Ευρωπαϊκή Μεσαιωνική Λογοτεχνία-Αναλυτική παρουσίαση από 5ο – 13ο αι. (μέρος 2ο: Πέτρος Αβελάρδος-Θωμάς Ακινάτης)

Ευρωπαϊκή Μεσαιωνική Λογοτεχνία-Αναλυτική παρουσίαση από 5ο – 13ο αι. (μέρος 2ο από 5)

Πέτρος Αβελάρδος (Pierre Abe’lard, 1079-1142) (ως επί το πλείστον βιογραφικές πληροφορίες):

Ο Αβελάρδος ως Φιλόσοφος                                                            

Ο Αβελάρδος υπήρξε ένας κορυφαίος διανοητής με ρομαντική ζωή. Στην σταδιοδρομία του γνώρισε τόσο την αναγνώριση όσο και τους διωγμούς. Γεννημένος στη κωμόπολη Παλλέ, κοντά στη Νάντη και γόνος μεσαίας αριστοκρατικής οικογένειας. Αρνήθηκε τη στρατιωτική σταδιοδρομία για να αφιερωθεί στις σπουδές. Παρά την επιτυχία του στον τομέα της φιλοσοφίας αποφασίζει να την εγκαταλείψει για να ασχοληθεί με τη θεολογία. Ερμηνεύει τη βίβλο με χαρισματικό τρόπο υπό το πρίσμα της διαλεκτικής. Ωστόσο, δεν ήρθε σε ρήξη με τη σχολαστική φιλοσοφία, αντίθετα της άνοιξε νέες δυνατότητες. Αν και η μεθοδολογία του άσκησε τεράστια επίδραση, η θεωρία του δεν βρήκε άμεσους συνεχιστές.

Ο Αβελάρδος & η Ελοϊζα                                            

ΑΒΕΛΑΡΔΟΣ κ ΕΛΟΪΖΑ  του Jean Vig
ΑΒΕΛΑΡΔΟΣ κ ΕΛΟΪΖΑ του Jean Vig

Το 1118 ερωτεύεται την Ελοΐζα και την παντρεύεται κρυφά. Όμως ο θείος της θεωρώντας πως ατίμασε την ανιψιά του ζητά τον ευνουχισμό του. Από εκεί και πέρα οι δύο εραστές κλείνονται σε μοναστήρι. Από την πλευρά του Αβελάρδου εκδηλώνεται μια μεταστροφή, το σαρκικό πάθος μεταμορφώνεται σε χριστιανική στοργή και φροντίδα και προσπαθεί να την οδηγήσει στο δρόμο της πίστης και της ελπίδας. Αντίθετα η Ελοΐζα ότι κάνει είναι για χάρη του συζύγου της, βιώνει μια μοναστική ζωή σκληρή και άψογη, ενώ παραμένει επαναστατημένη ενάντια στο Θεό. Τα γράμματα που αντάλλαξαν μεταξύ τους είναι τραγικά και έξοχα, σ’ αυτά η Ελοΐζα διατυπώνει πως ανήκει περισσότερο στον Αβελάρδο παρά στο Θεό

 

Ερώτημα: Πως μπορεί να αποκλειστεί με βεβαιότητα πως η μεταστροφή του Αβελάρδου δεν αποτελεί προϊόν μιας – ασυνείδητης έστω – κτητικότητας, η οποία αδυνατώντας πλέον, λόγω του ευνουχισμού του, να εκδηλωθεί σαρκικά μετουσιώνεται σε απόλυτη θρησκευτική πίστη; Πόσο πιθανό είναι, ο αμετάκλητα αποκλεισμένος σωματικός πόθος και η οδύνη ή μειονεξία που προκαλεί να βρίσκει ανακούφιση αλλά και μονοπάτι επαφής μέσω της πνευματικότητας, εκτρέποντας την αρχικά ερωτική σχέση, σε μια επαφή όπου καθετί σαρκικό μπαίνει στο περιθώριο καθώς θεωρείται εξ ορισμού αμαρτωλό.

Ο Αβελάρδος & η Εκκλησία

Οι σχέσεις του Αβελάρδου με την εκκλησία διαταράσσονται λόγω της αδιαλλαξίας του και της έντονης κριτικής του. Αναγκάζεται να εγκαταλείψει το μοναστήρι του Σαιν Ντενί και ασκεί την ιδιότητα του διανοητή και δασκάλου. Όμως η αξιοπρόσεκτη επιτυχία του ανάμεσα στους φοιτητές του στο Παρίσι, ενοχλούν τους θεολόγους που καταφέρνουν να πετύχουν μια πρώτη καταδίκη του από τον Άγιο Βερνάρδο του Κλαιρβώ στη Σύνοδο του Σαν και στη συνέχεια του ίδιου του Πάπα (1140). Ακολουθεί η λογοκρισία, το κάψιμο των βιβλίων του και η αναγκαστική σιωπή. Δεν του απομένει παρά να ζητήσει άσυλο από τον αββά Πέτρο της μονής του Κλυνύ. Αυτός καταφέρνει να τον συμφιλιώσει με τον Άγιο Βερνάρδο και τον Πάπα. Ωστόσο ο κάποτε ανυποχώρητος καθηγητής διακατέχεται πλέον από ταπεινοσύνη. Πεθαίνει το 1142 και η Ελοΐζα τον θάβει και ζητά να ταφεί κι εκείνη κοντά του.

Άγιος Θωμάς ο Ακινάτης

(περ. 1224-1274)

Η Λατινικότητα στον 13ο αιώνα

Ο Θωμάς ο Ακινάτης γεννήθηκε κοντά στο Ακόντο (Ιταλία), ήταν δομινικανός και καθηγητής θεολογίας σε μια εποχή, τον 13ο αιώνα, που ήταν εστιασμένη στην αρχαία κληρονομιά και την ελληνική επιστήμη παρά στην καλλιέργεια της ωραίας γλώσσας.

Εκτός της τεράστιας φιλοσοφικής και θεολογικής παραγωγής, ο Ακινάτης υπήρξε και ποιητής που έγραφε στην λατινική γλώσσα. Ανύψωσε την έμμετρη και ρυθμική φόρμα, και εμφανώς κατείχε την ποιητική τεχνική και την ευαισθησία στη γοητεία των λέξεων. Βέβαια, κάτω από τη γνώση της στιχουργίας διαφαίνεται το έντονο συναίσθημα της θείας Παρουσίας στην Ευχαριστία, που εκφράζεται με εκφράσεις πλήρεις, μελετημένες, μετρημένες και διαυγείς.

Η Πανεπιστημιακή γραφή                                               

ΘΩΜΑΣ ΑΚΙΝΑΤΗΣ
ΘΩΜΑΣ ΑΚΙΝΑΤΗΣ

Ο Θωμάς ο Ακινάτης έχει διατυπώσει μια σειρά σχολίων, αφενός πάνω στη βίβλο και αφετέρου πάνω σε θεολογικά και φιλοσοφικά έργα, ιδίως στον Αριστοτέλη. Επιδίωξή του ήταν να τα κάνει εύληπτα στους Λατίνος και αφομοιώσιμα στους χριστιανούς.

Ο ίδιος, εμπνευσμένος από την διαλεκτική μέθοδο του Αριστοτέλη, ξεκινάει αντιπαραθέτοντας απόψεις έγκυρες αλλά αντίθετες για να θέσει σε κίνηση την έρευνα μέσα από μια μεθοδική αμφιβολία προερχόμενη από την αντιπαράθεση.

Στην εποχή του, το προφορικό κονταροχτύπημα που είναι η κυριότερη παιδαγωγική μέθοδος και η μαγιά της πνευματικής ζωής των πανεπιστημίων. Το φαινόμενο είναι σχολικό όσο και στρατιωτικό αλλά βρίσκει απήχηση και στη λογοτεχνία έτσι ώστε μπορούμε να το θεωρήσουμε ένα γεγονός πολιτιστικό. Το μεγαλύτερο μέρος των έργων του Ακινάτη είναι δομημένο με αυτήν τη διάταξη.

Το διασημότερο έργο του Θωμά είναι η Summa theologiae (Σύνοψις της θεολογίας, περ. 1266-1273), στο οποίο χρησιμοποιεί την ίδια μέθοδο αλλά δεν προέρχεται από την πανεπιστημιακή του διδασκαλία. Τα διάφορα σημεία της θεωρίας του κατανέμονται σε ζητήματα (ύπαρξη του Θεού,τελειότητα του Θεού κ.λ.π), που διαιρούνται σε άρθρα:

1ο βήμα: Το κάθε ζήτημα εισάγεται με διαλεκτική ερώτηση, τα διαζευκτικά μέρη της οποίας υποστηρίζονται με αρχές. Πρώτες παραθέτονται όσες αντιτίθενται στη θέση που υποστηρίζει ο Θωμάς.

2ο βήμα: αντίκρουση θέσεων και εκκίνηση συζήτησης, η οποία ξεκινάει με ριζική επαναφορά του προβλήματος και καταλήγει στο προσωπικό συμπέρασμα του συγγραφέα.

3ο βήμα: Η συζήτηση τελειώνει με μια απάντηση σε κάθε μια από τις αρχικές ενστάσεις, που είτε τις αναιρεί είτε προτείνει μια συμφιλίωση.

Οι καθαρές φόρμες του έργου του Θωμά είναι ριζωμένες στο μεσαιωνικό πολιτισμό, συγγενικές με εκείνες των καθεδρικών γοτθικών ναών (που οι αρχιτεκτονικές γραμμές τους με τον έντονο ρυθμό συνιστούν την αυτο-ερμηνεία της δομής τους), αλλά και με εκείνες της λογοτεχνίας του καιρού του, διότι και εδώ παρατηρούνται οι ίδιες απαιτήσεις για επαρκή απαρίθμηση, διάκριση και συντονισμό.

Από την Αισθητική στην Μεταφυσική

Τα τρία κριτήρια με τα οποία ο Θωμάς ορίζει το ωραίο: αρτιότητα, αρμονία, διαύγεια.

Το καλλιτεχνικό και το αισθητό κάλλος δεν είναι παρά μια ιδιαίτερη έκφανση του νοητού κάλλους, που ακτινοβολεί στο στερέωμα και μυστικά το ζωντανεύει.

Το κάλλος λοιπόν είναι αυτό το φως που εκπορεύεται από τη μορφή ή γενικότερα από την ολοκλήρωση της πράξης, που δίνει σε κάθε πράγμα τη διάστασή του, τον αριθμό και το βάρος του, σύμφωνα με τη ρήση της Βίβλου.

Για τον Θωμά το σύνολο της δημιουργίας είναι μια ενότητα που καταλήγει στην αρχή από την οποία εκπορεύεται.

Στον Θεό όλα βρίσκονται στο ανώτατο όριο τελείωσης.

Τα πράγματα στα οποία παρέχει το δώρο να υπάρχουν τού μοιάζουν αναλογικά, δηλαδή τον μιμούνται μερικώς, το καθένα με τον τρόπο του.

Ποιητική & Κουλτούρα

Διάσπαρτα συναντάμε δογματικά στοιχεία επηρεασμού από την ποιητική του Θωμά (Δάντης, Τζόυς). Ωστόσο είναι προτιμότερο να αναζητήσουμε σ’ αυτόν μια φιλοσοφία της τέχνης κι όχι ένα λογοτεχνικό δόγμα.

Η μεταφυσική του, κατευθυντήρια αρχή της οποίας είναι η πράξη, το ον που υπάρχει και δρα, παρέχει βέβαια τα κατάλληλα εφόδια για να σκεφτούμε την τέχνη, ως «ποιητική», δηλαδή ως παραγωγή, ως «πράττειν» (και όχι ως γνώση ή μίμηση).

Είναι φανερό ότι [ ο Θωμάς] μεταφέρει ιδέες που ανήκουν στο ρεύμα του «μοντερνισμού» του 13ου αιώνα, το οποίο επιδιώκει να εγκλιματίσει στη χριστιανοσύνη όλη την ελληνο-αραβική γνώση, η οποία εισβάλλει και απειλεί παλιές βεβαιότητες.

Ο Θωμάς Ακινάτης, ενδιαφέρεται για μια φύση που κατέχει μια δική της υπόσταση, τη γονιμότητά της, τους νόμους της, την ευκρίνειά της.

Ο Θωμάς Ακινάτης στοχάζεται πάνω σε έναν κόσμο εντελώς προσδιορισμένο ως προς τη δομή του και τις κινήσεις του, γνωστό ως προς τις αιτίες του από μια λογική που είναι δέσποινα της σκέψης και της ζωής.

Σύνοψη

Σταδιακά κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα, η ευρωπαϊκή ήπειρος διαμορφώνεται σε έναν πολύγλωσσο χριστιανικό κόσμο. Κύριοι τομείς πολιτισμικής δραστηριότητας, κυρίως μετά τον 9ο αιώνα – που επηρεάζουν τη λογοτεχνία είναι οι εξής:

Εκκλησιαστική παιδεία και διαδικασίες εκχριστιανισμού, όπου σημαντικό ρόλο παίζουν οι λόγιες γλώσσες των λατινικών και των ελληνικών, καθώς και το γραπτό ιδίωμα της παλαιάς σλαβικής.

Φύλαξη, αναπαραγωγή και επιλεκτική μελέτη των γραπτών της προχριστιανικής αρχαιότητας.

Ανάπτυξη ιδιαίτερων μορφών παιδείας και νέων τρόπων μελέτης της εκκλησιαστικής και της προχριστιανικής παράδοσης, κυρίως προς το τέλος του ύστερου Μεσαίωνα. Χαρακτηριστική είναι η επικράτηση του σχολαστικισμού στους πανεπιστημιακούς κύκλους της Δύσης τον 12 αι.

Παράλληλη ανάπτυξη δημωδών γλωσσών, οι οποίες βαθμιαία γραπτές αποκτούν εκφράσεις.

Η πολιτισμική απόσταση Βυζαντίου και Δύσης εκδηλώνεται με διαφορές σε όλα τα παραπάνω επίπεδα και παίρνει τη μορφή του επίσημου εκκλησιαστικού σχίσματος τον 11ο αι. Η 4η σταυροφορία έχει αντιφατικές συνέπειες καθώς από τη μία οι σχέσεις τους οξύνονται, από την άλλη έρχονται εγγύτερα.

Οι σλαβόφωνοι πληθυσμοί της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης συνδέονται άλλοι με τη καθολική κι άλλοι με την ορθόδοξη θρησκευτική παράδοση.

Συστατικό στοιχείο του ευρωπαϊκού πολιτισμού της εποχής είναι η αραβική και η εβραϊκή παρουσία στην Ιβηρική χερσόνησο, όπου κατά τον ύστερο Μεσαίωνα εμφανίζονται θεσμοί λογιοσύνης και παιδείας με μεγάλη επίδραση.

Βασικά χαρακτηριστικά που ορίζουν τη θέση του γραπτού κειμένου:

Βαθμιαία επέκταση της γραφής και της ανάγνωσης, αλλά και διατήρηση στοιχείων προφορικού πολιτισμού.

Απουσία θεσμών που συνδέονται με το νεότερο θεσμό της λογοτεχνίας: κύρος του συγγραφέα, αξία πρωτότυπου λογοτεχνικού έργου.

Κυριαρχία του έμμετρου λόγου, ο οποίος στηρίζεται σε μετρικές συνιστώσες διαφορετικές από εκείνες της αρχαιότητας, κατά συνέπεια εμφανίζονται νέες στιχουργικές μορφές.

Χειρόγραφη γραφή παλαιών και νεότερων κειμένων και αλλαγές της τεχνικής της αντιγραφής και της φύλαξης των χειρογράφων.

Συμβολή της μετάφρασης ως μέσου αναπαραγωγής αλλά και καλλιέργειας του γραπτού λόγου.

Μελέτη των λόγιων κειμένων υπό το πρίσμα της γραμματικής, λογικής και ρητορικής τους διάστασης, δίχως ιδιαίτερη προσοχή στα ζητήματα ιδιαιτερότητας της ποίησης ή της λογοτεχνίας.

Διαλεκτική μέθοδος ανάγνωσης των λόγιων κειμένων, κυρίως στο πλαίσιο του δυτικού σχολαστικισμού, καθώς και η γενικευμένη πρακτική του σχολιασμού τους.

Καλλιέργεια της αλληγορικής μεθόδου ερμηνείας των κειμένων.

Τέλος 2ου μέρους, συνεχίζεται

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s