτης τάσης των ουράνιων σφαιρών, αλλά και του Buridan που θεώρησε την ουράνια κίνηση ως αποτέλεσμα ώθησης ή κινητήριας δύναμης (όπως αυτή του βέλους στην επίγεια κίνηση), που άσκησε ο Θεός κατά τη δημιουργία[19]. Σε αντίθεση βέβαια με την θεωρία του impetus στην υποσελήνεια περιοχή, η ορμή που αντικαθιστά το ρόλο των διανοιών στην υπερσελήνεια περιοχή δεν γνωρίζει ποσοτικές μεταβολές και φθορά, ενώ ο Θεός συμμετέχει στην μετάδοσή της στα ουράνια σώματα μόνο στην αρχική φάση, ενώ στη συνέχεια είναι εκείνη που αναλαμβάνει το ρόλο του κινούντος[20].

Επιστρέφοντας στις αντιλήψεις του Αριστοτέλη, ίσως φαντάζει παράδοξο πως παρά την έμφαση που απέδιδε στην κίνηση, θεωρούσε πως η ίδια η Γη παραμένει ήρεμη στο κέντρο του σύμπαντος.  Πέρα από την προηγούμενη παρατήρηση, γεννάται το ερώτημα αν ο Αριστοτέλης αντιμετωπίζει τελικά την αντικειμενική πραγματικότητα ως προϊόν αέναης μεταβολής και κίνησης ή την προσεγγίζει υπό το πρίσμα μιας στατικής οπτικής. Βέβαια, οι απόψεις του αν και κυριάρχησαν αποτέλεσαν και πεδίο περαιτέρω διερεύνησης. Για παράδειγμα ο Oresme συλλαμβάνει τη σχετικότητα της έννοιας του κέντρου, ενώ ο Θωμάς ο Ακινάτης εστιάζει στη σχετικότητα αυτής της ίδιας της κίνησης[21].  Κατά τον  Lindberg τις πιο ολοκληρωμένες τοποθετήσεις, σχετικά με το ζήτημα της κίνησης της Γης έγιναν από τους  Buridan και Oresme. Ο πρώτος, χρησιμοποίησε το παράδειγμα της κάθετης ρίψης ενός βέλους και της πτώσης στο ίδιο σημείο για να υποστηρίξει την ακινησία. Ο δεύτερος, χρησιμοποιεί λογικά επιχειρήματα υπέρ της κίνησης, τα οποία τελικά αντικρούει με κάποιο βιβλικό χωρίο που υποδηλώνει την ακινησία της Γης και δεν επιδέχεται αμφισβήτησης. Με τον τρόπο αυτό επιχειρεί να  καταδείξει την υπεροχή της πίστης σε ζητήματα που δεν συμβαδίζει με τη λογική.

Μολονότι, αρκετές από τις αντιλήψεις του Αριστοτέλη συνέχιζαν να είναι αποδεκτές κατά το μεσαίωνα, ο αριστοτελισμός δέχτηκε πλήγμα με την καταδίκη από την εκκλησία των 219  προτάσεων, το 1277. Με μια πρώτη εκτίμηση αυτό μοιάζει – και σε μεγάλο βαθμό είναι – μια νίκη της πίστης επί της λογικής ή της πνευματικής εξουσίας επί της ελευθερίας της σκέψης. Σε ένα δεύτερο επίπεδο όμως, η εκκλησία μέσα από την καταδίκη του αριστοτελισμού οδήγησε, δίχως να αποτελεί στόχο της, στη δραστηριοποίηση των ερευνητών σε νέα πεδία γνώσης και σε μια διεύρυνση των πνευματικών οριζόντων τους. Εν προκειμένω, κάτω από το μανδύα της συμμόρφωσης με τις επιταγές της πνευματικής εξουσίας θα ενθαρρυνθεί ένας διάλογος για θέματα όπως η κίνηση της Γης ή η δυνατότητα ύπαρξης κενού, τα οποία προηγουμένως φάνταζαν λυμένα. Μ’ αυτόν τον τρόπο ο προσανατολισμός προς νέους δρόμους προσέγγισης αρκετών φαινόμενων μοιάζει να προετοιμάζει την  επερχόμενη Επιστημονική Επανάσταση.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. 1.       Ασημακόπουλος Μ.- Τσιαντούλας Α., Οι Επιστήμες της φύσης και του ανθρώπου στην Ευρώπη τ.Α, Εκδ. Ε.Α.Π., Πάτρα 2001.
  2. 2.       Crombie A.C., Από τον Αυγουστίνο στον Γαλιλαίο, τ. Α, Εκδ. Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, μτφρ. Θ Τσίρη- Ι. Αρζόγλου, Αθήνα 1994.
  3. 3.       Lindberg D., Οι απαρχές της Δυτικής Επιστήμης, Εκδ. Ε.Μ.Π, μτφρ. Η. Μαρκολέφας, Αθήνα2 1997.

                                                                                                                                                                 Δ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ


[1] D. Lindberg, Οι απαρχές της Δυτικής Επιστήμης, Εκδ. Ε.Μ.Π, μτφρ. Η. Μαρκολέφας, Αθήνα 1997, σελ. 74. Εφεξής θα χρησιμοποιούμε συντομογραφία.

[2] A.C. Crombie, Από τον Αυγουστίνο στον Γαλιλαίο, τ. Α, Εκδ. Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, μτφρ. Θ Τσίρη- Ι. Αρζόγλου, Αθήνα2 1994, σελ. 85. Εφεξής θα χρησιμοποιούμε συντομογραφία

[3] D. Lindberg, σελ. 412-413

[4] Ο.π., σελ. 82

[5] Μ. Ασημακόπουλος- Α. Τσιαντούλας, Οι Επιστήμες της φύσης και του ανθρώπου στην Ευρώπη τ.Α, Εκδ. Ε.Α.Π., Πάτρα 2001, σελ. 158. Εφεξής θα χρησιμοποιούμε συντομογραφία.

[6] D. Lindberg, σελ. 428

[7] Μ. Ασημακόπουλος- Α. Τσιαντούλας., Σελ. 161

[8] D. Lindberg, σελ. 429

[9] Ο.π., 429-431

[10] Μ. Ασημακόπουλος- Α. Τσιαντούλας., σελ. 126

[11] D. Lindberg, σελ. 416,417

[12] Ο.π., σελ. 78

[13] Ο.π., σελ. 87

[14] Ο.π., σελ. 87

[15] Μ. Ασημακόπουλος- Α. Τσιαντούλας. Σελ. 189

[16] A.C. Crombie, σελ. 90

[17] D. Lindberg, σελ. 88

[18] Μ. Ασημακόπουλος- Α. Τσιαντούλας. Σελ. 189

[19] D. Lindberg, σελ. 357

[20] Μ. Ασημακόπουλος- Α. Τσιαντούλας. Σελ. 189, 190

[21] Ο.π., σελ 191