Skip to content

ΒΡΩΜΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΚΑΘΑΡΕΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΙΣ: ΣΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

01/10/2015

ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΡΩΤΗ: ΣΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

 

ΓΗΠ-1    Η πρώτη μου τυχαία συνάντησή με το Λάμπρο, από τη μέρα που τελειώσαμε το λύκειο, ήταν έπειτα από περίπου δυόμισι χρόνια. Πρέπει να ήταν την άνοιξη του 1992 και απαντηθήκαμε τυχαία κοντά στο παλιό μας σχολείο. Στην αρχή σκέφτηκα να κάνω πως δεν τον είδα και να τον αποφύγω, αλλά ντράπηκα κι έτσι αστραπιαία άλλαξα γνώμη και πέρασα το πεζοδρόμιο για να του μιλήσω. Εδώ που τα λέμε, δεν είχαμε και τίποτα προσωπικές διαφορές, αλλά σίγουρα δεν αποτελούσε και συναναστροφή που θα έγκρινε ο πατέρας μου, μιας και η μόνιμη παρότρυνσή του ήταν να κάνω παρέα μόνο με αυτούς που αριστεύουν στα γράμματα. Ο Λάμπρος σαφώς δεν άνηκε σ’ αυτήν την κατηγορία, από την άλλη όμως δεν άνηκε και σ’ αυτούς που έξι ολόκληρα χρόνια με ανεβοκατέβαζαν «φυτό» πίσω από την πλάτη μου, ακριβώς λόγω των βαθμών μου στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Ωστόσο, ο λόγος που με έκανε κυρίως να θέλω να τον αποφύγω, ήταν πως πριν λίγους μήνες τον είχα δει στη τηλεόραση να τον οδηγούν με χειροπέδες στα δικαστήρια. Η εικόνα με αιφνιδίασε και με σόκαρε και ίσως να μην τον είχα ξεχωρίσει κιόλας αν φρόντιζε, όπως οι υπόλοιποι συγκατηγορούμενοί του να κρύψουν το πρόσωπό τους. Αντίθετα, εκείνος θέλεις από άγνοια κινδύνου, θέλεις γιατί ανέκαθεν περιφρονούσε και δεν έπαιρνε μέρος στα κουτσομπολιά και τα σχόλια του κόσμου όπως το «φυτό» που ανέφερα, προχωρούσε αγέρωχος λες και πήγαινε να δώσει συνέντευξη στο B.B.C. Του ακριβείς λόγους αυτής της «προκλητικής» συμπεριφοράς, δεν είμαι σίγουρος πως τους κατάλαβα ποτέ. Έχω όμως την εντύπωση πως υποτιμούσε τον κίνδυνο για τη ζημιά που μπορεί να προκαλέσει η κακία των ανθρώπων.

Θυμήθηκα ένα περιστατικό από τα σχολικά μας χρόνια, που έτυχε και ήμουν παρών και ήταν ίσως αυτό που με έκανε να αλλάξω γνώμη και να πάω τελικά να του μιλήσω. Ήταν στην Τρίτη λυκείου, όταν τα Σαββατοκύριακα μαζευόμαστε στο προαύλιο του σχολείου, χωριζόμαστε σε δύο ομάδες και παίζαμε ποδόσφαιρο. Εγώ συνήθως, επέλεγα το διάβασμα, αλλά η συγκεκριμένη περίπτωση ήταν από τις σπάνιες που απέσπασα τη συναίνεση του πατέρα μου, ώστε να ξεδώσω λίγο, πριν τις πανελλήνιες εξετάσεις. Βέβαια, λόγω της απόστασης που χώριζε τη δική μου νοοτροπία από τους περισσότερους συμμαθητές μου, όταν έφτασε η ώρα να μοιραστούμε σε δύο ομάδες, εμένα δε με επέλεξε κανένας από τους δύο αρχηγούς που διάλεγαν παίχτες. Είχα συνηθίσει σε τέτοιες συμπεριφορές που με έμμεσο τρόπο έδειχναν την απόρριψη για το πρόσωπό μου. Θα έλεγα πως με διακατείχε κάποιου είδους ανοσία, καθώς και τα δικά μου αισθήματα απέναντι σε εκείνους που με αποκαλούσαν «φυτό» δεν υπήρξαν ποτέ τα καλύτερα, ενώ οι νουθεσίες του πατέρα μου με είχαν πείσει πως ο δικός μου δρόμος ήταν ο σωστός. Εκείνη τη μέρα όμως ήταν Ο Λάμπρος με τον τρόπο του επέβαλε τη συμμετοχή μου στη δική του ομάδα. Στην αρχή ο αρχηγός τού έφερνε αντιρρήσεις με το επιχείρημα πως ήμασταν ήδη αρκετοί και δεν χωρούσε άλλος, γιατί το προαύλιο ήταν μικρό. Φυσικά, αυτό αποτελούσε δικαιολογία που την καταλάβαιναν όλοι, αλλά σιωπηρά συμφωνούσαν καθώς ποτέ δε με ένιωθαν δικό τους. Τότε ο Λάμπρος προχώρησε σε μια πιο τολμηρή πρόταση. Είπε στον αρχηγό πως μου παραχωρούσε τη δική του θέση και εκείνος θα έκανε το διαιτητή του αγώνα. Έλα όμως που ο αρχηγός τον χρειάζονταν στην επίθεση, επειδή ήταν από τους πιο γρήγορους στην τάξη. Έτσι, βρήκαν μια συμβιβαστική λύση να παίξω και εγώ στην ομάδα τους, υπό την προϋπόθεση πως θα καθόμουν στην άμυνα, σε μια θέση που δε θα χαλούσα το παιχνίδι της υπόλοιπης ομάδας.

Μολονότι, το περιστατικό δείχνει κάποια πράγματα για το χαρακτήρα του, δε θα το αξιολογούσα ως σημαντικό, αν δε συνέβαινε κι ένα άλλο την ίδια μέρα. Κάποια στιγμή, μια άτσαλη απόκρουση, απ’ αυτές που οι ποδοσφαιρόφιλοι ονομάζουν στραβοκλωτσιά έστειλε τη μπάλα στην ταράτσα του σχολείου. Ο Λάμπρος ανέλαβε να σκαρφαλώσει για να τη φέρει πίσω και τον ακολούθησε και ο διπλανός του στο θρανίο που ήταν καλοί φίλοι. Για τη συνέχεια θα ήμουν δύσπιστος, αν δεν τύχαινε να υπάρξω αυτήκοος μάρτυρας ενός σύντομου διαλόγου. Ξεχώριζα καθαρά τις φωνές που έρχονταν από την ταράτσα

-Λάμπρο, τώρα που ανεβήκαμε θα κόψω και το καλώδιο από το κουδούνι!

-Άσε τις μαλακίες ρε συ, τι σου φταίει το κουδούνι; Πάμε να συνεχίσουμε το παιχνίδι.

-Ευκαιρία είναι, τη Δευτέρα θα πέσει πολύ γέλιο με τον επιστάτη. Σε κάθε διάλειμμα θα βγαίνει με εκείνη την κουδούνα που κρατούσε παλιά, λες και μάζευε πρόβατα. Έχω φέρει και κόλλα μαζί μου για τις κλειδαρότρυπες, μέχρι να φέρουν κλειδαρά θα έχουμε χάσει σίγουρα τις δύο πρώτες ώρες.

-Δε μου λές, ξέρεις πόσοι έχουν δει πως οι δυο μας ανεβήκαμε εδώ πάνω;

-Έλα μωρέ, ποιος θα τολμήσει να μας καρφώσει;

Η κόλλα τελικά δε μπήκε στις κλειδαρότρυπες, αλλά τη Δευτέρα, στο πρώτο διάλειμμα, ο λυκειάρχης φώναξε τον Λάμπρο στο γραφείο του. Παρούσα στο διπλανό γραφείο των καθηγητών, έτυχε να βρίσκεται η απουσιολόγος του δικού μου τμήματος που μου μετέφερε το διάλογο. Ο λυκειάρχης επέμενε πως τον είδαν να κόβει το καλώδιο από το κουδούνι του σχολείου. Δεν είμαι σίγουρος αν η καταγγελία μεταφέρθηκε έτσι ή ο ίδιος ο λυκειάρχης την είχε παραλλάξει για τους λόγους του, μιας και εκτός της συζήτησης που είχα ακούσει, κανείς μας δεν είχε οπτική επαφή με όσα έγιναν στην ταράτσα. Ο Λάμπρος παραδέχτηκε πως ανέβηκε στην ταράτσα για να πιάσει τη μπάλα, αλλά αρνιόταν σταθερά πως εκείνος έκανε τη ζημιά. Στη συνέχεια ρωτήθηκε ποιος άλλος ανέβηκε μαζί του κι αν ήταν αυτός που τελικά προκάλεσε τη φθορά. Ο Λάμπρος του απάντησε πως ήταν εξωσχολικός που ήρθε να παίξει μπάλα και δεν τον είχε ξαναδεί, αλλά ούτε παρατήρησε να πλησιάζει προς το κουδούνι. Η κουβέντα τέλειωσε με την προτροπή του λυκειάρχη προς τον Λάμπρο σε αυστηρό τόνο, να γυρίσει στην τάξη του και πως θα εξετάσει πολύ σοβαρά τι θα γίνει με την περίπτωσή του. Για λόγους που δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω, στο περιστατικό δε δόθηκε καμία απολύτως συνέχεια. Δεν ξέρω τι έκανε τον αυστηρό λυκειάρχη να παραβλέψει το θέμα, τη στιγμή που για πολύ ελαφρύτερα παραπτώματα μοίραζε αποβολές ή ακόμα και αλλαγή περιβάλλοντος. Από τη μεριά μου σκέφτηκα, πως με κάτι τέτοιες συμπεριφορές ο Λάμπρος αδικούσε τον ίδιον του τον εαυτό και δε θα ένιωθα καμία ενοχή, αν βοηθούσα να αποκατασταθεί η αλήθεια. Δεν ήταν λοιπόν οι τύψεις που με κράτησαν, ώστε να του ανταποδώσω την κίνηση που είχε κάνει για εμένα δύο ημέρες πριν, αλλά ο φόβος για τη δική του αντίδραση αν τολμούσα κάτι τέτοιο, ακόμα κι αν η πρόθεσή μου ήταν να τον υπερασπιστώ. Δε μου ήρθε τυχαία στο μυαλό αυτή η ιστορία, μιας και στη συζήτηση που ακολούθησε σε εκείνη την πρώτη μας τυχαία συνάντηση, πιστεύω πως υπάρχουν αρκετές ομοιότητες.

Περνώντας λοιπόν το πεζοδρόμιο, Ο Λάμπρος με αντιλήφθηκε και μου έδωσε το χέρι, προσπαθώντας να χαμογελάσει. Ωστόσο, στο πρόσωπό του υπήρχε κάτι σκοτεινό που δεν είχα συνηθίσει μέχρι τότε. Δεν είμαι σίγουρος από ποια ανάγκη, αλλά ήμουν εγώ εκείνος που του πρότεινε να πιούμε καφέ κάπου εκεί κοντά και να τα πούμε. Αυτή ήταν και η αρχή της τόσο ιδιαίτερης σχέσης που αποκτήσαμε από τότε, ενώ στα τόσα χρόνια καθημερινής επαφής οι κουβέντες μας περιορίζονταν στα απολύτως τυπικά. Ξεκινώντας από τα νέα που μεσολάβησαν όσο καιρό είχαμε να βρεθούμε, του είπα πως βρισκόμουν στο τρίτο έτος του πανεπιστημίου και καθώς δε χρωστούσα μαθήματα, σύντομα θα έπαιρνα το πτυχίο του φυσικού. Με ρώτησε αν θα έμπαινα στην επετηρίδα για καθηγητής, αλλά του εξήγησα πως κάτι τέτοιο δε με ενδιέφερε. Σκόπευα να κάνω και μεταπτυχιακό και να ασχοληθώ με την έρευνα, όπως και ο πατέρας μου. Στις αντίστοιχες δικές του απαντήσεις, μου αποκρίθηκε πως τέλειωνε κάποια ιδιωτική σχολή ως χημικός εργαστηρίων. Δεν ξέρω αν έκανα καλά, αλλά μοιράστηκα την απορία μου για την επιλογή του, θεωρώντας πως αδικεί τον εαυτό του με το να φιλοδοξεί να εργαστεί στον πάγκο του εργαστηρίου, ενώ με λίγο διάβασμα θα μπορούσε να περάσει χημικός στο πανεπιστήμιο αν ξαναέδινε εξετάσεις. Η απάντησή του με αιφνιδίασε, αλλά αυτό το χάρισμα το είχα διακρίνει από παλιά σε εκείνον.

-Γιατί είτε στον πάγκο, είτε χημικός, νομίζεις πως το κάνω από φιλοδοξία;

-Δηλαδή, γιατί το κάνεις, ρώτησα απορημένος.

-Από έρωτα.

Μου εξήγησε το σκεπτικό του. Είχε ερωτευτεί μια κοπέλα που σπούδαζε στη Θεσσαλονίκη και ήθελε αναβολή από το στρατό. Η σχολή του έδινε μια μικρή παράταση, αλλά και αργότερα όπως μάθαινα, δε δίστασε να πάρει αναβολή επικαλούμενος ψυχολογικούς λόγους. Έπιανε δουλειές στην Αθήνα, μάζευε κάποια χρήματα κι έπειτα ανέβαινε και έμενε στην συμπρωτεύουσα. Δε θέλω να κρίνω τις επιλογές του, αλλά τότε αυτό το σκεπτικό μου φάνηκε ανώριμο. Ο τρόπος που είχα μάθει εγώ ήταν τελείως διαφορετικός και ακολουθούσε, ένα αυστηρά οριοθετημένο πρόγραμμα. Δηλαδή, σπουδές, επαγγελματική αποκατάσταση και στη συνεχεία οικογένεια. Όμως η απάντηση «από έρωτα», ήταν αφοπλιστική στη δεδομένη στιγμή, ώστε να επιχειρηματολογήσω για τη δική μου θέαση της ζωής. Άλλωστε, ακόμα κι αυτή μήπως ήταν καθαρά δική μου; Τη λογική του πατέρα μου ακολουθούσα πιστά, δίχως ποτέ να εκφράσω αμφιβολίες γι’ αυτήν. Όμως, τέτοια ζητήματα θα είχαμε την ευκαιρία να τα συζητήσουμε και σε μελλοντικές συζητήσεις. Σ’ αυτήν την πρώτη μου διηγήθηκε με λεπτομέρειες την εμπειρία του που ήδη γνώριζα απ’ τις ειδήσεις. Η αφορμή δόθηκε όταν παρατήρησα πως είχε κόψει κοντά τα μαλλιά του, γεγονός που επισήμανα, για να πάρω μια ακόμα αφοπλιστική απάντηση «Με έπεισαν πως αν δεν το έκανα θα έμπαινα φυλακή»!

Του εκμυστηρεύτηκα με ειλικρίνεια, πως είχα δει στην τηλεόραση κάποια πράγματα. Γνώριζα για την κατηγορία, η οποία ήταν «χουλιγκανισμός», αλλά είχα μπερδευτεί με την έκταση που έδινε ο τύπος στα γεγονότα. Δεν χρειάστηκε καν να τον ρωτήσω λεπτομέρειες για το περιστατικό, ήταν έτοιμος να μου αφηγηθεί την εμπειρία του χωρίς ντροπή, δίνοντας μου μάλιστα πληροφορίες που όχι απλά δεν είχα διανοηθεί, αλλά που γεννούσαν και ερωτηματικά για την αθωότητα που αντιμετώπιζα μέχρι τότε τον κόσμο. Εγώ απλά παραθέτω την αφήγησή του από μνήμης, προσπαθώντας στο μέτρο του εφικτού, να αποδώσω πιστά τα λόγια του. Η διήγηση λοιπόν που ακολουθεί, πιστεύω πως βρίσκεται πολύ κοντά σ’ αυτήν που μου εμπιστεύτηκε, μιας και χαράχτηκε μέσα μου με τρόπο που δύσκολα θα μπορούσα να αφήσω κάτι απ’ έξω.

«Δε θα ισχυριστώ πως υπήρξα πάντα αθώα περιστερά, ούτε πως κινούμαι πάντα στα πλαίσια του νόμος-τάξη και ασφάλεια. Κάτι τέτοιο θα ισοδυναμούσε ενστερνισμό της υποκρισίας που διακρίνει πολλούς απ’ αυτούς που αντιμετώπισα στη συγκεκριμένη περιπέτεια. Το μόνο που θα φωνάζω μέχρι τέλους, ήταν πως τίποτα απ’ όσα μου πρόσαψαν σ’ αυτήν την περίπτωση δεν είναι αλήθεια. Εξάλλου, δεν είμαι ο μοναδικός, ούτε ο πιο κατατρεγμένος αυτού του τόπου. Υπάρχουν άνθρωποι που αυτή τη στιγμή βρίσκονται άδικα στοιβαγμένοι σε κάποιο κελί και για το κακό που έχουν υποστεί, ίσως να μην βρουν ποτέ δικαίωση.

Η δική μου περίπτωση αποτελεί απλά μία από τις πολλές και συνάμα ένα καλό μάθημα ώστε να διαλυθούν κάποιες πλάνες που κι εγώ ο ίδιος είχα. Όλα λοιπόν ξεκίνησαν σε ένα ποδοσφαιρικό παιχνίδι, απ’ αυτά που αθλητικοί συντάκτες ονομάζουν ντέρμπι. Η ομάδα που υποστήριζα ηττήθηκε καθαρά και πολλοί δικοί μας οπαδοί από αγανάκτηση, άρχισαν να σπάνε καρέκλες από το επάνω διάζωμα και να τις πετούν στο κάτω που καθόμουν με ένα φίλο. Όταν τέλειωσε ο αγώνας, κατευθύνθηκα περίλυπος προς τη θύρα. Εκεί μας περίμενε μια δυσάρεστη έκπληξη. Τα ΜΑΤ είχαν μπλοκάρει την έξοδο τσεκάριζαν ποιους θα αφήσουν να περάσουν και ποιους θα συλλάβουν. Ο φίλος δίπλα μου για παράδειγμα, βγήκε ανενόχλητος. Αντίθετα εμένα με βούτηξαν απ’ τα μαλλιά και άρχισαν να με σέρνουν σε μια απόσταση μερικών δεκάδων μέτρων μέχρι την κλούβα που περίμενε για προσαγωγές. Στα μέχρι τώρα ερωτήματά σου, θα βρεις απαντήσεις με τα ίδια εργαλεία που λύνεις τις ασκήσεις φυσικής. Αξιώματα, συνεπαγωγές, ισοδυναμίες. Πιο απλά, στη λογική τους όποιος έχει μακριά μαλλιά και κάπως εξεζητημένη εμφάνιση αποτελεί αξιωματικά χούλιγκαν. Το προηγούμενο συνεπάγεται πως ευνόητα συμμετείχε σε κάποια παρανομία, οπότε αν δοθεί ευκαιρία συλλαμβάνεται, ανεξάρτητα από τον αν τον είδε ο ματατζής ή κάποιος άλλος μάρτυρας να τη διαπράττει. Από τη στιγμή που συλληφθεί η δίκη ισοδυναμεί με καταδίκη, όσο δυνατή επιχειρηματολογία χρησιμοποιήσει ο κατηγορούμενος στην απολογία του. Τόσο απλή είναι η εξίσωση.

Στη δική μου περίπτωση, το πολύ ξύλο έπεσε μέχρι να φτάσουμε στην κλούβα και πριν με βάλλουν μέσα με στύλωσαν στα πόδια μου κρατώντας με απ’ τις μασχάλες και κάποιος απ’ αυτούς πήρε φόρα και μου έδωσε τη «χαριστική βολή» με μια κουτουλιά φορώντας το κράνος του. Μη με ρωτάς γιατί τόση βία χωρίς να με γνωρίζουν. Σε κάποια πράγματα δεν υπάρχει λογική και εάν υπάρχει σίγουρα έχει αφαιρεθεί από ανθρώπους σαν αυτούς, ώστε να λειτουργούν με τα πιο άγρια ένστικτα που κρύβουν μέσα τους. Με μία έννοια υπήρξα και τυχερός, καθότι ένας μεσήλικος, απ’ αυτούς που έχουν καθώς πρέπει εμφάνιση, με γραβάτα, σακάκι, κουστούμι βλέποντας όλη αυτήν την αγριότητα και το πρόσωπό μου γεμάτο αίματα, έσπευσε προς τιμήν του να διαμαρτυρηθεί. Ξέρεις ποια ήταν η συνέχεια; Παράτησαν εμένα ανάσκελα σε ένα κάθισμα και βούτηξαν αυτόν. Δεν τον χτύπησαν, ίσως φοβήθηκαν την ηλικία του, αλλά τον τρομοκράτησαν λέγοντας του πως κατηγορείται για πέντε αδικήματα. Για καλό ήρθε ο φουκαράς και πήγε να βρει και το μπελά του. Η δική μου απειρία με εμπόδισε από το να τον πλησιάσω και να ανταλλάξουμε στοιχεία, ώστε να τον χρησιμοποιήσω ως αυτόπτη μάρτυρα.

Μας οδήγησαν στο τμήμα και άρχιζαν να γράφουν πανομοιότυπες δικογραφίες με ρυθμό βιομηχανικής παραγωγής. Συνάμα, μας πίεζαν να παραδεχτούμε την «ενοχή» μας, υποσχόμενοι πως αν το κάνουμε θα καταθέσουν οι ίδιοι τα καλύτερα λόγια, ώστε να φάμε μικρότερη ποινή. Κάποιοι έσπασαν και υπέγραψαν πράγματα που δεν είχαν κάνει, δείχνοντας εμπιστοσύνη στα λόγια των μπάτσων. Εγώ απ’ τη μεριά μου ακόμα κι αν ίσχυε αυτό, ούτε που διανοούμουν να δηλώσω ένοχος για κάτι που ήμουν αθώος. Κι εδώ έκανα λάθος από την απειρία μου, καθώς δικαιούμουν δικηγόρο πριν υπογράψω οτιδήποτε. Λάβε υπ’ όψη σου όμως το ξύλο που είχαμε ήδη φάει, αυτό που μας υπόσχονταν πως θα συνεχίσουν να μας ρίχνουν όλο το βράδυ και κυρίως, την οικτρή πλάνη πολλών από εμάς για το ρόλο της «τυφλής» δικαιοσύνης που μας δίδασκαν και στο σχολείο. Να φανταστείς πως στην αρχή δεν ήθελα καν να ενημερώσω τους δικούς μου για να μην τους τρομάξω. Έλεγα από μέσα μου πως δεν μπορεί, θα εξηγήσω στους δικαστές την αλήθεια και μορφωμένοι άνθρωποι είναι, θα καταλάβουν. Ευτυχώς που βρέθηκε και μια δικηγόρος ενός συγκατηγορούμενου που είχε πείρα και με έπεισε πως πρέπει οπωσδήποτε να επικοινωνήσω με το σπίτι μου.

Εκτός των άλλων, για εμένα επεφύλαξαν μια πιο ιδιαίτερη μεταχείριση που και πάλι ο φόβος και η απειρία με οδήγησαν στο να μην την αξιολογήσω σωστά. Ήμουν ο μοναδικός που με οδήγησαν σε ξεχωριστό δωμάτιο για συνέχιση της ανάκρισης. Στην αρχή φοβήθηκα πως θα συνεχιστεί το ξύλο. Όμως ο λόγος ήταν άλλος. Προσπάθησαν να με τρομοκρατήσουν ακόμα περισσότερο, λέγοντάς μου πως υπάρχει ένας συνάδελφός τους με σπασμένο χέρι από προηγούμενο παιχνίδι, ο οποίος με αναγνώρισε ως αυτουργό και θα πήγαινε στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής που διαδραματίστηκε το γεγονός για να μου κάνει και δεύτερη μήνυση! Τι κι αν διαμαρτυρήθηκα πως για το παιχνίδι για το οποίο μιλούσαν, εγώ δεν είχα πάει καν γήπεδο, εκείνοι επέμεναν πως με δεύτερη μήνυση δεν την γλυτώνω τη φυλακή. Έπειτα με ρώτησαν αν γνώριζα την ξανθιά που τα έσπαγε στο επάνω διάζωμα. Ναι κατάλαβα για ποια μιλούσαν, μιας και δεν υπάρχουν και πολλές ξανθιές που να τα σπάνε στα γήπεδα, αλλά ευτυχώς ξέφυγα απ’ την ερώτηση, εξηγώντας πως καθόμουν στο κάτω διάζωμα κι συνεπώς δεν μπορούσαν να τη δω. «Ναι, γιατί άμα την έβλεπες θα μας έλεγες», ήταν η ειρωνική απάντηση του Διοικητή. Ωστόσο, ο έμπειρος αξιωματικός άφησε για το τέλος τις κρίσιμες ερωτήσεις του στυλ: «ποιος είναι αυτός που σε υπερασπίζεται;», «γιατί σε υπερασπίζεται;», «τον ξέρεις προσωπικά;», «ξέρεις που μένει;», «ξέρεις τι δουλειά κάνει;». Σε όλες αυτές απαντούσα μονολεκτικά όχι, απορώντας γιατί τέτοιο ενδιαφέρον. Μόλις τέλειωσε αυτή περίεργη ανάκριση και βγαίνοντας από το γραφείο, είδα να οδηγούν εκεί τον κύριο που σου είπα πως με υπερασπίστηκε, άρχισα να καταλαβαίνω τους λόγους, αλλά ήταν αργά. Αυτοί ήθελαν να είναι σίγουροι πως δεν τον ξέρω, ώστε να αποφύγουν τη δυσάρεστη έκπληξη να έρθει και να καταθέσει στο δικαστήριο. Είμαι σχεδόν βέβαιος για το διάλογο που θα ακολούθησε μεταξύ του αξιωματικού και του μάρτυρα. Σίγουρα θα του επανέλαβε κάποιες από τις ερωτήσεις που έκανε και σε εμένα. Εφόσον διασταύρωσε κι από εκείνον πως πραγματικά δε γνωριζόμαστε προσωπικά, θα τον αντιμετώπισε με υποκριτικό σεβασμό παίζοντας το ρόλο του καλού μπάτσου, που τον γλυτώνει από τις περιπέτειες που πήγαν να τον μπλέξουν οι κακοί συνάδελφοί του. Και φυσικά για να αποκλείσει το ενδεχόμενο, ακόμα και αυθόρμητης παρουσίας του μάρτυρα, όχι απλά δε θα του έδωσε τα στοιχεία μου (όπως δεν έδωσε και σε εμένα τα δικά του), αλλά θα έπλεξε το εγκώμιό μου, ως επαγγελματία κακοποιού. Έτσι, ο ανθρωπάκος θα έφυγε και ανακουφισμένος, παρά τη βάναυση συμπεριφορά που του επιφύλαξαν στην αρχή, γιατί βρέθηκε επιτέλους ένας «εχέφρων» αξιωματικός που να τον απαλλάξει από τις πέντε «κατηγορίες» που απείλησαν να του προσάψουν οι υφιστάμενοί του και τον προστάτευσε κι από την «πλάνη» να υπερασπιστεί έναν επαγγελματία κακούργο.

Όλη αυτή η διαδικασία είχε σαν αποτέλεσμα να οδηγηθώ τελευταίος στα κρατητήρια, όπου αντίκρισα μια σχεδόν κωμική σκηνή. Στο κελί υπήρχαν δύο στρώματα όλα κι όλα. Στο ένα απ’ αυτά καθόντουσαν στοιβαγμένοι έξι συγκατηγορούμενοί μου για την ίδια υπόθεση. Στο δεύτερο στρώμα κάθονταν μονάχα ένας που εξαρχής μου είχε κάνει εντύπωση ο τρόπος που τον ανάκριναν. Δηλαδή, αντί για απειλές του αγόρασαν και σουβλάκια κι εκείνος μη μπορώντας να τρώει και να απαντάει ταυτόχρονα, κάποιες φορές έφτυνε με αναίδεια, αμάσητη την τροφή στο καλάθι αχρήστων δίπλα από το γραφείο του αξιωματικού. Αναγκαστικά λοιπόν, μ’ αυτόν μοιράστηκα το στρώμα και μερικές εμπειρίες. Μου εξομολογήθηκε πως είχε βγει από τη φυλακή πριν κάτι μέρες και τον συνέλαβαν και πάλι γιατί οπλοφορούσε. Στη σχεδόν αφελή ερώτησή μου τι τα ήθελε τα όπλα, μόλις είχε βγει από τη φυλακή, μου έδωσε μια όλο φυσικότητα απάντηση «αφού πάντα τα κουβαλάω μαζί μου»! Όταν τον ρώτησα πως θα ξεμπλέξει τώρα από το δικαστήριο, μου απάντησε με την ίδια ειλικρίνεια «γιατί μήπως θα με δουν στο δικαστήριο, μόλις βγω από δω μέσα»! Πραγματικά τον κράτησε το λόγο του, πήρε τριήμερη αναβολή με ανασταλτικό χαρακτήρα για να «προετοιμάσει» την απολογία του και την ημέρα της δίκης ήταν άφαντος. Κατά τ’ άλλα η συμπεριφορά του απέναντι μου ήταν άψογη. Ίσως εκτίμησε πως δεν τον απόφυγα αλλά πήγα στο δικό του στρώμα, ενώ μοιράστηκε ακριβοδίκαια το χώρο. Με ρώτησε αν πεινάω, γιατί κρατούσε χρήματα για να αγοράσει σουβλάκια. Κυρίως όμως, μου τόνωνε αρκετά το ηθικό, προτρέποντάς με να μη φοβάμαι και πως θα καθαρίσω εύκολα (συγκριτικά μάλλον με τις δικές του κατηγορίες). Πραγματικά ήταν παρηγοριά μέσα στην όλη μαυρίλα που μας κύκλωνε, καθώς έβρισκε διάθεση ακόμα και για αστεία, πάντα με περιεχόμενο ιστορίες της παρανομίας. Κάποιες στιγμές, έπεφτε το βλέμμα μου στους έξι στοιβαγμένους συγκατηγορούμενούς μου, που είχαν μαζευτεί αμίλητοι ο ένας δίπλα στον άλλον, λες και ένιωθαν πως η μεγαλύτερη απειλή ήταν ο συγκάτοικός μου στο στρώμα, παρά αυτοί έξω απ’ το κελί που τους είχαν τυλίξει σε μια κόλλα χαρτί. Το μόνο που θεώρησα φρόνιμο να αποφύγω, ήταν η ανταλλαγή τηλεφώνων που μου πρότεινε, μιας και δεν ήθελα περισσότερα μπλεξίματα απ’ αυτά που ήδη με είχαν βρει.

Δεν ξέρω τι ώρα ήταν καθώς μας είχαν πάρει από τα ρολόγια μέχρι τα κορδόνια των παπουτσιών, όταν τελείως αιφνιδιαστικά ενημερώθηκα πως έχω επισκεπτήριο! Υπολόγισα πως θα κόντευε να χαράξει όταν αντίκρισα τους γονείς μου στο διάδρομο. Στα μάτια τους διέκρινα έντονη ανησυχία και στην ερώτηση του πατέρα μου αν μας χτύπησαν, του αποκρίθηκα πως δε σήκωσαν χέρι πάνω μας. Ίσως το πίστεψε η μάνα μου, εκείνος πάντως όχι, το διέκρινα στο βλέμμα του πως κατάλαβε ότι τον κορόιδευα αλλά δε μίλησε. Αντί γι’ αυτό με τράβηξε παράμερα προς τις τουαλέτες. Δεν ξέρω αν είχε προηγηθεί κάποια συνεννόηση με τους φύλακες ή τον αξιωματικό, ώστε να μη μας ακολουθήσουν. Όταν μείναμε οι δυο μας με ξάφνιασε, διότι από την τσέπη του σακακιού του έβγαλε ένα μεγάλο ψαλίδι, με πρόθεση να πιάσει τα μαλλιά μου κοτσίδα και να με κουρέψει, καθ’ υπόδειξη του δικηγόρου, όπως ισχυρίστηκε και αργότερα βεβαιώθηκα για αυτό. Όμως κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες μου ήταν αδύνατο να δεχτώ τη συγκεκριμένη ταπείνωση, μπροστά στα βλέμματα των μπάτσων. Αρνιόμουν σταθερά σε όλες τις επίμονες παρακλήσεις του. Ως ύστατο επιχείρημα χρησιμοποίησε τις συμβουλές του δικηγόρου, μου εξήγησε δηλαδή, πως στην τριήμερη αναβολή που δικαιούμασταν από το Σύνταγμα για την προετοιμασία της απολογίας, εγώ ίσως να ήμουν ο μοναδικός που ο εισαγγελέας θα διέτασσε προφυλάκιση και το πιθανότερο ήταν να την πληρώσω και για τους υπόλοιπους. Ούτε αυτό το ύστατο επιχείρημα στάθηκε ικανό να με πείσει και υποχώρησε πικραμένος λέγοντάς μου «πας φιρί, φιρί να φας το κεφάλι σου». Ίσως σε κάποιο βαθμό να είχε δίκιο. Πόσο μάλλον όταν αυτές οι συμβουλές βγαίνουν από το στόμα δικηγόρου. Από την άλλη όμως μου ήταν αδύνατο να δώσω αυτήν την ικανοποίηση στους μπάτσους, ειδικά για ένα συμβάν που ήμουν αθώος, από την άλλη θεωρούσα πως κάποιες φοβίες ήταν κατάλοιπα του πατέρα μου από την εποχή του εμφύλιου πόλεμου, όταν το «εις θάνατον» στα στρατοδικεία ακούγονταν καθημερινά για εκατοντάδες ανθρώπους και σε μερικές περιπτώσεις το σημαντικότερο καταδικαστικό στοιχείο πως διάβαζαν την εφημερίδα «Το Βήμα»! Ίσως η αλήθεια να ήταν κάπου στη μέση. Δηλαδή, δε θα με εκτελούσαν κιόλας επειδή είχα μακριά μαλλιά, αλλά δεν ήταν και αδύνατον πραγματικά να διατάξουν την προφυλάκιση μου, ακριβώς λόγω αυτής της λεπτομέρειας.

Εδώ λοιπόν φτάνει η διήγηση, στο σημείο που εσύ και αρκετοί άλλοι με είδατε να οδηγούμαι στο δικαστήριο, για να πάρουμε τριήμερη αναβολή. Για να είμαι ειλικρινής, η πίστη πως είμαι αθώος ήταν αυτή που καθόρισε τη μέχρι εκείνο το σημείο στάση μου. Δεν είχα να ντραπώ για κάτι ώστε να κρύψω το πρόσωπό μου. Ούτε οι υπόλοιποι είχαν, αλλά η καφκική αντιμετώπιση από μεριάς των αρχών τους έφτασε στο σημείο να αισθανθούν ένοχοι για λόγους που αγνοούσαν και το χειρότερο ακόμα είχαν ήδη αποδεχτεί την καταδίκη γι αυτό, συνεπώς το μόνο που είχαν να ελπίζουν ήταν μια όσο το δυνατόν ευνοϊκότερη μεταχείριση. Σύντομα θα διαπίστωναν πως έτρεφαν ελπίδες φρούδες. Όπως θα διαπίστωνα κι εγώ πως δεν υπάρχει επιλογή δίχως τίμημα. Για παράδειγμα, η απόφαση μου να εμφανιστώ ακούρευτος και δίχως κάλυψη στις κάμερες, έδωσε τροφή για σχόλια στο χωριό του πατέρα μου, που από στόμα σε στόμα έφτασαν μέχρι τα ισόβια πριν καν να γίνει η δίκη.

Εκείνο που με επηρέασε αρνητικά περισσότερο απ’ όλα, ήταν το βλέμμα και τα λόγια του δικηγόρου, όταν με πρωτοαντίκρισε έξω από την δικαστική αίθουσα. Γούρλωσε έντρομος τα μάτια και με ρωτούσε γεμάτος απόγνωση πως θα κρύψω τα μαλλιά από το βλέμμα του προέδρου. Οι πιο κατάλληλοι άνθρωποι για να σου τσακίσουν την ψυχολογία πριν τη μάχη δεν είναι τελικά οι απέναντι, αλλά οι διπλανοί σου, όταν δεν μπορούν να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων. Και σίγουρα ο ρόλος του δεν ήταν να μου μεταδώσει το δικό του πανικό, αλλά να με υπερασπιστεί με κάθε κόστος. Με ρώτησε αν μπορούσα να πιάσω με κάτι κοτσίδα τα μαλλιά μου και να βρω τρόπο να τα κρύψω! Ευτυχώς, φορούσα στο αριστερό χέρι τις τσιμούχες που φοράω μέχρι σήμερα. Λόγω του όγκου που είχε το σγουρό μαλλί μου, η τσιμούχα έκανε μια χαρά τη δουλειά της και επιπλέον, έκρυψα την κοτσίδα μέσα στο κοτλέ μπουφάν που φορούσα, σχηματίζοντας μια μικρή καμπούρα σαν καμήλας. Τώρα να σου πω την αλήθεια δεν είμαι βέβαιος αν αυτή η μεταμφίεση της στιγμής, ήταν που έπαιξε τον αποφασιστικό ρόλο ώστε να μην προφυλακιστώ και να τη γλυτώσω μαζί με τους κουρεμένους. Το σίγουρο ήταν πως τη γλύτωσα για τρεις μέρες τουλάχιστον. Βεβαια, μετά το τέλος της διαδικασίας, φρόντισε να μου δώσει κάποιες πληροφορίες, ενδεχομένως κάποιες άχρηστες, αλλά και κάποιες που είχαν πραγματική βάση. Για παράδειγμα, με προειδοποίησε πως αν εμφανιστώ έτσι στο δικαστήριο, όχι απλά δεν την γλυτώνω με τίποτα αλλά είναι και πιθανό να μου χρεώσουν και αρχηγία για τα συμβάντα. Μάλλον υπήρξε υπερβολή σ’ αυτή τη γνώμη, ώστε να με πείσει. Δεν υπήρχε η κατηγορία της σύστασης συμμορίας, ώστε να μου χρεώσουν αρχηγία για κάτι. Παρόλα αυτά, έπειτα κι από συζητήσεις με αρκετούς φίλους μου συμφωνούσαν μαζί του για το ρόλο της εμφάνισης, πήρα με βαριά καρδιά την απόφαση να κουρευτώ και τα μαλλιά τα έχω μέχρι σήμερα φυλαγμένα σε ένα συρτάρι για να θυμάμαι! Επιπλέον, με προειδοποίησε για κάτι άλλο, στο οποίο είχε μάλλον δίκιο. Μου είπε πως απεύχονταν τη μέρα της δίκης να είναι πρόεδρος της δίκης γυναίκα, καθώς το γυναικείο φύλλο βγάζει αναφυλαξία με ορισμένα αδικήματα και τα αντιμετωπίζει αμείλικτα, συγκριτικά με τις αποφάσεις που βγάζουν οι άντρες πρόεδροι. Στα αδικήματα αυτά συμπεριλαμβάνονται ευνόητα θεωρώ, κακουργήματα όπως ο βιασμός, αλλά και όλα όσα έχουν να κάνουν με χρήση βίας. Ακόμα και σ’ αυτό όμως, πες μου σε τι με βοήθησε ψυχολογικά η πληροφορία πριν τη διεξαγωγή της δίκης, εκτός από το να μου σπάσει το ηθικό;

Ωστόσο, η τρίτη πληροφορία ή νομική συμβουλή αν θέλεις, ήταν αυτή που μου γέννησε τα εντονότερα αρνητικά συναισθήματα. Αναρωτήθηκε λοιπόν μήπως ήταν πιο φρόνιμο από νομικής άποψης να παραδεχτώ την ενοχή μου, ακόμα κι αν δεν είχα κάνει κάτι, ώστε να ποντάρουμε στο λευκό ποινικό μητρώο, στη μεταμέλεια και κυρίως στην «αλήθεια» που αρέσκονται να ακούν οι δικαστές. Σε απλά ελληνικά σημαίνει, κύριοι είμαι ένοχος, σας αναγνωρίζω ως εξουσία και εναποθέτω τις ελπίδες μου για μια ευνοϊκή μεταχείριση, λόγω της επιείκειας σας. Δεν ξέρω τι με κράτησε και δεν του κατέβασα όλους τους άγιους και τις αγίες μαζί γι’ αυτήν την ανήθική και υποκριτική κατά την άποψή μου τακτική [ο σκοπός αγιάζει τα μέσα]. Δεν είμαι δικηγόρος και δεν μπορώ να μιλήσω με αυτό το σκεπτικό. Ως κατηγορούμενος όμως και μάλιστα άδικα, έχω κάθε δικαίωμα να την κρίνω. Είναι πρόστυχη και αλήτικη, σα να παραδέχεσαι πως ο σκοπός αγιάζει τα μέσα. Ίσως εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησα για πρώτη φορά πως υπάρχουν δύο κόσμοι που μεταξύ τους το χάσμα είναι αγεφύρωτο. Ο κόσμος της υποκρισίας, της ψευτιάς, της δουλικότητας μπροστά στην εξουσία που πρέπει να τη γλύφεις για να σου πετάξει κάνα περισσευούμενο κόκαλο. Κι από την άλλη υπάρχει ένας κόσμος που την αλήθεια και το δίκιο του θα τα πληρώνει πάντα με ιδρώτα και αίμα. Και σε ρωτάω, αν είχα ενδώσει στην πρόταση του δικηγόρου για να γλυτώσω κάποιους μήνες κι αυτό αμφίβολο όπως θα σου εξηγήσω, ποιο θα ήταν το τίμημα. Τώρα στα χαρτιά τους είμαι δηλωμένος ως ένοχος, αλλά ποτέ δεν παραδέχτηκα αυτήν την κρίση και την ορθότητά της. Μπορώ να φωνάζω πως ήμουν και είμαι αθώος, κάθε στιγμή και μέχρι το τέλος της ζωής μου. Αν υπέκυπτα σ’ αυτόν τον ωμό εκβιασμό της εξουσίας που επαναλαμβάνω, μόνο ο Κάφκα έχει καταφέρει να περιγράψει το πόσο ανάλγητη και ανελέητη είναι, τι θα έλεγα μετά ακόμα και στους ανθρώπους που με κοίταξαν στα μάτια και αξίωσαν από εμένα την αλήθεια; Πως ξεπούλησα κάθε όσιο και  ιερό για να γλυτώσω μερικά μηνάκια. Πως την αναγνώρισα και υποτάχτηκα όχι στο αλάθητο της ως εξουσία, αλλά στον απώτερο σκοπό της. δηλαδή άνευ όρων παράδοση με τους δικούς της όρους σαν μαριονέτα δίχως ψυχή. Σαν να τους λέω ξέρω πως είστε φαρισαίοι και επικίνδυνοι, αλλά ακόμα κι έτσι εγώ σας ξεπουλιέμαι. Ότι κι αν διατάξετε εγώ θα σπεύσω να εκτελέσω τις οδηγίες σας πιστά, όση βρωμιά κι αν κρύβουν. Ανήκω πλέον στο σινάφι σας και μάλιστα δίχως αξιώσεις. Τη βρωμιά σας που την βαφτίζεται ηθική την ενστερνίζομαι και αποδέχομαι αδιαμαρτύρητα πως εσείς διαφεντεύεται πλέον τη συνείδηση μου.

Όμως αρκετά είπαμε και νομίζω παρασύρθηκα στο τέλος απ’ την οργή και το μίσος. Άκου λοιπόν και το τέλος αυτής της ΓΗΠ-2υπόθεσης. Ναι πέσαμε σε γυναίκα πρόεδρο, αλλά μετά απ’ όσα είπα αυτό πλέον το θεωρώ δευτερεύων. Μόνο ένας από εμάς πήρε ελαφρύτερη ποινή κι αυτό, γιατί μια μονάχα ημερολογιακή μέρα δικάστηκε μαζί μας, ενώ έπρεπε να παραπεμφθεί στο ανηλίκων. Οι υπόλοιπες ποινές ήταν καρμπόν, βγαλμένες λες από λογιστές και όχι απο δικαστές. Όσοι υπέκυψαν στις απαιτήσεις των μπάτσων και ομολόγησαν την ενοχή για πράγματα που δεν έκαναν, γρήγορα διαπίστωσαν την εξαπάτηση. Οι μπάτσοι πατώντας πάνω σ’ αυτήν την κατασκευασμένη ομολογία, μίλησαν σκληρότερα και πιο απαξιωτικά απ’ ότι σε όσους δεν παραδεχτήκαμε την ενοχή μας. Οι ποινές, όπως σου είπα καρμπόν από μια λογιστική λογική, παρά για απόδοση δικαιοσύνης. Όλοι φάγαμε δεκαοχτώ μήνες φυλάκιση με ανασταλτικό χαρακτήρα μέχρι την έφεση. Μην αναρωτηθείς γιατί ούτε λίγο πάνω, ούτε λίγο κάτω. Μια μόλις μέρα επιπλέον θα σήμαινε προφυλάκιση, δίχως η ποινή να είναι εξαγοράσιμη. Μια ημέρα λιγότερη θα σήμαινε οικονομικές απώλειες. Μην ερμηνεύσεις λοιπόν αυτή τη στάση ως επιείκεια, γιατί το μήνυμά της είναι ακριβώς το αντίθετο. Το μήνυμα είναι η τρομοκράτηση πως αν ήθελαν θα μας έχωναν μέσα και τη γλυτώσαμε οριακά. Τόσο οριακά όμως ώστε να έχουν το μάξιμουμ ων απολαβών από την εξαγορά της ποινής.

Όσο για μένα, τα συναισθήματά μου είναι ακόμα ανάμεικτα και μπερδεμένα. Αισθανόμουν λίγο σαν θεατρίνος, μιας και δέχτηκα την πρόταση του δικηγόρου γι την εξωτερική μου εμφάνιση, ακόμα κι αν με παρότρυναν όλοι οι ανεξαιρέτως οι φίλοι μου. Άλλωστε, ο ίδιος ο μπάτσος φρόντισε να τονίσει στην κατάθεσή του, πως τη στιγμή της σύλληψης είχα τελείως διαφορετική εξωτερική εμφάνιση απ’ αυτήν της δίκης. Εκεί μονάχα παρενέβη ο δικηγόρος, ζητώντας να μη βγει μια απόφαση με ενδυματολογικά κριτήρια. Δεν μπορώ να κρίνω πως λειτούργησε η παρέμβαση του αυτή, καθώς δεν είμαι ούτε δικαστής, ούτε δικηγόρος. Όμως κατά την ταπεινή μου άποψη θα έπρεπε να επιμείνει με άλλον τρόπο. Λέγοντάς του για παράδειγμα, πως για να θίγει τέτοιο ζήτημα, σίγουρα επηρεάζει το κριτήριό του ως προς τον τρόπο που ασκεί τη δουλειά του, αλλά δεν το τόλμησε. Στη δική μου σταθερή άρνηση όσον αφορά τις κατηγορίες που αντιμετώπιζα βρέθηκα απέναντι με την ξύλινη γλώσσα της προέδρου «και τι λόγους έχει το όργανο να ψεύδεται;». Ερώτηση ρητορική, γιατί η ίδια γνωρίζει τους λόγους καλύτερα απ’ τον καθένα. Και τους γνωρίζει γιατί συνδιαμορφώνει τους όρους.

Παρόλα αυτά, υπήρχε και ένα γεγονός που με έκανε να παλέψω με το φόβο, έστω κι αν γνώριζα εκ των προτέρων πως έδινα μια άνιση μάχη. Ένα γεγονός που με βοήθησε να κοιτάω την πρόεδρο στα μάτια και σε κάθε ερώτησή της να παίρνει την απάντηση Είμαι Αθώος. Ξέρεις ποιο ήταν; Τα τελευταία έδρανα ήταν γεμάτα από φίλους. Αυτοί ήταν που πριν την ανακοίνωση της ετυμηγορίας σηκώθηκαν αυθόρμητα όρθιοι. Αυτοί ήταν που πέρασαν το μήνυμα εκείνη την ημέρα. Ένα μήνυμα που δε χωράει σε λέξεις κα που μπορεί ίσως να συνοψιστεί στο νόημα της πρότασης πως, σε κάθε προσπάθεια να ασκήσετε εξουσία με το γνωστό ανήθικο τρόπο σας θα μας βρίσκεται απέναντί σας. Απέναντί σας και όρθιους»!

Ο συνήχηση «Λάμπρος, το λαμπρό μυαλό…», πέρασε άθελα μου από το μυαλό μου, μετά το τέλος της αφήγησης. Όμως, το ταλέντο αυτού του ανθρώπου να αφήνει βαθιές χαρακιές σε παγιωμένες αντιλήψεις μας, να δημιουργεί ρωγμές στη μέχρι τότε στέρεη ηθική μας και να ανοίγει μονοπάτια στη σκέψη πολλών από εμάς που τον συναναστραφήκαμε, αποτελούν τους ισχυρότερους λόγους ώστε να πιστεύω πως αυτό το μυαλό ποτέ δε θα πάει χαμένο.

Στις κατοπινές συναντήσεις μας βέβαια, αυτό το μουντό ύφος έκανε αρκετές φορές την εμφάνισή του, ανάλογα με την περίοδο της ζωής του

Κυριάκος Φραγκής

 

    Διδάκτωρ Φυσικής και ερευνητής

Advertisements
Σχολιάστε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: