Skip to content

O ΡΕΑΛΙΣΜΟΣ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ: ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΟΡΙΣΜΟΥ, ΕΙΔΗ, ΘΕΜΑΤΙΚΗ, ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

14/10/2014

Η ΕΥΡΩΠΗ ΤΩΝ ΑΝΤΙΘΕΣΕΩΝ: ΑΠΟ ΤΗ Β’ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΣΤΟΝ Α’ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΠΟΛΕΜΟ

 

   

Γκυστάβ Φλωμπέρ

Γκυστάβ Φλωμπέρ

 Στο διάστημα που εξετάζουμε η ιδεολογική, κοινωνική και πολιτική ρευστότητα εντάθηκε.

Αποτελεί τραγική αντίφαση αφενός ο εφησυχασμός λόγω της πίστης στην λύση των σοβαρών οικονομικών, κοινωνικών, πολιτικών προβλημάτων, χάρη στην πρόοδο της επιστήμης και, αφετέρου των σοβαρών ενδογενών προβλημάτων που υπέβοσκαν στην ευρωπαϊκή κοινωνία.

Από τη μια, εξακολουθούν να επιδρούν οι ιδέες του Διαφωτισμού, και χάρη στα νέα επιτεύγματα, εδρεώνεται η πίστη, της συνεχής προόδου του ανθρώπινου γένους. Οι τεχνολογικές καινοτομίες, η οργάνωση της παραγωγής, οι νέοι βιομηχανικοί κλάδοι συντελούν στη δεύτερη βιομηχανική επανάσταση. Οι ταχύτητα στις μεταφορές, η φωτογραφική και η κινηματογραφική μηχανή συμβάλουν στην καινοφανή αντίληψη και στη νέα αίσθηση του χρόνου.

Η εντυπασιακή ανάπτυξη της παραγωγής και η ευκολία διακίνησης στήριζαν την ιδεαλιστική άποψη ότι η οικονομική αλληλεξάρτηση των ευρωπαϊκών χωρών εξασφάλιζε την πολιτική τους συνεργασία και την αμοιβαία κατανόηση των λαών τους. Σ’ αυτό το κοσμοπολίτικο όραμα βρίσκουν έκφραση και η δημιουργία διεθνών οργανισμών και δραστηριοτήτων όπως: Ερυθρός Σταυρός, Ολυμπιακοί Αγώνες (1896), Προσκοπισμός. 

Ωστόσο, οι Ευρωπαίοι εθελοτυφλούν μπροστά στην αλλοτρίωση του εργάτη που από δημιουργός μετατρέπεται σε γρανάζι της μηχανής. Όπως και στη τεράστια διεύρυνση των ανισοτήτων, ανάμεσα στην ανέχεια των χαμηλών λαϊκών στρωμάτων και την ευημερεία των μεσαίων και ανώτερων. Οι ταξικές αντιπαραθέσεις οξύνονται, ιδιαίτερα μετά την κατοχύρωση καθολικής ψήφου στους άντρες, κάτι που αύξησε την πολιτική δύναμη ερατών και εργατών. Ενώ, οι γυναίκες θα διεκδικούν τα δικαιώματά τους, μέσω του κινήματος των «σουφραζέτων».

Τα νέα ιδεολογικά δόγματα έρχονται σε αντίθεση με τις αρχές του ωφελιμισμού, ο οποίος πρεσβεύει την την ευτυχία του συνόλου, μέσω της ατομικής προόδου. Σε αντίθεση, οι σοσιαλιστικές θεωρίες- με κυρίαρχες τις μαρξιστικές απόψεις- προπαγανδίζουν την απουσία εθνικών διαφορών μεταξύ των εργατών μπροστά στη διεθνιστική αλληλεγγύη. Παράλληλα μπαίνουν ζητήματα ισότητας, κοινωνικής δικαιοσύνης και κοινοφελούς κρατικής παρέμβασης. 

Πρακτικά, οι εθνικές ιδεολογίες παραμένουν ενεργείς και με την αρωγή της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, που μείωσε μεν τον αναλφαβητισμό, αλλά ενίσχυσε δε την εθνική ομογενοποίηση με τη διδασκαλία επισήμων γλωσσών και εκδοχών της ιστορίας και του πολιτισμού.

Εξάλλου, πλήθος εθνικών ζημάτων παραμένουν ανοιχτά και συνάμα εντείνεται ο οικονομικός ανταγωνισμός, κυρίως μεταξύ της βιομηχανικά κυρίαρχης Βρετανίας και της γοργά αναπτυσσόμενης Γερμανίας. Ο αγώνας για τον έλεγχο νέων αγορών, για αναζήτηση φθηνών πρώτων υλών και αγορών διοχέτευσης των Ευρωπαϊκών προϊόντων, οδηγεί σε μια ιμπεριαλιστική και αποικιοκρατική έξαρση την περίοδο 1870-1914. Βρετανία, Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία, Βέλγιο. Ρωσία επιδόθηκαν σε έναν ανελέητο αγώνα δρόμου για την υφαρπαγή εδαφών σε Αφρική, Ασία, Άπω Ανατολή, Λατινική Αμερική, ενώ οι στρατοί τους αποδεκάτιζαν ιθαγενείς πληθυσμούς. Η απαραίτητη προϋπόθεση της κυριαρχίας στις θάλασσες, οδηγεί Βρετανία και Γερμανία σε φρενήρεις ναυτικούς εξοπλισμούς. Τελικά, οι συγκρούσεις απέδειξαν πως τα εθνικά πολιτικά συμφέροντα τροφοδοτούσαν αντιπαλότητες. Έτσι η θεωρητική άποψη, πως η ελεύθερη αγορά θα απέκλειε την πιθανότητα γενικευμένων συγκρούσεων, άρχισε να χάνει το κύρος της προς το τέλος του 19ου αιώνα. 

 

  ΤΟ Β’ ΗΜΙΣΥ ΤΟΥ ΑΙΩΝΑ: ΡΕΑΛΙΣΜΟΣ & ΝΑΤΟΥΡΑΛΙΣΜΟΣ

Η λογοτεχνική παραγωγή του Β’ μισού του 19ου αιώνα, εποχής του θετικισμού και της επιστημοκρατίας που βασίζεται αποκλειστικά στην ανάλυση των πραγματικών γεγονότων, χαρακτηρίζεται από τον ρεαλισμό, λογοτεχνικό ρεύμα το οποίο σημάδεψε βαθιά την ιστορία των ευρωπαϊκών γραμμάτων.[….]

 

.Στο χώρο της φιλοσοφίας, ο Αύγουστος Κοντ ή ο Χέρμπερτ Σπένσερ με το έργο τους εκφράζουν ακριβώς το θετικιστικό και επιστημιοκρατικό πνεύμα της εποχής.

Η αποτυχία των επαναστάσεων του 1848 και η απογοήτευση που ακολούθησε θέτουν τέλος στα ρομαντικά όνειρα και προκαλούν βαθιά κρίση στις ανθρώπινες συνειδήσεις, θέτοντάς τες μπροστά σε μια νέα πραγματικότητα, η οποία δε μπορεί με τίποτα πια να αγνοηθεί. Οι διάφορες πλευρές αυτής της πραγματικότητας, η σταθεροποίηση και η ευημερεία της αστικής τάξης, η εισβολή της υλικής πραγματικότητας στην καθημερινή ζωή, γεγονός που επιφέρει ριζική αλλαγή στην κλίμακα των αξιών και βρίσκει το θεωρητικό απολογητή του στη χρησιμοθηρία του Άγγλου φιλοσόφου Τζων Στιούαρτ Μιλλ, υπονομεύουν τον λογοτεχνικό ρομαντισμό που δίνει τη θέση του σ’ ένα νέο αισθητικό ιδεώδες, το ρεαλισμό. Πρόκειται για μια τέχνη αστική, προϊόν μιας συνείδησης φιλελεύθερης και σε διαρκή εγρήγορση μπροστά στην πριβάλλουσα πραγματικότητα. Προς το τέλος του αιώνα η τέχνη αυτή παίρνει την ειδικότερη μορφή του νατουραλιστικού κινήματος. 

 

Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΟΥ ΑΛΗΘΙΝΟΥ ΡΕΑΛΙΣΜΟΣ & ΝΑΤΟΥΡΑΛΙΣΜΟΣ

 

Ρεαλισμός

                                                                                                                                         

Τσαρλς Ντίκενς

Τσαρλς Ντίκενς

Στο Β’ μισό του 19ου αιώνα, η έννοια «ρεαλισμός» και ρεαλιστικό ύφος γραφής, αποκτούν συγκεκριμένες χρήσεις στην τέχνη και την λογοτεχνία, ιδίως την γαλλική. Ως καλλιτεχνική Τάση ο ρεαλισμός, καθώς και ο νατουραλισμός που τον ακολουθεί είναι άμεσα συνυφασμένες με την εποχή τους. Η αναζήτηση της αλήθειας ώς αισθητικού ιδεώδους και η επικράτηση του ορθολογικού εμπειρισμού, συμβάλουν στον παραμερισμό του ιδεαλιστικού ρομαντισμού. Μέσω του θετικισμού του Ώγκιστ Κοντ, η επιστημονική λογική μεταφέρεται σε θεωρητικά πεδία.

Η δυσκολία ενός σαφούς ορισμού του ρεαλισμού προκύπτει τόσο από την απουσία συγκεκριμένης θεωρίας ή εφαρμογής του τον 19ο αιώνα, όσο κι απ’ την πολλαπλότητα των στάσεων της κριτικής απέναντί του. Ως λογοτεχνική τάση ο ρεαλισμός συνδέεται με την νέα τεχνοτροπία που επικρατεί στη ζωγραφική αλλά και με την εντύπωση που προκαλεί η φωτογραφική αποτύπωση του κόσμου. Η πεμπτουσία του αποδίδεται στον ισχυρισμό του Μπαλζάκ «όλα είναι αληθινά».

Αρχικά, ως αντίδραση στον ρομαντισμό, οι ρεαλιστές συγγραφείς παρουσιάζουν την κοινότυπη κοινωνική πραγματικότητα με λεπτομερή ακρίβεια, αμερόληπτη αντικειμενικότητα και ανεπιτήδευτο ύφος. Έτσι, αντλούν τα θέματά τους από την καθημερινή ζωή των αστών ή του λαού, οριοθετούν με ιστορική ακρίβεια τον χρόνο και τον χώρο δράσης και παρουσιάζουν του ήρωές τους ως άτομα με πληρη προσωπικότητα. Η εμβάθυνση στον ψυχικό κόσμο, στις ενδόμυχες σκέψεις και τις συναισθηματικές παλινδρομήσεις τους, προκύπτει απ’ αυτήν ακριβώς την ανάγκη για αληθή εξεικόνιση του ατόμου μέσα σε προσδιορισμένες συνθήκες. 

Εδώ προκύπτει το καίριο φιλοσοφικό ερώτημα: Τι είναι αλήθεια; Πως μπορεί να αποδοθεί λογοτεχνικά η πραγματικότητα (ώστε να παραμείνει αληθινή), όταν αναγκαστικά διαθλάται μέσα από την υποκειμενική αντίληψη του συγγραφέα; Κάτι που απασχολεί και τους ίδιους τους ρεαλιστές όταν ξεφεύγουν από την αρχική απλοϊκή ταύτιση του ρεαλισμού με τη μίμηση της πραγματικότητας. 

Μια απάντηση δίνει ο Γκυ ντε Μωπασσάν στον πρόλογο του μυθιστορήματος του Πιερ και Ζαν:

Ο ρεαλιστής, εάν είναι καλλιτέχνης, δεν επιζητεί να μας δείξει μια κοινότυπη φωτογραφία της ζωής, αλλά να μας δώσει μια θέαση πιο ολοκληρωμένη, πιο εντυπωσιακή, πιο διεισδυτική από την ίδια την πραγματικότητα [….] Να κάνεις κατι αληθινό σημαίνει επομένως να δίνεις μια πλήρη ψευδαίσθηση του αληθινού…

 

Συνεπώς, η ρεαλιστική λογοτεχνία δεν αντιγράφει τον εξωτερικό κόσμο αλλά συγκροτεί μιαν αληθοφανή εσωτερική πραγματικότητα, που είναι αυτόνομη και υπακούει στους δικούς της νόμους αίτιου- αποτελέσματος. Σύμφωνα μ’ αυτή τη συλλογιστική, το αντικείμενο συμφιλιώνεται με το υποκείμενο και η μυθοπλασία αποδεσμεύεται από την υλική πραγματικότητα. Βέβαια, η αληθοφάνεια προϋποθέτει τη συμμετοχή του αναγνώστη στην «πραγματικότητα» της μυθοπλασίας. Η συνειδητή πίστη του αναγνώστη κρίνεται απαραίτητη.

Για τους μαρξιστές κριτικούς, όπως ο Γκ. Λούκατς, το ρεαλιστικό μυθιστόρημα αποτελεί αντανάκλαση της καπιταλιστικής κοινωνίας που το παρήγαγε.

Για τους δομιστές κριτικούς, όπως ο Ρόλαν Μπαρτ, οποιαδήποτε αναπαράσταση της πραγματικότητας καθορίζεται από τη γλώσσα και το ύφος του συγγραφέα. Μόνο σε περιγραφές συγκεκριμένων χώρων ή αντικειμένων, μπορεί το κείμενο, να δημιουργήσει την εντύπωση του πραγματικού. Η θεώρηση των δομιστών απηχεί την θέση του Γκυστάβ Φλωμπέρ ότι «το ύφος είναι, από μόνο του, ένας τρόπος να βλέπει κανείς τα πράγματα». 

Η αμερόληπτη απόδοση της πραγματικότητας απαιτεί έναν αποστασιοποιημένο αφηγητή, που περιγράφει και εξιστορεί χωρίς να εμφανίζεται στην αφήγηση ή να παρεμβάλει τις απόψεις του. Επιπλέον, δίνει έμφαση στους διαλόγους των χαρακτήρων. Ωστόσο, η απρόσωπη τεχνική του ρεαλισμού, απλώς επενδύει με αντικειμενικότητα μια προσωπική σύλληψη και έκφραση του πραγματικού. Η [αναπόδραστη] εμπλοκή των συγγραφέων στο κείμενο υποδηλώνεται: α) μέσα από τις θεματικές και αισθητικές επιλογές τους, που περιλαμβάνουν τη χρήση ειρωνείας και αισθηματολογίας, και β) μέσα από τις ιδεολογικές θέσεις που προωθούν. Χαρακτηρηστικό παράδειγμα αποτελεί ο Άγγλος Τσαρλς Ντίκενς, ο οποίος προωθεί μέσα από τα μυθιστορήματά του: Δαυίδ Κόπερφιλντ, Μεγάλες Προσδοκίες και Όλιβερ Τουίστ, τις ηθικές αρχές της βικτωριανής εποχής. Η γραφή του Ντίκενς, που διακρίνεται συχνά από μια ποιητική χρήση της γλώσσας, επιδείδεται περισσότερο στην αισθητική ερμηνεία της πραγματικότητας παρά στην απεικόνισή της.

 

ΡΕΑΛΙΣΜΟΣ: ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΟΡΙΣΜΟΥ

 

Ο ρεαλισμός δεν είναι ούτε κίνημα ούτε σχολή, με τη στενή έννοια των όρων αυτών. Πρόκειται μάλλον για μια γενική τάση της λογοτεχνίας, η οποία χρονολογικά αναπτύσσεται στο Β’ μισό του 19ου αιώνα, γεωγραφικά καλύπτει όλη την Ευρώπη και ειδολογικά εκφράζεται με το μυθιστόρημα, χωρίς να αφήνει ανεπηρέαστα το θέατρο και την ποίηση. […] ξεκίνησε από τη Γαλλία…

 

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

Τον 19ο αιώνα ο όρος ρεαλισμός είναι δηλωτικός μιας αισθητικής που βρίσκεται στον αντίποδα του ρομαντισμού, χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά σε σχέση με τη ζωγραφική [….]

Γύρω από τον [ζωγράφο] Κουρμπέ σχηματίζεται ένας κύκλος καλλιτεχνών και ανθρώπων των γραμμάτων, για τους οποίους ο ρεαλισμός δεν είναι σχολή, αλλά αντίδραση στον ρομαντισμό. Σύμφωνα με τους υπερασπιστές της αισθητικής αυτής στη δεκαετία του 1850, στο ρεαλιστικό έργο ο μυθιστοριογράφος επιλέγει έναν αριθμό εντυπωσιακών γεγονότων, τα οργανώνει, τα κατανέμει και τα τοποθετεί σε συγκεκριμένο πλαίσιο, αποδεσευόμενος από την υποχρέωση μιας καλλιέπειας ασύμβατης προς τα πράγματα που πραγματεύεται….. 

 

Η ΘΕΜΑΤΙΚΗ ΚΑΙ Η ΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΡΕΑΛΙΣΜΟΥ

Ο ρεαλιστής συγγραφέας αντλεί τη θεματική του από την πολύμορφη πραγματικότητα, όπως αυτή διαμορφώνεται από το ιστορικό και κοινωνικό γίγνεσθαι….

Από την πολυεδρική όψη της πραγματικότητας, οι ρεαλιστές λογοτέχνες εστιάζουν το ενδιαφέρον τους στην κοινωνική πλευρά, στις σχέσεις του ατόμου με την κοινωνία. Οι ήρωες των ρεαλιστικών έργων δεν έχουν τίποτα το ηρωικό. Αντίθετα, είναι άνθρωποι συνηθισμένοι, μπλεγμένοι στα γρανάζια της καθημερινότητας με ό,τι ασημαντο και τραγικό εμπεριέχει, άνθρωποι κοινοί, τους οποίους για πρώτη φορά η λογοτεχνία παίρνει στα σοβαρά. Με σοβαρότητα, επίσης, αντιμετωπίζεται η ψυχολογική διάσταση των προσώπων και των χαρακτήρων[….]

Ο συγγραφέας με το λόγο της μυθοπλασίας του χειρίζεται με τέτοιο τρόπο τον χρόνο, τον χώρο και τα πρόσωπα της ιστορίας του, ώστε όσα αφηγείται να έχουν εκτός από αληθοφάνεια σε σχέση με την εξωτερική πραγματικότητα και μια αναφορά εσωτερική, μια δική τους χωροχρονική και ψυχολογική αιτιότητα συστηματική. Το ρεαλιστικό έργο είναι απ’ αυτήν την άποψη πλήρες και αυτάρκες, χωρίς να έχει καμία ανάγκη να επαληθευτεί σε σχέση με τον εξωτερικό κόσμο….

 

Ο θρίαμβος του μυθιστορήματος

Ο ρεαλισμός και ο νατουραλισμός στη λογοτεχνία εμφανίζονται στον πεζό λόγο. Το μυθιστόρημα είναι το είδος που θριαμβεύει, όχι μόνο λόγω της έκτασής του […] αλλά και γιατί ταυτίζεται με την αστική τάξη που αποτελεί το κατεξοχήν αναγνωστικό κοινό του. Το μυθιστόρημα, κατά κανόνα, σκιαγραφεί τον κόσμο των αστών, αναπαράγει τις αξίες του, σκιαγραφεί τις αντιθέσεις του. Έτσι περιγράφει μια άδικη πραγματικότητα αλλά ελπίζει σε μια μελλοντική πρόοδο και φιλοξενεί θέματα τόσο διαφορετικά όπως η ζωή των εργατών στο βιομηχανικό Μάντσεστερ και τα οράματα επιστημονικής φαντασίας. Επιπλέον, ανταποκρίνεται στην προσδοκία για γνώση και προκρίνει την ατομική εμπειρία έναντι της παράδοσης.

Το ρεαλιστικό διήγημα αποκρυσταλλώνεται ως είδος στο τέλος του αιώνα και, σε αντίθεση με το μυθιστόρημα, επιχειρεί να μεταδώσει μια συγκεκριμένη όψη ή στιγμή της πραγματικότητας ως αυτόνομη ολότητα και να προκαλέσει μια έντονη συναισθηματική αντίδραση.

 

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ: ΤΟ ΚΑΤΕΞΟΧΗΝ ΕΙΔΟΣ ΤΟΥ ΡΕΑΛΙΣΜΟΥ

Ο ρεαλισμός, όντας εκ προοιμίου αναπαραστατικός μιας πραγματικότητας εκ φύσης συνδεδεμένης με το χρόνο, υιοθετεί από τη μια μεριά, ως τρόπο εκφοράς την αφήγηση, η οποία παίρνει στα σοβαρά υπόψη της την χρονική διάσταση (αφήγηση της ιστορίας), και τη δραματική αναπαράσταση, στην οποία οφείλεται η χρήση του διαλόγου. Από την άλλη, ο ρεαλισμός επιλέγει ως μορφή της αφήγησης τον πεζό λόγο, περισσότερο κατάλληλο για την αναπαράσταση της καθημερινής πραγματικότητας. Φανερώνει έτσι διττά την αντίθεσή του προς τη λυρική, υποκειμενική και στατική ρομαντική ποίηση: το μυθιστόρημα αναδεικνύεται κατά συνέπεια σε κυρίαρχο λογοτεχνικό είδος. 

 

Γ. ΦΛΩΜΠΕΡ ΜΑΝΤΑΜ  ΜΠΟΒΑΡΥ

Γ. ΦΛΩΜΠΕΡ ΜΑΝΤΑΜ ΜΠΟΒΑΡΥ

Ο Φλωμπέρ και η Μαντάμ Μποβαρύ

Αν και έγραψε έργα με ρομαντικά θέματα και με λυρικούς τόνους (Πειρασμός του Άγιου Αντώνιου, Σαλαμπώ), τα σημαντικότερα μυθιστορήματά του, η Μαντάμ Μποβαρύ και η Αισθηματική Αγωγή, εντάσσονται στο νέο πνεύμα του ρεαλισμού και δείχνουν πως κοινότυποι ήρωες αγωνίζονται μάταια να υπερβούν την πεζότητα και τη χυδαιότητα της σύγχρονης πραγματικότητας. 

Η δημοσίευση της Μαντάμ Μποβαρύ παρά τις έντονες αντιδράσεις που συνάντησε έγινε κλασικό για το αριστοτεχνικό ύφος του και το οικουμενικό θέμα του.

[Κατά τ’ άλλα ηρωίδα του μυθιστορήματος είναι επαρχιώτικης καταγωγής μαντάμ Μποβαρύ, την οποία χαρακτηρίζει έντονα η αίσθηση του ανικανοποίητου σε όλη τη διάρκεια του έργου. Η Μποβαρύ ανικανοποίητη από το γάμο της με το γιατρό σύζηγό της, την θέλγει η αστική ζωή και επιδιώκει διαρκώς να βιώσει τον συγκλονιστικό έρωτα που θα δώσει νόημα στη ζωή της που κάποιες φορές της φαντάζει αβίωτη. Αποτέλεσμα των επιδιώξεων της θα είναι η σύναψη εξωσυζηγικών σχέσεων και η ροπή προς την υπερβολή και την αλόγιστη σπατάλη. Όμως καμιά από τις προσπάθειές της δεν θα της χαρίσει την πραγματική ευτυχία, το αντίθετο μάλιστα, η αμετροέπειά της θα την οδηγήσει στην οικονομική καταστροφή και την ηθική χρεοκοπία. Έτσι με σταθερά βήματα οδηγείται σε αδιέξοδο και στην αυτοκτονία. Χαρακτηριστικό είναι πως ο σήζυγός της, ως το τέλος αγνοεί την πραγματικότητα όπως και τα αισθήματα της γυναλικας του, κάτι που θα ανακαλύψει μετά το θάνατότης, όταν βρίσκει την αλληλογραφία της με τους εραστές της. 

Συμπερασματικά ο Φλωμπέρ, δημιουργεί μια δραματική ιστορία με τραγικό πρόσωπο την μαντάμ Μποβαρύ και μέσω αυτή προσπαθεί να σταθεί κριτικός στα ήθη και τις συνήθειες της αστικής τάξης της εποχής του.]

Η ταύτιση της ηρωίδας με τα λογοτεχνήματα που διαβάζει, φέρνει στο νου το Δον Κιχώτη, μόνο που οι περιπέτειες της πρώτης είναι συναισθηματικές ενώ του δεύτερου διανοητικές. Επίσης στο Δον Κιχώτη εμπλέκονται το κωμικό με το τραγικό στοιχείο, ενώ η ιστορία της Μποβαρύ είναι απόλυτα τραγική.

Το αριστοτεχνικό ύφος βασίζεται στη λεπτή απόσταση ανάμεσα στην ανισότητα της υποκειμενικής και αντικειμενικής πραγματικότητας. Τον περιορισμένο τρόπο με τον οποίο βλέπουν οι ήρωες τον κόσμο και την διαυγή όραση του αφηγητή που τους παρακολουθεί να τον βλέπουν. 

Ο Φλωμπέρ κατόρθωσε να μεταφέρει την αίσθηση ενός κόσμου ρηχού και πληκτικού, χωρίς να γίνεται μονότονος ή ανιαρός. Αυτή η επιτυχία οφείλεται στο ύφος του: η λεπτή ειρωνία, ο συμβολισμός, οι έντεχνες αντιθέσεις, οι απροσδόκητες παρομοιώσεις, η πλούσια σε υπαινιγμούς γλώσσα καθιστούν τη Μαντάμ Μποβαρύ πρότυπο και πρόκληση για το ρεαλισμό. 

 

Ο ΑΙΣΘΗΤΙΚΟΣ ΡΕΑΛΙΣΜΟΣ: ΓΟΥΣΤΑΥΟΣ ΦΛΩΜΠΕΡ

Τίποτα δεν αναδύεται από το μηδέν. Έτσι ο γαλλικός ρεαλισμός έχει τις ρίζες του στο έργο του Σταντάλ και κυρίως του Μπαλζάκ, των οποίων η έγνοια «να ζωγραφίσουν τα σύγχρονα ήθη» αναγγέλλει ήδη τον ρεαλισμό μεσούντος του ρομαντισμού. […] Ο Φλωμπέρ αφοσιώθηκε στην τέχνη με την πίστη των οπαδών του δόγματος «η τέχνη για την τέχνη» Αν όμως ο Φλωμπέρ μοιράζεται με τους παρνασσικούς τη λατρεία του ωραίου, απομακρύνεται από αυτούς έχοντας θαρραλέα επιλέξει να παρατηρεί την εποχή του με ερευνητική, προσεκτική και αντικειμενική ματιά.

 

 

ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΗΜΙΣΥ ΤΟΥ 19ου ΑΙΩΝΑ – ΑΠΟ ΤΟΝ ΡΕΑΛΙΣΜΟ ΣΤΟΝ ΣΥΜΒΟΛΙΣΜΟ 

Ο ΗΘΙΚΟΣ ΡΕΑΛΙΣΜΟΣ [ΑΓΓΛΙΑ]

Ο αγγλικός ρονμαντισμός, σε αντιδιαστολή π.χ με τον γαλλικό ή τον γερμανικό, διαθέτει ήδη μια πλευρά ρεαλιστική (Γουόρντσγουωρθ, Σκοτ, Ντίκενς). Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο η αντίδραση του ρεαλισμού στην Αγγλία δεν έφτασε, όπως σε άλλες χώρες, σε ακρότητες. Από την άλλη η σεμνότυφη βικτωριανή κοινωνία δεν ήταν έτοιμη να δεχτεί τη ριζική αποκάλυψη των αδυναμιών της. 

Στους σημαντικότερους μυθιστοριογράφους της εποχής αυτής υπάρχει ένας ρεαλισμός περιεχομένου. Η Ελίζαμπεθ Γκάσκελ, με το Βορράς και Νότος (1855) σκιαγραφεί τις βόρειες εκβιομηχανισμένες επαρχίες. Ο Τζώρτζ Μέρεντιθ μελετά ειρωνικά την αριστοκρατία στο Μαρτύριο του Ρίτσαρντ Φεβερέλ (1859), και αργότερα με το Ο Εγωιστής (1879) θα πραγματοποιήσει πειστικές δυεισδείσεις στη γυναικεία ψυχολογία. Η Τζώρτζ Έλιοτ, ασχολείται με την απλή καθημερινή ζωή της υπαίθρου, στο έργο της Σκηνές εκκλησιαστικής ζωής (1857), παρελαύνουν μικροϊδιοκτήτες, αγρότες, κληρικοί της υπαίθρου.

Ωστόσο η ρεαλιστική θεματική συνδυάζεται με την ανάδειξη στοιχείων ρομαντικής προέλευσης: Στον Ντίκενς η πραγματικότητα τροποποιείται με την παρέμβαση της ποιητικής φαντασίας και του πάθους, ενώ η δριμύτητα του κατηγορητηρίου αποδυναμώνεται με τη εισαγωγή κωμικών και σκωπτικών στοιχείων. Επιπλέον ο Ντίκενς, ιδιαίτερα στα έργα του Δαβίδ Κόπερφιλντ (1849-50) και Μεγάλες Προσδοκίες (1860-61), χρησιμοποιεί τον συμβολισμό και την αλληγορία για να υπογραμμίσει στιγμές εξαιρετικού πάθους. Ο Θάκρεϋ, περισσότερο ρεαλιστής απ’όλους, παρά την κυνική, όπως χαρακτηρίστηκε, ειρωνία του, δίνει συχνά την εντύπωση ότι φοβάται μήπως σοκάρει τα συμβατικά ήθη της εποχής του στο Οι νεόφερτοι (1853-55). Γενικά, ο συναισθηματισμός, η συγκίνηση και ο οίκτος προς τα θύματα μιας κοινωνίας κατεχόμενης από την ιδιοτέλεια του χρήματος, αποτελούν ιδιότητες που συναντούνται σε όλους αυτούς τους συγγραφείς. 

Ο αγγλικός ρεαλισμός συνοδευόταν πάντοτε και από ένα άλλο επίθετο: «ρομαντικός», «συγκινησιακός», «συμβολικός». Κυρίως όμως πρόκειται για έναν ρεαλισμό «ηθικό», καθώς όλοι οι πεζογράφοι της εποχής χωρίς εξαίρεση, είναι πάνω απ’ όλα ηθικολόγοι. 

 

Οι Ρώσοι ρεαλιστές και ο Ντοστογιέφσκι

 

Ο Φ. Ντοστογιέφσκι και ο Λ. Τολστόι, συγγραφείς που ανανέωσαν τη μορφή του μυθιστορήματος και έγιναν σημεία αναφοράς για νεότερους λογοτέχνες

Φ. ΝΤΟΣΤΟΓΙΕΦΣΚΙ

Φ. ΝΤΟΣΤΟΓΙΕΦΣΚΙ

και κριτικούς, θα μπορούσαν να αντιπαραβληθούν με πολλούς τρόπους. Το έργο τους αντανακλά ως ένα σημείο τα βιώματά τους, η διερεύνησή τους εισχωρεί στον ανθρώπινο ψυχισμό και η στάση τους απέναντι στον κόσμο εμπνέεται από την ευαγγελική διδαχή της υπακοής και του μαρτυρίου. 

Στα επικά, σχεδόν μεγαλειώδη μυθιστορήματά του, όπως τα Πόλεμος και Ειρήνη, Άννα Καρένινα, Ανάσταση, ο Τολστόι τοποθετεί το άτομο μέσα στην ιστορική πραγματικότητα και εξετάζει πώς προσδιορίζεται απ’ αυτήν αλλά και κατά πόσο συμβάλλει, συνειδητά ή ασυνείδητα, στη διαμόρφωσή της. Ο Τολστόι αντιμετωπίζει την ιστορία ως καθημερινή εμπειρία, γεγονός που αποδυκνείει πως είναι απρόβλεπτη και ανεξήγητη όπως και η ζωή. Η ανθρώπινη ύπαρξη είναι τραγική ακριβώς γιατί δεν ξέρει πως πρέπει να πορευτεί, όταν γύρω της μεταβάλλονται τα δεδομένα που ως τότε την προσδιόριζαν.

Ο Ντοστογιέφσκι, σε αντίθεση με τον Τολστόι που ήταν πλούσιος και ευγενικής καταγωγής, προερχόνταν από μικροαστική οικογένεια και έγραφε για να ζήσει. Μέσα από την πνιγηρή ατμόσφαιρα των έργων του – Έγκλημα και τιμωρία, Ο ηλίθιος, Οι δαιμονισμένοι, Οι αδελφοί Καραμαζώφ, Το υπόγειο – διυλίζεται ο πόνος από το προσωπικό δράμα του: εικονική εκτέλεση, φυλάκιση, επιληπτικές κρίσεις, εξορία. Οι χαρακτήρες του, ταπεινωμένοι και περιθωριοποιημένοι, βασανίζονται από εμμονές, εγκληματικές πράξεις, αμαρτίες και αρρώστιες. Ο κόσμος του πάλλεται από βίαιες συγκρούσεις, παροξυσμούς, καταστροφικά πάθη και αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στην αγάπη για τον συνάνθρωπο και το αβυσσαλέο μίσος. Η ένταση αυτή διαπερνά τη γραφή του: το αγωνιώδες ύφος, ο φρενήρης ρυθμός, η σπασμωδική σύνταξη ταιριάζουν απόλυτα στον ψυχοδραματικό τόνο των ηρώων του.[….] Σύμφωνα με τον Ρώσο διανοητή Μ. Μπαχτίν, ο Ντοστογιέφσκι κατόρθωσε να συλλάβει τη διαλογική φύση της ανθρώπινης σκέψης (ή αλλιώς της ιδέας) και να γίνει ο δημιουργός του «πολυφωνικού μυθιστορήματος» [….] δεν παρακολουθεί τους ήρωές του στη διάρκεια του χρόνου, αλλά επιλέγει να τοποθετήσει την προσωπικότητά τους σε ένα οριακό σημείο, σε μια στιγμή δοκιμασίας, όπου όλα είναι έτοιμα να αλλάξουν προς απρόβλεπτες κατευθύνσεις.[….]

…Η «φιλοσοφική του διορατικότητα», αφορά, αφενός, τη σύλληψη του ατόμου ως όντος που δεν κατανοείται με τη λογική και, αφετέρου, την αξία που προσδίδει ο Ντοστογιέφσκι στην ηθική. Έτσι, υπονομεύει την προβολή του έλλογου στοιχείου από τον Διαφωτισμό, εμμέσως απορρίπτει την επιστημονική εξήγηση της λειτουργίας της ψυχής, που θα επιχειρήσει η ψυχανάληση (και κυρίως ο Φρόυντ), και αντικρούει θεωρίες για την παντοδυναμία του υπερανθρώπου και το θάνατο του Θεού, που αναπτύχθηκαν κυρίως από τον Νίτσε. Ο Ντοστογιέφσκι χαρακτηρίζεται νεωτερικός στοχαστής γιατί γράφει για τα μεγάλα θέματα που θα απασχολήσουν την σκέψη του 20ου αιώνα με τον πολυφωνικό τρόπο, ο οποίος θα καταστεί το ιδεώδες της μοντέρνας έκφρασης. 

 

Ο ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΟΣ ΡΕΑΛΙΣΜΟΣ [ΡΩΣΙΚΟΣ]

Ο ρώσικος ρεαλισμός συνδέεται με τον ρεαλισμό της υπόλοιπης Ευρώπης, με εξαίρεση ένα στοιχείο που τον διαφοροποιεί δίνοντας ταυτόχρονα μια νέα διάσταση στο γενικό αυτό ρεύμα: είναι ο φιλάνθρωπος χαρακτήρας του που μπορεί να ερμηνευτεί , αν ο ρώσικος ρεαλιμός τοποθετηθεί στην ειδικότερη προοπτική της ορθόδοξης χριστιανικής ιδεολογίας, στο πλαίσιο της οποίας ο κάθε άνθρωπος έχει ενώπιον του Θεού την ίδια αξία ως πρόσωπο αύθραυστο και μοναδικό.

Σε αντίθεση με την όλο και πιο άθεη θετικιστική δυτική Ευρώπη, η ψυχή της Αγίας Ρωσίας σφραγίζεται από την χριστιανική πίστη (…) ο Γκόγκολ πέθανε σαν ασκητής, αυτοτιμωρούμενος (…) το έργο του Φ. Ντοστογιέφσκι διατρέχεται από το μήνυμα χριστιανικής αγάπης και εγκαρτέρησης (….) ο Λ. Τολστόι τελειώνει τη ζωή του ως προφήτης μιας προσωπικής χριστιανικής ηθικής….

Οι ρώσοι συγγραφείς εστιάζουν το ενδιαφέρον τους στην κοινωνική πλευρά της σύγχρονης πραγματικότητας. Έτσι ο Τουργκιένιεφ και ο Γκοντσάρωφ με το έργο τους εισάγουν στη ρεαλιστική θεματική τα σύγχρονα κοινωνικά προβλήματα. Ο Ιβάν Τουργκιένιεφ θεωρείται ως ο πλέον «δυτικός» μεταξύ των μεγάλων ρεαλιστών ρώσων πεζογράφων (…) η συλλογή διηγημάτων Αναμνήσεις ενός κυνηγού, δείχνουν τις καταστρεπτικές συνέπειες της δουλείας στον άνθρωπο αλλά ταυτόχρονα παραμένει και ελπιδοφόρος (…) θα εμπνεύσει πολλούς συγγραφείς όπως ο Τσέχωφ και ο Μπούνιν (…) Ο υπαρξιακός πεσιμισμός του που υποβαστάζει σιωπηλά όλο το έργο του γίνεται ιδιαίτερα αισθητός στη μοναδική του συλλογή Ποιήματα σε πεζό.

Ο Ιβάν Γκοντσάρωφ νε το έργο του Ομπλόμωφ δημιουργεί ένα από τα αριστουργήματα της ρώσικης λογοτεχνίας. [Περιγράφει τη ζωή ενός νεαρού άβουλου αριστοκράτη που αρνείται τον έρωτα της δραστήριας Όλγας και πεθαίνει πρόωρα από την απραξία].

Ο Μιχαήλ Χτσέντριν, δημοσιογράφος και σατιρικός συγγραφέας στρατευμένος στον επαναστατικό αγώνα, δημοσιεύει δύο κύκλους διηγημάτων, την ενότητα των οποίων εξασφαλίζει η σφοδρότητα της καταγγελίας: Ιστορία μιας πόλης (παρωδία της ρώσικης ιστορίας) και Οι Γκολόβλεφ (περιγράφει τη σήψη της αριστοκρατικής τάξης).

 

ΝΤΟΣΤΟΓΙΕΦΣΚΙ

Ο κόσμος του ρώσου μυθιστοριογράφου είναι πνιγηρός. Κατασυνθλίβει την ψυχή. Ο χρόνος για τον ήρωα είναι οδυνηρή κατάσταση: τέλμα από εφιάλτες και βασανιστικές ονειροπολήσεις [….] Η επιθετικότητα αυτή είναι η σταθερά του τραγικού αυτού κόσμου, που μερικοί χαρακτήρισαν παθολογικό και απ’ τον οποίο βγαίνουμε με «μια ηθική κάμψη», παρά τα απέραντα αποθέματα αγάπης που ο μυθιστοριογράφος προσπαθεί να μοιράσει.

 

Ο Ντοστογιέφσκι σαρώνει κάθε φιλοσοφική κατασκευή του έλλογου, από τους Έλληνες ως τον Έγγελο. Βεβαιώνει ότι η «ζωντανή ζωή» δεν υπάρχει χωρίς την επιθυμία, την ελεύθερη βούληση και τον πόνο, ότι το ον είναι ένα μυστήριο που δεν ανάγεται στη λογική[….]

 

Γιατί, αν με τα μυθιστορήματά του διαιωνίζονται τα μεταφυσικά ερωτήματα από τον Πλάτωνα ως τον Σοπενχάουερ, σχεδιάζονται εξίσου τα μεγάλα ζητήματα του 20ου αιώνα: ο «θάνατος του Θεού» και ο υπεράνθρωπος, οι μεγάλοι ιεροεξεταστές και οι ολοκληρωτισμοί, η υπαρξιστική επανάσταση του ανθρώπου του παράλογου, η οργανωμένη τρομοκρατία και οι κατηχήσεις των επαναστατών [….]

 

ΤΟΛΣΤΟΪ

Λ. ΤΟΛΣΤΟΪ

Λ. ΤΟΛΣΤΟΪ

Ο Τολστόι δεν έχει ανάγκη από εξαιρετικά πρόσωπα, από εκθαμβωτικές πράξεις, από ασυνήθιστα γεγονότα: η ροή της ζωής του μέσου ατόμου του παρέχει επαρκές υλικό για να κεντρίσει την περιέργεια και να διατηρήσει το ενδιαφέρον του αναγνώστη.[….] αναζητεί μέσα από τους προσδιορισμούς της ιστορίας και της κοινωνίας μια απάντηση στο αιώνιο «τι να κάνω;». Χάρη σ’ αυτό τα μυθιστορήματά του είναι κυρίως σταθμοί μιας επίμονης αναζήτησης της ηθκής αλήθειας.

 

Επαναφέροντας το ιστορικό γεγονός στο καθημερινό βίωμα, ο Τολστόι καθιστά το μυθιστόρημα δοκίμιο για να κατανοήσει την ιστορία μέσω συγκεκριμένων μηχανισμών της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Συμπέρασμα: η κυριαρχία, την οποία έχει ο άνθρωπος πάνω στα γεγονότα, είναι τόσο πιο μεγάλη, όσο η συμμετοχή του είναι λιγότερο συνειδητή.

 

Ο ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΟΣ ΡΕΑΛΙΣΜΟΣ. ΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ

…..Σε ορισμένες χώρες, ωστόσο, όπως η Γερμανία και οι γερμανόφωνες χώρες, η Βοημία, η Ουγγαρία, η Σερβία, η Κροατία και η Ελλάδα, οι συγγραφείς στρέφονται προς την επαρχία κύριως γιατί την θεωρούν θεματοφύλακα της εθνικής ταυτότητας και χώρο όπου η εθνική ψυχή εκφράζεται καθαρότερα και πληρέστερα……

 

Στην Ελλάδα ο ρεαλισμός γίνεται ιδιαίτερα αισθητός γύρω στο 1880 ….εποχή που κλείνει η ρομαντική μεταεπαναστατική περίοδος. [….] πρώτο μεγάλο σταθμό στη νεοελληνική πεζογραφία αποτελεί το πολύκροτο μυθιστόρημα του Εμανουήλ Ροΐδη, Η Πάπισσα Ιωάννα (1866)….

Ωστόσο η μαζική παραγωγή ρεαλιστικών έργων αρχίζει τη δεκαετία του 1880, με την εμφάνιση της «Νέας Αθηναϊκής Σχολής» που διαδέχεται την «παλιά» του ρομαντισμού. Η Νέα Σχολή με αρχηγό τον Κωστή Παλαμά έχει ως βασικές αρχές την αποδέσμευση από την στείρα προσκόλληση στο παρελθόν, την αποφασιστική στροφή προς την σύγχρονη πραγματικότητα και την αντικειμενική αναπαράστασή της, ενώ ως γλωσσικό όργανο χρησιμοποιεί την δημοτική. Η νουβέλα Λουκής Λάρας (1879) του Δημήτριου Βικέλα, κυρίως όμως τα διηγήματα Το αμάρτημα της μητρός μου και Ποιός ήτον ο φονεύς του αδελφού μου (1883) του Γεώργιου Βυζιηνού, θεωρείται ως επίσημη αφετηρία του ελληνικού ρεαλισμού. Γενάρχης του αναμφισβήτητα ο Βιζυηνός[….]

 

Παράλληλα με το μυθιστόρημα που αποτελεί κυρίαρχο είδος, στον περιφερειακό ρεαλισμό έχουμε και έκδοση μικρών σε έκταση έργων, διηγήματα και νουβέλες, που θεωρούνται κατάλληλα για να αποδώσουν αποσπασματικές αλλά πιστές στιγμές της ζωής που θα λειτουργούσαν συνεκδοχικά. 

 

Ο ΑΣΤΙΚΟΣ ΚΑΙ Ο ΜΙΚΡΟΑΣΤΙΚΟ ΡΕΑΛΙΣΜΟΣ

Στην Ισπανία ο Μπενίτο Πέρεθ Γκαλντός με πρότυπα τον Ντίκενς και τον Μπαλζάκ, οδηγούς τους Κοντ και Ταιν, εμπνευστή το Ζολά, αλλά και δάσκαλο το Θερβάντες, δημιουργεί το αριστούργημα Fortunata y Jachintha , που πραγματεύεται το θέμα του αστικού γάμου και του «αιώνιου τριγώνου» -ο σύζυγος, η σύζυγος και ο εραστής – γύρω από το οποίο όμως κινείται ένας ολόκληρος κόσμος…

Οι βέλγοι ρεαλιστές δημιουργούν στους κόλπους μιας κοινωνίας όπου επικρατεί η ευημερούσα καιτυπολατρική αστική τάξη (…) Στη Φλάνδρα το ρεαλιστικό κίνημα μένει πιστό στην τέχνη η οποία «διδάσκει και εκπολιτίζει», αναλαμβάνοντας ένα χρήσιμο ρόλο για την εθνική συνειδητοποίηση. [….]

Στις Κάτω Χώρες οι ρεαλιστές συγγραφείς εντοπίζονται γύρω στα 1850 και το έργο τους περιλαμβάνει κυρίως μυθιστορήματα «ολλανδικών ηθών».

 

Ο ΚΡΙΤΙΚΟΣ ΡΕΑΛΙΣΜΟΣ

Στη Σκανδιναβία η αστική δημοκρατία διαδέχεται το δεσποτισμό, αλλά μόλις οι φιλελεύθεροι παίρνουν την εξουσία γίνονται αντιδραστικοί και συμμαχούν με τη δεξιά. Η αντίδραση των διανοούμενων οδηγεί σε ρήξη αρχικά πολιτική και στη συνέχεια αισθητική και πολιτιστική, η οποία ονομάστηκε Η Μοντέρνα Ρήξη [….]

Οι ριζοσπαστικές ιδέες που έθεσεσε κυκλοφορία η Μοντέρνα Ρήξη τροφοδοτούν την Σκανδιναβία με έναν κριτικό ρεαλισμό. Πρόκειται για λογοτεχνία, η οποία, με τη βοήθεια και μιας έντονης ρωσικής και δανικής επίδρασης, δείχνει ζωηρό και ενεργό ενδιαφέρον για τη διευρυνόμενη απόσταση ανάμεσα στην ύπαιθρο και τις πόλεις. Η λογοτεχνία αυτή διακρίνεται για τη γνώση της σύγχρονης ψυχολογίας και τη χρήση λεπτομερειακής περιγραφής, στοιχεία που την κάνουν να τείνει προς τον νατουραλισμό

 

Θέατρο

Ο ρεαλισμός και ο νατουραλισμός συνέβαλαν στην ανανέωση του θεάτρου. Στη Δυτική Ευρώπη το ρεαλιστικό θέατρο ασχολείται με τα ήθη των αστών, άλλοτε διακωμωδώντας την επιτίδευση ή τη ματαιοδοξία τους, όπως κάνουν ο Ε. Λαμπίς και αργότερα ο Ο. Ουάιλντ, και άλλοτε καταδεικνύοντας τη σκληρότητά τους, όπως κάνει ο Αλέξανδρος Δουμάς υιός στην Κυρία με τας καμελίας. Πιο ρηξικέλευθος είναι ο ρεαλισμός δραματουργών της Ανατολικής Ευρώπης, όπως ο Οστρόφσκι, οι οποίοι εστιάζουν την προσοχή τους στην καταπιεστική νοοτροπία και τους αυταρχικούς θεσμούς που επικρατούν στο στενό περιβάλλον μιας τοπικής κοινωνίας. Το ρεαλιστικό αποτέλεσμα επιδιώκεται και επί της σκηνής: μετριάζονται οι μελοδραματισμοί και οι υπερβολές στην ερμηνεία των ρόλων, αναδυκνείεται η ομιλούμενη γλώσσα, ενώ στα λεγόμενα «cup and saucer» έργα οι ηθοποιοί φτάνουν να τρώνε αληθινά γεύματα.

Μεγαλύτερη ώθηση για πειραματισμό στο θέατρο δίνουν νατουραλιστικά έργα, πρωτότυπα ή διασκευές μυθιστορημάτων. Ο Τολστόι με το Κράτος του ζόφου, ο Μ. Γκόρκι με το Στον βυθό, ο Χ. Ίψεν με τους Βρυκόλακες, ο Ανρί Μπεκ με Τα κοράκια αποκαλύπτουν στο συχνά ανυποψίαστο κοινό την ηθική και την υλική εξαθλίωση που καταδυναστεύει τον αγροτικό και τον εργατικό πληθυσμό, τις καταστροφικές συνέπειες της κληρονομικότητας, την ανελέητη τραχύτητα του επιχειρηματικού κόσμου. 

Ιδιαίτερα δυναμικοί είναι οι Γερμανοί νατουραλιστές, οι οποίοι τελειοποιούν την απόδοση της ομιλίας με φωνητική ακρίβεια. Ο Γιοχάνες Σλαφ μεταφέρει με το δράμα του Ο μαστρο-Έλτζε την τεχνική δευτερόλεπτο προς δευτερόλεπτο στο θέατρο, ενώ ο Γκέρχαρτ Χάουπτμαν, σε έργα όπως τα Πριν από την αυγή, Οι υφαντές, Τα ποντίκια, επιτυγχάνει να ζωντανέψει σύνθετες εικόνες της γερμανικής κοινωνίας σε όλη της την κινητικότητα και να αποδώσει τα αισθήματα και τις σκέψεις των χαρακτήρων με μια γλώσσα που φαίνεται όχι απλώς φυσική αλλά αυθόρμητη.

Η μεταφορά των αρχών του νατουραλισμού «ανανεώνει διπλά» τη θεατρική τέχνη. Εκτός από νέα θέματα, οι δραματουργοί πρέπει να επινοήσουν τεχνικές υποκριτικής και σκηνοθεσίας για να καταδείξουν, μέσα στο χρόνο και το χώρο της θεατρικής δράσης, τους παράγοντες (περιβάλλον, κληρονομικότητα) που καθορίζουν τις αντιδράσεις των χαρακτήρων. 

 

ΤΑ ΑΛΛΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΓΕΝΗ

Το θέατρο και η ποίηση δεν είναι γένη που ανθίζουν την περίοδο αυτή. Μόλις στο τέλος του 19ου αιώνα και χάρη στη συνδυαζόμενη συμβολή του νατουραλισμού και του συμβολισμού θα επέλθει πραγματική ανανέωση στο θέατρο με κορυφαίο εκπρόσωπό της τον Χένρικ Ίψεν. Εντελώς αναλογικά η ποίηση επανακτά σημαντική θέση στο λογοτεχνικό προσκήνιο, μόνο όταν απαλάσσεται από τις αρχές του ρεαλισμού. Ο Κ. Μπωντλαίρ θα την ωθήσει αποφασιστικά προς τον συμβολισμό.

 

ΤΟ ΡΕΑΛΙΣΤΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ

Ο ρεαλισμός στο θέατρο εκπροσωπείται από τον Αλεξάντρ Οστρόφσκι, ο οποίος, με το πλούσιο έργο του και την επιρροή που άσκησε, είναι ο μεγάλος κλασικός της ρώσικής σκηνής. Στο έργο Οι φίλοι θα τα βρίσκουν πάντα μεταξύ τους παρουσιάζει το χάσμα γενεών αλλά και τη διαχρονική αν και διαφορετικά εκφρασμένη απληστία. Στο Η φτώχια δεν είναι αμαρτία προβάλει το ρώσικο χαρακτήρα και στο Θύελλα τη συμπάθεια για τους ταπεινούς, την αγάπη για την ελευθερία και συνάμα καταγγέλει την αναχρονιστική ηθική. 

Στη Γαλλία, το θέατρο τοροφοδοτείται από τα ήθη της αστικής τάξης. Ο Ευγένιος Λαμπίς χρησιμοποιεί το κωμικό στοιχείο για να καταγγείλει την ασυνέπειά της. Ο Αλέξανδρος Δουμάς υιός, μεταφέρει τον κόσμο της φυματίωσης στο Η κυρία με τας καμέλιας, όπου περιγράφονται τα ήθη της καλής κοινωνίας.

 

Χένρικ Ίψεν και Άντον Τσέχωφ

Οι σημαντικότερες εξελίξεις στο θέατρο συντελούνται στο τέλος του αιώνα μέσω της επίδρασης του Ίψεν και του Τσέχωφ.

Ο Νορβηγός Χένρικ Ίψεν είναι κύριος εκπρόσωπος του «προβληματισμένου θεάτρου», το οποίο εξέτασε καταστάσεις που αφορούσαν το γενικότερο κοινωνικό σύνολο, αλλά ιδίως τους αστούς. Στα έργα του εκθέτει τη σεμνοτυφία και τη μωροφιλοδοξία της περιορισμένης, αυστηρά λουθηριανικής νορβηγικής κοινωνίας. Ένα από τα βασικά θέματά του είναι η συμβατικότητα και η ανειλικρίνεια των συζυγικών σχέσεων. Στο Κουκλόσπιτο, η κεντρική ηρωίδα, η Νόρα, επαναστατεί όταν συνειδητοποιεί πόσο καταπιέζεται μέσα σ’ ένα περιβάλλον που της προσφέρει υλικά αγαθά, αλλά της στερεί τη δυνατότητα να έχει τις δικές της σκέψεις και επιθυμίες. Οι Βρυκόλακες έχουν θέμα το γάμο από υπολογισμό. Η αδίσταχτη αποκάλυψη της κοινωνικής υποκρισίας και η έμφαση σε μια αποκρουστική εκδήλωση της κληρονομικότητας, τη σύφιλη, προκάλεσαν τη βίαιη αντίδραση του κοινού. Το έργο ωστόσο, θεωρήθηκε σταθμός του νατουραλιστικού θεάτρου και ανεβάστηκε σε νέες προοδευτικές σκηνές, το παρισινό Ελεύθερο Θέατρο, τη βερολινέζικη Ελεύθερη Σκηνή και στο Ανεξάρτητο Θέατρο του Λονδίνου.

Σε μεταγενέστερα έργα του, όπως Η αγριόπαπια, Έντα Γκάμπλερ, Ρόσμερσχολμ, Ο αρχιμάστορας Σόνες, ο Ίψεν ενδιαφέρθηκε περισσότερο για το ψυχικό δράμα των χαρακτήρων, αναλύει τις νευρώσεις, τις ενοχές, την πάλη με κοινωνικούς και ηθικούς κώδικες αλλά και με τον ίδιο τον εαυτό τους, τις αναστολές και τις επιθυμίες τους. -Η διανοητική ανισορροπία και η απροσάρμοστη σεξουαλικότητα απασχολούν την ίδια εποχή και τον Σουηδό θεατρικό συγγραφέα Άουγκουστ Στρίνμπεργκ.- Πάντως, ο συνεκτικός αρμός ανάμεσα στους κορυφαίους δραματικούς χαρακτήρες του Ίψεν είναι η αίσθηση μιας τραγικής αποτυχίας, η πίκρα που προκαλεί η καταπίεση της δημιουργικής δύναμης, ο ανικανοποίητος ιδεαλισμός ή η διάψευση των ονείρων τους. 

 

Διαφορετικός είναι ο τόνος του Άντον Τσέχωφ. Τα διηγήματα, οι νουβέλες και τα θεατρικά του έργα εμπεριέχουν ένα ανάλαφρο, σχεδόν τρυφερό, χιούμορ και διαποτίζονται από μια υπομονετική αισιοδοξία για το μέλλον. Τα πρόσωπά του συμπαθητικά και ευαίσθητα, προέρχονται από το επαρχιακό και μικροαστικό φάσμα της ρώσικης κοινωνίας. Ο Τσέχωφ ζωγραφίζει με στοργή την άχρωμη καθημερινή τους ύπαρξη και τη θλιβερή πλήξη τους. Η δράση στηρίζεται [….]μέσα σε χαμηλόφωνες κουβέντες των απλών αυτών προσώπων εκφράζονται εσωτερικές συγκρούσεις και αναδύονται απρόβλεπτες όψεις της ζωής, που τους αποδεσμεύουν από τα παγιωμένα σχήματα και τους οδηγούν στη συνειδητοποίηση μιας κατάστασης.

Στα σημαντικότερα θεατρικά του έργα, τον Θείο Βάνια, τον Γλάρο, τις Τρεις αδελφές και το Βυσσινόκηπο, ο Τσέχωφ περιγράφει με λεπταίσθητη συμπόνοια και διακριτική ειρωνεία τα δραματικά όσο και κωμικά αδιέξοδα που προκαλούν στην ανθρώπινη ζωή η προσκόληση σε αναμνήσεις και χίμαιρες, η έλλειψη κατανόησης του άλλου, οι μικροανταγωνισμοί, η αυταρέσκεια ή, ακόμα, η μοιρλατρία και η αδράνεια. Ο Ρώσος συγγραφέας –όπως κάνει ενίοτε και ο Όψεν- εισάγει στο σκηνικό ή στη δράση συμβολικά στοιχεία (π.χ. ο γλάρος) που σηματοδοτούν τη διάθεση των προσώπων, συμπυκνώνουν τη ψυχολογική τους περιπέτεια και υποβάλλουν μια ποιητική ατμόσφαιρα. 

 

 

 

Η ΠΟΙΗΣΗ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΡΟΜΑΝΤΙΣΜΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΛΙΣΜΟ

Κατά την περίοδο του ρεαλισμού, η ποίηση φαίνεται σα να έχει χάσει τη ζωτική ορμή της. [….] Οι ποιητές που αποδίδουν την περιβάλλουσα πραγματικότητα – Κοπέ, Μπράουνιγκ, Νεκράσωφ, Βέρντε – την οποία συχνά αντιμετωπίζουν με σατιρική διάθεση – Καρντούτσι, Παλαμάς, Νεκράσωφ. Αυτό όμως που εμπνέει κυρίως τους «ρεαλιστές» ποιητές, είναι όσα οι ίδιοι θεωρούν ότι αποτελούν μόνιμη πραγματικότητα: η φύση, «αιώνια πραγματικότητα που περιμένει την περιγραφή της» (Καρντούτσι), η ιστορία της πατρίδας και του έθνους τους, η προϊστορία του ευρωπαϊκού πνεύματος και του ευρωπαϊκού πολιτισμού – Τένυσον, Καρντούτσι, Παλαμάς, Λεκόντ ντε Λιλ-, τα αιώνια μεταφυσικά ερωτήματα του ανθρώπου (Λεκόντ ντε Λιλ, Καρντούτσι, Βρχλίτσκι, Παλαμάς), η τέχνη ως αυτόνομη δημιουργία («η τέχνη για την τέχνη»). Μπορεί η θεματική της να είναι ανάλογη με τη θεματική του ρομαντικού λυρισμού, ωστόσο προσαρμόζεται στο πνεύμα της εποχής με τη συνειδητή συχνά συνεργσία ποίησης και επιστήμης.[….]

 

Η παντοδύναμη παρουσία της υλικής πραγματικότητας ωθεί τους ποιητές να προσέξουν την υλική πλευρά του έργου τους με αποτέλεσμα την πλήρη ανανέωση της μετρικής και τη συστηματική αξιοποίηση των ρυθμικών δυνατοτήτων του παραδοσιακού στίχου. [….]

 

• Στη Γαλλία την ποίηση του Παρνασσού θεμελιώνει θεωρητικά ο Θεόφιλος Γκωτιέ, ο οποίος διατυπώνει τη θεωρία «η τέχνη για την τέχνη», διακηρύσσοντας την ανεξαρτησία της ποίησης από κάθε πολιτική, ηθική ή κοινωνική σκοπιμότητα και τονίζοντας την πρωταρχική σημασία της μορφής.[….]

• Στην Ελλάδα η Νέα Αθηναϊκή Σχολή του 1880 απαλάσσει την ποίηση από το ρητορικό στόμφο του ρομαντισμού και την προσγειώνει στην πραγματικότητα.(….) χρησιμοποιεί τη δημοτική στη θέση της καθαρεύουσας των ρομαντικών και ανοίγεται στις γόνιμες επιδράσεις των λογοτεχνιών της δυτικής Ευρώπης. Ανάμεσα στους εκπροσώπους της Αριστομένη Προβελέγκιο, Γεώργιο Δροσίνη, Νίκο Καμπά, Ιωάννη Πολέμη, Γεώργιο Στρατήγη, κορυφαίος κριτικός ποιητής υψώνεται ο Κωστής Παλαμάς.

[Ελλάδα: πεζός λόγος: Δ. Βικέλας, Γ. Βυζιηνός, Εμ. Ροΐδης]

• Στην Τσεχία, το γιγάντιο έργο του τσέχου ποιητή Γιάροσλαβ Βρχλίτσκι αποτελεί σταθμό.

• Για την Ρωσία ορατή πραγματικότητα αποτελεί η θλιβερή ζωή των μουζίκων και αυτή βρίσκεται στο κέντρο της ποίησης του Νικολάι Νεκράσωφ.

• Στην Αγγλία, κυριαρχούν τα ονόματα του Άλφρεντ Τένυσον και του Ρόμπερτ Μπράουνινγκ, ποιητών με έντονες διαφορές, αλλά με κοινές καταβολές στον ρομαντισμό.

• Στην Ιταλία, ο Τζόζουε Καρντούτσι προσπαθεί να διαφοροποιηθεί από τον συναισθηματισμό του ρομαντισμού όσο και από την ωμότητα του βερισμού. Πολιτικοποιημένος και συγκλονίζεται από τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα, εμπνέεται συγχρόνως από την κλασική αρχαιότητα. Παραμένει προσηλωμένος στη λογοτεχνική παράδοση, επιδιώκει όμως να την ανανεώσει με τη δημιουργία σύνθετων μετρικο-ρυθμικών σχημάτων. Οι συλλογές του Νέα ποιήματα και Βάρβαρες ωδές υμνούν τον έρωτα, τις αξίες της γαλήνιας και συγχρόνως ενεργού ζωής και αξιοποιούν τους μύθους της κλασικής εποχής.

ΠΗΓΕΣ

  1.  Βάρσος Γιώργος, Ιστορία της Ευρωπαϊκής λογοτεχνίας. Από τον 6ο έως τις αρχές του 18ου αιώνα, εκδ. Ε.Α.Π., Πάτρα 1999.
  2. Benoit Annick & Fontaine Gay (επιμ.), Ευρωπαϊκά Γράμματα: Ιστορία της Ευρωπαϊκής Λογοτεχνίας Εκδ. Σοκόλη, μτφρ. Α. Ζηράς κ.ά., τ. Α, Αθήνα 1999 (Lettres Européenes: Histoire de la Literature Européene, 1992)
  3. Benoit Annick & Fontaine Gay (επιμ.), Ευρωπαϊκά Γράμματα: Ιστορία της Ευρωπαϊκής Λογοτεχνίας Εκδ. Σοκόλη, μτφρ. Α. Ζηράς κ.ά., τ. Β, Αθήνα 1999 (Lettres Européenes: Histoire de la Literature Européene, 1992).
  4. Γκότση Γ. & Προβατά Δ., Ιστορία της Ευρωπαϊκής λογοτεχνίας. Από τις αρχές του 18ου έως τον 20ο αιώνα, εκδ. Ε.Α.Π., Πάτρα 2000.
  5. Εγκυκλοπαίδεια, Πάπυρος-Larousse-Britannica, εκδ. Πάπυρος, επιμ. Βίκτωρ Αθανασιάδης κ.ά., Αθήνα 21997.
Advertisements
Σχολιάστε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: