Skip to content

Η ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΣΤΗΝ ΚΑΜΠΗ ΤΗΣ 2ης μ.Χ ΧΙΛΙΕΤΙΑΣ. ΛΥΡΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΝΤΑΝΙΕΛ, ΠΕΤΡΑΡΧΗΣ, ΒΙΓΙΟΝ

11/01/2015

Η ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΣΤΗΝ ΚΑΜΠΗ ΤΗΣ 2ης μ.Χ ΧΙΛΙΕΤΙΑΣ. ΛΥΡΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΝΤΑΝΙΕΛ, ΠΕΤΡΑΡΧΗΣ, ΒΙΓΙΟΝ

Τους πρώτους αιώνες της δεύτερης μ.Χ. χιλιετίας αρχίζουν να διαφαίνονται αλλαγές στη μεσαιωνική

ΤΡΟΒΑΔΟΥΡΟΙ

ΤΡΟΒΑΔΟΥΡΟΙ

  Ευρώπη σε διάφορα επίπεδα, οι οποίες θα αποδειχτούν καθοριστικές για το μέλλον της. Σε πολιτικό επίπεδο η Δ. Ευρώπη δείχνει να συνειδητοποιεί την κοινή της κληρονομιά, κυρίως, μέσω του συνεκτικού ρόλου της καθολικής εκκλησίας, η οποία εκφράζεται (και) με την πρώτη συντονισμένη δράση της: τις σταυροφορίες του 12ου αιώνα. Στο κοινωνικό επίπεδο, παρατηρείται η ανάπτυξη των πόλεων. Εξελίξεις όμως, έχουμε και στον πνευματικό τομέα με την ίδρυση των πρώτων πανεπιστημίων και ειδικά στο χώρο της λογοτεχνίας εμφανίζονται η αυλική λογοτεχνία, το αυλικό μυθιστόρημα και η λυρική ποίηση.1

Η λυρική ποίηση θα αποτελέσει το ζητούμενο της παρούσας εργασίας, αρχικά παρακολουθώντας την εξέλιξή της από τον ύστερο Μεσαίωνα έως την Αναγέννηση και το ρεύμα του ουμανισμού στα γράμματα, που επιφέρουν μια επαναστατική μεταβολή, την «ανθρωποκεντρική» θεώρηση του κόσμου σε αντιδιαστολή με τη «θεοκεντρική» του Μεσαίωνα2. Στη συνέχεια θα εξετάσουμε τρία έργα μεγάλων ποιητών της λυρικής ποίησης αναλύοντας πως προσεγγίζεται στο καθένα ο έρωτας.

Ξεκινώντας την επισκόπησή μας στο θέμα που εξετάζουμε, μπορούμε να εντοπίσουμε μια σειρά καινοτομιών που συνέβαλαν στη δημιουργία μιας ξεχωριστής της λογοτεχνικής κληρονομιάς του ύστερου Μεσαίωνα, η οποία αναπτύχθηκε ανεξάρτητα από την εκκλησιαστική παράδοση. Πρώτιστα, παρατηρούμε τη χρήση των δημωδών 3 γλωσσών ως μέσου έκφρασης της λυρικής ποίησης που πρωτοεμφανίστηκαν στη Δύση στα τέλη του 11ου αιώνα και αξίωσαν να αναγνωριστούν ως οι πρώτες μορφές μιας νεότερης λογοτεχνικής συνείδησης4. Επιπλέον, το κατεξοχήν στοιχείο έμπνευσης της λυρικής ποίησης είναι ο έρωτας, ο οποίος σε αντίθεση με άλλα είδη λογοτεχνικής δημιουργίας, εκδηλώνεται κυρίως με την κατάθεση του εσωτερικού κόσμου του δημιουργού (η οπτική του είναι από την αντρική σκοπιά)5, παρά μέσω της εξιστόρησης κάποιας ερωτικής ιστορίας6. Εξάλλου το ίδιο το σύστημα αξιών της εποχής προωθεί πρότυπα όπως το «μέτρο» και την «νεότητα» και την μεταμόρφωση του ανθρώπου μέσα από έναν «τέλειον έρωτα».7 Όσον αφορά στη μορφή του λυρικού ποιήματος είναι σύντομη (συνδυαζόμενη με μουσικότητα του λόγου), γεγονός που εξυπηρετεί την διαμόρφωση νέων τρόπων στιχουργικής έκφρασης, όπως και νέων μορφών που διαφέρουν, ανάλογα με τον τόπο αλλά και το χρόνο που αυτό καλλιεργείται. Βέβαια, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε πως στη Μεσαιωνική Ευρώπη εξακολουθεί να γράφεται λυρική ποίηση στις λόγιες γλώσσες στο πρότυπο της αρχαίας ελληνικής και λατινικής γραμματείας. Ωστόσο, η προσοχή που αποδίδει η ιστορία της νεότερης λογοτεχνίας είναι μικρότερη απ’ αυτή της πρώτης.

74 Τρουβαδούροι

74 Τρουβαδούροι

   Η λυρική ποίηση που εμφανίστηκε πρώτη χρονικά και θεωρείται η σημαντικότερη αξιολογικά για την ευρωπαϊκή λογοτεχνική ιστορία, είναι αυτή που καλλιεργήθηκε στην νεκρή σήμερα γλώσσα του οκ.8 Καθοριστικό ρόλο για την άνθηση της συγκεκριμένης ποίησης φαίνεται πως έπαιξαν δύο παράγοντες: η υποδοχή που βρήκαν οι τροβαδούροι στις αυλές των αρχόντων και η ποικιλία μορφών και ιδεολογικής έκφρασης9. Όσο για τη θεματολογία του «Ευγενούς έρωτα», φαντάζει να αποτελεί το νήμα συνέχειας της ώριμης μεσαιωνικής ποίησης με τη νεότερη λογοτεχνία, καθώς ο πολιτισμός των τροβαδούρων γνωρίζει την παρακμή κατά τη διάρκεια του 13ου αιώνα, αλλά παράλληλα εμφανίζονται νεότερα κείμενα ερωτικής ποίησης, τα οποία θα αποτελέσουν τη γέφυρα μεταξύ Μεσαίωνα και Αναγέννησης10. Συνάμα, όπως επισημαίνει ο Γ. Βάρσος, η αξία του έργου τους καλλιέργησε «νέα αντίληψη για τον επαγγελματία της τέχνης του λόγου [….] Και αν κάτι αντανακλά ή εκφράζει με σαφήνεια η ποίηση των τροβαδούρων, είναι ακριβώς αυτή η καινούρια εικόνα του ποιητή»11. Η δε ποίησή τους καινοτομεί, αφενός γιατί συμπορεύεται με την πραγματικότητα ως παράλληλη με αυτήν, αξιοποιώντας ρεαλιστικά στοιχεία – με τους δικούς της όμως όρους – αφετέρου διότι απομακρύνεται απ’ αυτήν, με όχημα τον «ευγενή έρωτα». Αποτελεί τομή για την εξέλιξη του νεότερου πολιτισμού, εφόσον με την «ιδιαιτερότητα της γλώσσας και της τέχνης της, ζητώντας δικούς της τρόπους ανάγνωσης και δικούς της αναγνώστες, οδηγεί στη νεότερη πρακτική της λογοτεχνίας»12.

Το έργο των τροβαδούρων, βρήκε άξιους συνεχιστές την εποχή της Αναγέννησης μέσα από το ρεύμα του ουμανισμού και εξαπλώθηκε από τους δικούς της δρόμους χάρη σε μεγάλες προσωπικότητες της εποχής. Ο Λυρισμός αυτήν την περίοδο παρουσιάζει αξιοσημείωτες μεταβολές: η μουσική των οργάνων υποκαθίσταται από την μουσικότητα των ίδιων των λέξεων, των μορφών και των ομοιοκαταληξιών. Το επίτευγμα της τυπογραφίας και η ανάγνωση θα επιταχύνει αυτό το φαινόμενο13. Εφεξής η ποίηση θα βασίζεται στα πραγματικά της όπλα που είναι η γλώσσα και οι λέξεις τους. Έτσι, γίνεται επιτακτική η ανάγκη δημιουργίας νέων στιχουργικών μορφών, νέων σχημάτων ομοιοκαταληξίας και μέτρου14. Οι αλλαγές αυτές δεν θα αφήσουν αδιάφορους τους ποιητές, οι οποίοι αντιλαμβανόμενοι τη δύναμή τους εξελίσσονται σε τεχνίτες των λέξεων, αλλά και διαμεσολαβητές αναγωγής των «δημιουργών» σε «συγγραφείς».15.

Την περίοδο του ώριμου ουμανισμού, η γραφή ποίησης στα λατινικά είναι ιδιαίτερα διαδεδομένη και δεν πρέπει να θεωρείται τυχαίο πως πλήθος συγγραφέων επιλέγουν να γράφουν τόσο στη μητρική τους γλώσσα όσο και στα λατινικά16. Παράλληλα, αναπτύσσεται το ενδιαφέρον για την ποίηση των δημωδών γλωσσών. Ο Γ. Βάρσος υποστηρίζει πως την αρχική ενίσχυση των λατινικών διαδέχτηκε η ανάκαμψη και επέκταση της γραπτής χρήσης των δημωδών γλωσσών, με μορφή ολοένα συγγενέστερη των σύγχρονων εθνικών γλωσσών, σε πολλά είδη κειμένων. Συνακόλουθα διαφαίνεται η τάση τόσο για την υπεράσπιση της ποίησης γενικά, αλλά και της αντίκρουσης επιχειρημάτων που προσάπτουν στις δημώδεις γλώσσες τις κατηγορίες της προχειρότητας και της ανηθικότητας. Ενδεικτικό της προσπάθειας υπεράσπισης των δημωδών γλωσσών αποτελούν τόσο το έργο του Δάντη (1265-1321), Περί ευγλωττίας στη λαϊκή γλώσσα, γραμμένο μεταξύ 1303 και 1305, όσο και το δοκίμιο του Γάλλου εκπρόσωπου του ουμανισμού Ντυ Μπαιλέ (1522-1560), Για την υπεράσπιση και τον εμπλουτισμό της γαλλικής γλώσσας17(1549).

Στην συνέχεια της περιήγησής μας στα μονοπάτια του λυρισμού, θα ασχοληθούμε με τρία ποιήματα αντιπροσωπευτικών ποιητών του είδους (διαφορετικών περιόδων). Πρώτος χρονολογικά είναι ο τροβαδούρος Αρνώ Ντανιέλ (περ. 1180-1200) με το τραγούδι του (Canzo), το οποίο αποτελείται από έξι στροφές με εφτά στίχους η κάθε μία και από μία τελευταία συντομότερη την προσφώνηση18 με τρεις μόνο στίχους. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η ομοιοκαταληξία. Στις έξι πρώτες στροφές εμφανίζεται με τον ίδιο επαναλαμβανόμενο τρόπο στους στίχους 1,2 & 4,5,6,7. Αντίστοιχα ομοιοκαταληξία εμφανίζεται στον 3ο στίχο μεταξύ των στροφών. Όσο για την προσφώνηση η ομοιοκαταληξία εμφανίζεται στους δύο τελευταίους στίχους.

Βασικό θέμα του τραγουδιού δε θα μπορούσε να είναι άλλο από τον «ευγενή έρωτα», τον οποίο ο Ντανιέλ στην πρώτη κιόλας στροφή τον εμφανίζει σαν «φλόγα χρυσή» (μεταφορά). Ο ερωτευμένος άντρας εμφανίζεται αφοσιωμένος ολοκληρωτικά στο αντικείμενο του πόθου του. Έτοιμος να απαρνηθεί κάθε τιμή και κάθε επίγειο αγαθό για χάρη του (στροφή 4,5). Ωστόσο, την ίδια στιγμή που παρουσιάζεται άτρωτος (στοιχείο υπερβολής) ακόμα και από το δυνατό βοριά (στροφή 2) από την άλλη φαίνεται να μην αντέχει την ένταση του ίδιου του συναισθήματος του και να αποζητά τη λύτρωση από το Θεό. Σε αντίθεση όμως με τις επικλήσεις του, όταν η εικόνα της γυναίκας διαβεί από μπροστά του, η χαρά του υπερκερά καθετί υλικό ή πνευματικό. Η ίδια αντίθεση μεταξύ χαράς και πάθους από τη μία· πόνου και μαρτυρίου από την άλλη εμφανίζονται στους δύο τελευταίους και στους δύο πρώτους στίχους πέμπτης και έκτης στροφής αντίστοιχα. Ωστόσο, παρά την οδύνη που του προκαλεί η δυσπρόσιτη υπόσταση της κοπέλας, εκείνος δηλώνει πως δεν πρόκειται να απαρνηθεί τον έρωτά του. Αυτός στον οποίο απευθύνεται, αν και δεν προσδιορίζεται σαφώς, θα μπορούσαμε να υποθέσουμε πως είτε πρόκειται για έναν εσωτερικό διάλογο, είτε για μια συνομιλία με το ίδιο του το ακροατήριο. Η μορφή της γυναίκας, παρουσιάζεται ιδανική, σαν εικόνα που αγγίζει την τελειότητα, τόσο από πλευρά ηθικής όσο και από φυσική ομορφιά, σε βαθμό που γίνεται απρόσιτη. Για να πετύχει το σκοπό του ο ποιητής χρησιμοποιεί αρκετά επίθετα όπως: «Προστάτρια και κυρά της αρετής», «Αυτής της γης την πιο όμορφη κυρά», «Ψιλόλιγνη, ξανθή, καμαρωτή». Τέλος, η σχέση του με τη μορφή της γυναίκας κινείται στα πλαίσια ενός ανεκπλήρωτου έρωτα. Ο ερωτευμένος περιορίζεται στη χαρά ή τον πόνο που του δίνει η εικόνα της γυναίκας, ενώ συνάμα μοιάζει απροσέγγιστη για εκείνον. Σαν να στέκει με τις χάρες της σε απόσταση που ο ίδιος αδυνατεί να φτάσει. Με μία έννοια μπορούμε να πούμε ο ρεαλισμός της φρασεολογίας συνδυάζεται με εικόνες που απομακρύνονται απ’ αυτόν, με αποτέλεσμα τη διαμόρφωση μιας προσωπικής πραγματικότητας του ίδιου του ποιητή.

  Το δεύτερο έργο που θα μας απασχολήσει , είναι του μεγάλου ποιητή της αναγέννησης Πετράρχη

ΠΕΤΡΑΡΧΗΣ

ΠΕΤΡΑΡΧΗΣ

 και ένα από τα 365 ποιήματα που αφιέρωσε στη Λάουρα. Ο ποιητής καλλιέργησε και επέβαλλε τη μορφή του σονέτου19. Το συγκεκριμένο ποίημα με θέμα τον «ιδεόπλαστο έρωτα»20 αποτελείται από δύο πρώτες στροφές με τέσσερις στίχους και ακολουθούν άλλες δύο με τρεις. Η ομοιοκαταληξία στις δύο πρώτες στροφές σχηματίζεται μεταξύ των στίχων 1,4 και 2,3, ενώ στις δύο τελευταίες η ρίμα σχηματίζεται μεταξύ των δύο στροφών πιο ελεύθερα. Αυτός που μιλά μοιάζει να απευθύνεται στον ίδιον τον έρωτα συνεπαρμένος από τις χάρες της κοπέλας, τις οποίες αναδεικνύει με παρομοιώσεις: «κι είναι σα λάμψη που ο ουρανός σταλάζει» και καλλιεργώντας μια εξιδανικευμένη εικόνα – που κινείται μεταξύ άκρατου θαυμασμού και λατρείας – με στοιχεία υπερβολής: «χορτάρια κι άνθη που τη γη στολίζουν/ να τα πατήσει την παρακαλούνε». Ο ίδιος ο ποιητής μοιάζει να φέρνει στην επιφάνεια τις βαθύτερες σκέψεις του με χαρακτηριστική λεπτότητα στο ύφος σε συνδυασμό με την ενατένιση της αγαπημένης. Η σχέση του με την κοπέλα κινείται στα όρια του ανεκπλήρωτου έρωτα, εφόσον βάσει του ύφους η εικόνα της είναι εγγύτερη σε ένα άφταστο ιδανικό, του οποίου η υπόσταση είναι απόλυτα πνευματική και σε κανένα σημείο δεν προϊδεάζει τον αναγνώστη για κάτι διαφορετικό πλην της λεπταίσθητης αναπαράστασης, της σχεδόν αγγελικής μορφής της κοπέλας που έντεχνα καλλιεργεί ο ποιητής.

Ο τελευταίος ποιητής που θα μας απασχολήσει είναι ο Γάλλος Φρανσουά Βιγιόν (1431 – μετά το 1463) που όπως αναφέρει ο Γ. Βάρσος η παρουσία του σηματοδοτεί τη μετάβαση της Γαλλίας από τον Μεσαίωνα. στην Αναγέννηση, ενώ το είδος που καλλιεργεί συστηματικά είναι η μπαλάντα21. Η συγκεκριμένη ονομάζεται «Μπαλάντα: της χοντρό-Μαργκό». Η δομή του ποιήματος αποτελείται από τρεις στροφές με δέκα στίχους η καθεμία και μια τέταρτη με εφτά στίχους. Η ομοιοκαταληξία στις τρεις πρώτες στροφές σχηματίζεται μεταξύ 1ου, 3ου,8ου & 10ου , ακολούθως μεταξύ 2ου,4ου & 5ου και τέλος, μεταξύ 6ου,7ου & 9ου. Στην τελευταία στροφή, η ομοιοκαταληξία σχηματίζεται μεταξύ 1ου,2ου,3ου,5ου, & 6ου στίχου, και 4ου με 7ο. Επίσης, όπως προαναφέρθηκε στο τέλος κάθε στροφής εμφανίζεται το

ΒΙΓΙΟΝ

ΒΙΓΙΟΝ

 refrain. Θέμα του ποιήματος είναι για μια ακόμα φορά ο έρωτας αλλά σε αντιδιαστολή με τα δύο προηγούμενα ποιήματα δεν εμφανίζεται ούτε δυσπρόσιτος ούτε ανεκπλήρωτος παρά λαμβάνει χώρα στο παρόν και μάλιστα με την υλική (σαρκική) σημασία του όρου. Οι διαφορές δεν εξαντλούνται όμως στο συγκεκριμένο σημείο· αυτός που μιλά εμφανίζεται καβγατζής, βίαιος, χωρίς λεπτότητα (στροφή2) και παράλληλα ερωτευμένος. Αυτός που μιλά μοιάζει να απευθύνεται στην κοινωνία ή τουλάχιστον σε ένα τμήμα της, το οποίο κρατά επικριτική στάση απέναντί του (στροφή1-στίχος2). Η διαβίωση του Βιγιόν στο Παρίσι παράλληλα με τον ιδιαίτερο τρόπο ζωής του – όπου συνυπάρχει η υψηλή μόρφωση με την παρανομία – πιθανά συμβάλει τόσο στην οπτική γωνία που βλέπει τα πράγματα όσο και σε μια διαφορετική – διόλου ωραιοποιημένη και για αυτό ίσως πιο ρεαλιστική – αντανάκλαση της κοινωνικής πραγματικότητας. Η εικόνα της γυναίκας παρουσιάζεται εξίσου αντιφατική, αφενός με «χίλια-δυο χαρίσματα κρυφά», αφετέρου αθυρόστομη και πόρνη. Όσο για τη σχέση αυτού που μιλάει με τη γυναίκα την χαρακτηρίζουν επίσης οι αντιφάσεις και η ένταση, σε σημείο που να διανύει το τόξο αγάπης (στροφή1-στίχος1) – μίσους (στροφή2-στίχος3). Ο ποιητής περιγράφει τη σχέση με το δικό του σαρκαστικό τρόπο και χρησιμοποιώντας τόσο την παρομοίωση: «΄Αξια ταιριάζουμε σαν κώλος με βρακί» όσο και τη μεταφορά: «Κακό ποντίκι για την γάτα την κακιά». Ωστόσο, αυτός ιδιαίτερος και προκλητικός έρωτας φαντάζει να υπερτερεί τελικά.

Εντέλει, κοινή συνισταμένη των τριών ποιημάτων είναι η κοινή θεματολογία που αφορά τον έρωτα, ο οποίος διαχρονικά αποτελεί ίσως το πλέον υμνημένο συναίσθημα μέσω της ποίησης. Επί πλέον, δεν θα ήταν υπερβολή να υποστηρίξουμε πως ήδη από την αρχαιότητα έως τις μέρες μας ο έρωτας ήταν συνδεδεμένος με τις ανώτερες εκφάνσεις του ανθρώπινου είδους, πηγή ευδαιμονίας και ανάδειξης των πιο ευγενών στοιχείων των ανθρώπων. Από αυτή την άποψη φαντάζει λογικό η λυρική ποίηση να συγκινεί το σημερινό αναγνώστη τόσο λόγω θεματολογίας μιας και ο έρωτας εξακολουθεί να βιώνεται σαν ένα από τα συνταρακτικότερα γεγονότα της ανθρώπινης ύπαρξης και να ανατρέπει τις ισορροπίες της, αλλά συνάμα μέσω των εικόνων και των τρόπων έκφρασης των ποιημάτων, ενδεχόμενα δημιουργείται μια γλυκιά νοσταλγία στον αναγνώστη, αναπλάθοντας στη φαντασία του μια εποχή – στην εξιδανικευμένη της έστω μορφή – που έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί.

Συμπερασματικά αξίζει να αναφέρουμε, πως η λυρική ποίηση με τις διάφορες εκφάνσεις της μέσα στον τόπο και το χρόνο, σημάδεψε την εξέλιξη της νεότερης ποίησης, ακόμα και μέχρι τα πολύ πρόσφατα χρόνια, επιφέροντας: σε στιχουργική έκφραση, μορφή και συνολικότερη δομή. Με τη θεματολογία της υμνεί τον έρωτα, κάτι που φαίνεται και από τα τρία ποιήματα που εξετάσαμε. Το ουσιαστικότερο όμως επίτευγμά της, ίσως είναι η συμβολή της στην ανάδειξη των ίδιων των ποιητών, σε καλλιτέχνες και δημιουργούς μιας ξεχωριστής όσο και θαυμαστής τέχνης.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Ράπτης Κώστας, Γενική Ιστορία της Ευρώπης. Από τον 6ο έως τον 18ο αιώνα, εκδ Ε.Α.Π, Πάτρα 1999.

  2. Benoit Annick & Fontaine Gay (επιμ), Ευρωπαϊκά Γράμματα: Ιστορία της Ευρωπαϊκής Λογοτεχνίας Εκδ. Σοκόλη, σ. 145, μτφρ Α. Ζηράς κ.α., τ. Α, Αθήνα 1999 (Letters Europeenes: History de la Literature Europeene, 1992).

  3. Ράπτης Κώστας, Γενική Ιστορία της Ευρώπης. Από τον 6ο έως τον 18ο αιώνα, εκδ Ε.Α.Π, Πάτρα 1999.

  4. Εγκυκλοπαίδεια, Πάπυρος-LarousseBritannica, εκδ Πάπυρος, επιμ. Βίκτωρ Αθανασιάδης κ.α, Αθήνα 21997.

1Κώστας Ράπτης, Γενική Ιστορία της Ευρώπης. Από τον 6ο έως τον 18ο αιώνα, εκδ Ε.Α.Π., Πάτρα 1999, σ.95

2Γιώργος Βάρσος, Ιστορία της Ευρωπαϊκής λογοτεχνίας. Από τον 6ο έως τις αρχές του 18ου αιώνα, εκδ Ε.Α.Π 1999, σ 114. Εφεξής θα χρησιμοποιούμε συντομογραφία αντί τίτλου.

3 Με μια έννοια, την εποχή που εξετάζουμε ο γραπτός λόγος παύει να είναι προνόμιο των λόγιων γλωσσών αφού βαθμιαία οι δημώδεις γλώσσες της καθομιλουμένης αποκτούν γραπτές εκφράσεις.

4 ΙΕΛ, σ. 87

5 ΙΕΛ,σ.89

6 ΙΕΛ,σ.86

7Annick Benoit & Gay Fontaine (επιμ), Ευρωπαϊκά Γράμματα: Ιστορία της Ευρωπαϊκής Λογοτεχνίας Εκδ. Σοκόλη, σ. 145, μτφρ Α. Ζηράς κ.α., τ. Α, Αθήνα 1999 (Letters Europeenes: History de la Literature Europeene, 1992). Εφεξής θα χρησιμοποιούμε συντομογραφία αντί τίτλου.

8ΙΕΛ, σ. 88 η γλώσσα του οκ ήταν ρωμανική διάλεκτος που μιλιόταν και τραγουδιόταν σε μια μεγάλη γεωγραφική έκταση: με έδρα την Προβηγκία περιλάμβανε περιοχές της Ν. Γαλλίας, Β. Ισπανίας και Β. Ιταλίας. Εκεί, απ’ ό,τι φαίνεται, η ώριμη φεουδαρχία είχε προσλάβει ιδιόρρυθμες πολιτισμικές διαστάσεις.

Στο πλαίσιο αυτού του «προβηγκιανού» πολιτισμού, εμφανίστηκε και αναπτύχθηκε ήδη από τα τέλη του 11ου αιώνα, διαδεδομένη ευρύτατα, κυρίως κατά τη διάρκεια του 12ου, η ποίηση που έγραφαν, συνέθεταν ως μουσική και τραγουδούσαν οι λεγόμενοι τροβαδούροι

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗΣ

9 ΕΓ,σ.145,148

10 ΙΕΛ,σ.88

11 ΙΕΛ,σ.89-90

12 ΙΕΛ,σ.94

13 ΕΓ,σ.202

14 ΙΕΛ,σ.135

15 ΕΓ,σ.202

16 ΙΕΛ,σ.117

17 ΙΕΛ,σ.118-119

18 Εγκυκλοπαίδεια, Πάπυρος-LarousseBritannica, εκδ Πάπυρος, επιμ Βίκτωρ Αθανασιάδης κ.α, Αθήνα 21997, σ.111, τ58, λήμμα: τροβαδούρος

19 ΙΕΛ,σ.143

20 Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, βασικό θέμα της λυρικής ποίησης είναι ο «ευγενής έρωτας» που προκύπτει από τον καθιερωμένο στη Δύση γαλλικό όρο “amour courtois”. Στα ελληνικά ο όρος έχει αποδοθεί ως «ιδεόπλαστος έρωτας».

21 ΙΕΛ,σ.145

Advertisements
Σχολιάστε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: