Skip to content

«ΣΤΟ ΜΕΤΑΓΩΓΩΝ» (μια αληθινή ιστορία για κάποιους «Γιάννηδες Αγιάννηδες»)

10/08/2013

ΣΤΟ ΜΕΤΑΓΩΓΩΝ (μια αληθινή ιστορία για κάποιους «Γιάννηδες Αγιάννηδες»)

 

 φυλακες Ο γνωστός που διηγήθηκε την παρακάτω ιστορία, μου ξεκαθάρισε εξαρχής «Αν αυτή η ιστορία αξίζει να διασωθεί και να αναγνωσθεί απ’ όσον το δυνατό περισσότερους ανθρώπους, δεν είναι για λόγους ματαιοδοξίας. Η απόφαση μου, έστω κι έπειτα από περισσότερες από δυόμισι που με οδηγεί στη διήγηση της, είναι για να καταδειχτεί πως πολλοί απ’ τους ανθρώπους που η κοινωνία θεωρεί απόβλητους και τους οδηγεί στο περιθώριο, κάποιες φορές κατέχουν την σπάνια αρετή του φιλότιμου, το οποίο δυστυχώς απουσιάζει από πολλούς που θεωρούν την οικονομική ευρωστία συνώνυμη του ήθους. Επειδή, όμως τέτοιες ιδιότητες που ανυψώνουν την ανθρώπινη υπόσταση, κρίνονται με πράξεις περισσότερο παρά με λόγια, δράττομαι της ευκαιρίας να σου διηγηθώ μια περιπέτεια που το βάρος της έλαχε να πέσει στους ώμους μου, μόλις είχα κλείσει τα είκοσι μου χρόνια κι έκτοτε άλλαξε σε μεγάλο βαθμό την οπτική γωνία που έβλεπα πολλά πράγματα».

Η ΔΙΗΓΗΣΗ ΠΑΡΑΤΙΘΕΤΑΙ ΑΥΤΟΥΣΙΑ, ΔΙΧΩΣ ΠΡΟΣΘΗΚΕΣ Ή ΠΑΡΑΛΕΙΨΕΙΣ. ΦΥΣΙΚΑ, ΣΕΒΟΜΑΙ ΤΟ ΑΙΤΗΜΑ ΤΟΥ ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΗ ΓΙΑ ΔΙΑΤΗΡΗΣΗ ΤΗΣ ΑΝΩΝΥΜΙΑΣ ΤΟΥ

«Το τηλέφωνο της πατρικής μου οικείας χτύπησε περίπου στις δέκα το πρωί. Έτυχε να απαντήσω εγώ και μια σοβαρή αντρική φωνή, ζητούσε να μιλήσει μαζί μου, με ένα τόνο επισημότητας που τίποτα καλό δεν προμήνυε, σε βαθμό που αν αντί για συμμέτοχος στην ιστορία που θα διηγηθώ, υπήρξα απλός, αποστασιοποιημένος θεατής είμαι σχεδόν βέβαιος πως θα προοικονομούσε όσα βίωσα.  Πραγματικά, μετά τα πρώτα αμήχανα δευτερόλεπτα που χρειάστηκα για να καταλάβω με ποιον μιλούσα, συνειδητοποίησα πως ο συγκεκριμένος άνθρωπος ήταν επιχειρηματίας κι αποτελούσε, κατά κάποιο ανορθόδοξο τρόπο, εργοδότη ενός κοινού γνωστού μας. Ο άντρας με τον οποίο συνδιαλεγόμουν τηλεφωνικά, ήξερα πως είχε κάποιες επιχειρήσεις και καταστήματα Video Club που εκείνη την εποχή βρίσκονταν σε άνθηση. Όσες ταινίες δεύτερης και τρίτης διαλογής δεν είχαν κίνηση στα μαγαζιά του, τις έδινε στον κοινό γνωστό μας, ώστε να τις πουλάει στο πάγκο που διατηρούσε στο μοναστηράκι (αν και γνώριζε πως ο πάγκος δεν είχε άδεια), κατακρατώντας ως ιδιοκτήτης το μεγαλύτερο ποσοστό φυσικά κι άφηνε λίγες πενταροδεκάρες κέρδος στον πωλητή.

Με τον μικροπωλητή που διατηρούσε τον πάγκο είχαμε κάποιου είδους φιλική σχέση, καθότι κάθε Κυριακή επισκεπτόμουν το παζάρι στο Μοναστηράκι κι επιπλέον, είχαμε κοινούς γνωστούς και συνευρισκόμαστε σε μπαράκια που έπαιζαν κοινές μουσικές μας προτιμήσεις. Κατ’ αυτόν τον τρόπο είχε ξεκινήσει η γνωριμία μας κι αργότερα είχαμε βρεθεί αρκετές φορές οι δυο μας, αναπτύσσοντας μια πολύ ιδιαίτερη ή και ιδιόρρυθμη λόγω αρκετών εμφανών διαφορών μεταξύ μας, φιλία. Από την άλλη, ο ιδιοκτήτης των Video Club, μιας και γνώριζε τη σχέση που διατηρούσαμε με τον τρόπο τινά υπάλληλό του καθώς είχα επισκεφθεί ως πελάτης κάποιο κεντρικό μαγαζί του, έψαξε και με βρήκε και μου ζήτησε να συναντηθούμε σε μία ώρα από τη στιγμή που θα κλείναμε το τηλέφωνο για μια σοβαρή υπόθεση που αφορούσε το συνεργάτη του. Από το ύφος του κατάλαβα πως κάτι σοβαρό είχε συμβεί και το πράγμα δεν έπαιρνε αναβολή. Έτσι δέχτηκα να τον συναντήσω στο Πεδίον του Άρεως, τοποθεσία που εξυπηρετούσε κατά κύριο λόγο τον ίδιο.

Ο καταστηματάρχης ήταν η πρώτη και τελευταία φορά που έδειξε συνεπής. Δηλαδή, στην ώρα που εμφανίστηκε στο προκαθορισμένο ραντεβού, κρατώντας ένα χοντρό φάκελο γεμάτο χαρτιά και δίχως περιστροφές πέρασε στο ζητούμενο. Μου εξιστόρησε γρήγορα, πως ο μικροπωλητής και συνεργάτης του, είχε συλληφθεί δύο φορές στο παρελθόν επειδή δεν είχε άδεια για τον πάγκο του και αφού του είχε οριστεί δικάσιμος είχε αφεθεί ελεύθερος. Επειδή όμως άλλαζε συχνά οικίες, αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να μην μάθει ποτέ για την ημέρα διεξαγωγής των δικών, με συνέπεια την ερήμην καταδίκη του. Φυσικά, θα μπορούσε να του καταλογίσει ο καθένας ανευθυνότητα από τη μεριά του. Όμως για έναν άνθρωπο που βγάζει με το ζόρι τα καθημερινά του έξοδα, αλλάζει συχνά στέγη, επειδή τα οικονομικά του δεν τον βγάζουν και έχει πάντα το φόβο για το κυνήγι της αστυνομίας, καθώς η οικονομική του αδυναμία δεν του επιτρέπει να προμηθευτεί την απαραίτητη άδεια αν και δεν πουλάει κάτι παράνομο, οφείλουμε να του αναγνωρίσουμε πως έχει αρκετούς μπελάδες στο κεφάλι του.

Επιστρέφοντας στην ουσία της υπόθεσης, ο τρόπον τινά εργοδότης του, σ’ εκείνη την πρώτη συνάντηση μου παρέδωσε το φάκελο με τα δικαστικά έγραφα, με το επιχείρημα ότι δεν είχε χρόνο να ασχοληθεί λόγω επαγγελματικών ενασχολήσεων, αλλά και την υπόσχεση πως θα πλήρωνε το ήμισυ της εξαγοράσιμης ποινής. Σαν να ήταν το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο, ζήτησε από εμένα να κοιτάξω να μαζέψω τα υπόλοιπα χρήματα, υπολογίζοντας προφανώς στους φιλικούς δεσμούς που με ένωναν με το συνεργάτη του, αν και η συγκεκριμένη υπόθεση αφορούσε αποκλειστικά τους δυο τους. Κάτι στο βλέμμα του δεν με έπεισε για τη βαρύτητα του λόγου του και κυρίως, η επιλογή του να αναθέσει μια τόσο σοβαρή υπόθεση σ’ ένα άπειρο εικοσάχρονο, αλλά βρέθηκα προ τετελεσμένων και πρωτίστως ένιωθα μ’ ένα τρόπο ηθικά δεσμευμένος, καθώς αναλογιζόμουν πως εάν αρνηθώ, ο μικροπωλητής δεν είχε από κάπου αλλού να περιμένει βοήθεια κι έτσι η φυλακή θα ήταν η μοιραία κατάληξη. Επιλογή που βρήκα πολύ σκληρή για τη φύση του αδικήματος. Πήρα λοιπόν το φάκελο κι αφού επέστρεψα σπίτι, διάβασα πολλές φορές τα έγγραφά του, ώστε να κατανοήσω όσο μπορούσα την ουσία της υπόθεσης. Έτσι, κατάλαβα πως υπήρχαν δύο τελεσίδικες καταδικαστικές αποφάσεις για πώληση βιντεοταινιών δίχως κατοχή της απαραίτητης άδειας, που μόνο αν πληρωνόντουσαν υπήρχε περίπτωση να αποφυλακιστεί ο μικροπωλητής φίλος μου.

Έπειτα δίχως να το θέλω, μου ήρθαν στο νου κάποιες κουβέντες που είχαμε προλάβει να κάνουμε οι δυο μας. Σε κάποια απ’ αυτές μου είχε εκμυστηρευτεί πως είχε μεγαλώσει σε κάποιο ίδρυμα, δίχως ποτέ να νιώσει την οικογενειακή θαλπωρή. Καθότι ήταν περισσότερο από μια δεκαετία μεγαλύτερος μου στην ηλικία, μπορούσα να φανταστώ πως οι συνθήκες που μεγάλωσε δεν ήταν ιδανικές. Ωστόσο, διατηρούσε πάντα ένα επίπεδο αξιοπρέπειας και κοιτούσε να επιβιώνει κάνοντας διάφορα επαγγέλματα από αγροτικές εργασίες μέχρι μπαρκάρισμα στα καράβια. Είμαι σε θέση να υποθέσω πως το ίδρυμα που μεγάλωσε, ελάχιστα τον προετοίμασε για την κοινωνική του ένταξη ως ενήλικος. Τον χαρακτήριζε μεν μια ηθική ακεραιότητα, όμως σε πολλά πρακτικά θέματα του έλειπε η στοιχειώδης κατάρτιση. Για παράδειγμα, θυμήθηκα πως σε κάποια από τις τελευταίες συναντήσεις μας, μου είχε εξομολογηθεί πως άλλοι συνάδελφοί, του είχαν υποδείξει κι είχε επισκεφτεί την εφορία, ώστε να προμηθευτεί την απαραίτητη άδεια μικροπωλητή. Εκτός από χρήματα όμως και κάποια συνοδευτικά έγγραφα, του ζητούσαν να εκδώσει κι έναν αριθμό που ο τίτλος του είχε τρία γράμματα. Στην προσπάθεια της μεταξύ μας συνεννόησης, διαπίστωσα γεμάτος έκπληξη πως ο αριθμός που πρώτη φορά άκουγε στη ζωή του και τον μπέρδευε τόσο, δεν ήταν άλλος από τον Α.Φ.Μ. Δυσκολευόμουν να πιστέψω, ακόμα κι αν μιλάμε για την δεκαετία του 80, πως ένας άνθρωπος που είχε περάσει τα τριάντα χρόνια ζωής δεν είχε χρειαστεί να εκδώσει Α.Φ.Μ., παρά το γεγονός πως έκανε πάντα νόμιμα επαγγέλματα, όπως αυτά του ναυτικού, του οικοδόμου, του εργάτη γης και λίαν προσφάτως του μικροπωλητή. Είχα προσπαθήσει να του εξηγήσω πως έπρεπε να βγάλει Α.Φ.Μ., όχι μονάχα για την άδεια που ζητούσε να βγάλει, αλλά ακόμα και για τις φορολογικές δηλώσεις που έπρεπε να κάνει κάθε έτος και γενικότερα θα του ήταν απαραίτητος για αρκετές ακόμα περιπτώσεις. Ωστόσο, στο βλέμμα και στα λόγια του, εύκολα κατανοούσε κάποιος πως αδυνατούσε να ζυγίσει τη σοβαρότητα του θέματος που του έμοιαζε με γραφειοκρατικό λαβύρινθο. Με ρωτούσε αν μπορούσε να γλυτώσει τη διαδικασία, με την επίδειξη της Αστυνομικής Ταυτότητας ή Ναυτικού Φυλλαδίου. Γίνονταν λοιπόν ολοφάνερο πως του έλειπε κι η στοιχειώδης κατάρτιση γύρω από φορολογικά και λογιστικά θέματα. Αναρωτήθηκα προβληματισμένος και το μοιράστηκα μαζί του, πως σ’ αυτήν την ηλικία δεν του είχε χρειαστεί ακόμα το Α.Φ.Μ. Με αφοπλιστική ειλικρίνεια, μου είχε απαντήσει πως δεν είχε κάνει ποτέ φορολογική δήλωση, διότι δεν του είχε χρειαστεί. Από τον τρόπο που μιλούσε γίνονταν εύκολα αντιληπτό, πως το προηγούμενο δεν οφείλονταν σε κάποια πονηρή τακτική κι άλλωστε δεν είχε ποτέ εισοδήματα που θα τύγχαναν φορολόγησης, αλλά πως δεν κατείχε ούτε την ελάχιστη παιδεία, γύρω από τέτοιου είδους ζητήματα, όπως και τα δικαιώματα ή τις υποχρεώσεις που εκπορεύονταν απ’ αυτά. Για μια ακόμα φορά αναλογίστηκα, αν και προτίμησα να κρατήσω αυτές τις σκέψεις για τον εαυτό μου, για τα παιδικά χρόνια του φίλου μου, αλλά και για το πως κατάφερνε να επιβιώνει, δίχως κάποια ροπή προς την παραβατικότητα. Αυτό υπήρξε με βεβαιότητα ένα χαρακτηριστικό που εκτιμούσα σ’ εκείνον. Όσα προβλήματα αντιμετώπισε αργότερα, λόγω αυτού του ζητήματος που περιέγραψα, υπήρξαν απόρροια βαθιάς άγνοιας, η οποία δύσκολα γίνονταν πιστευτή για οποιονδήποτε άνθρωπο αυτής της ηλικίας.  Σε κάποια ζητήματα, έμοιαζε πραγματικά με φιγούρα που είχε μεταφερθεί με ανεξήγητο τρόπο από κάποια μακρινή εποχή στην Αθήνα της δεκαετίας του 80′.

Ξαναγυρνώντας όμως στην ουσία του προβλήματος που είχα να αντιμετωπίσω, σκέφτηκα πως προσβάσεις σε δικηγόρους δεν είχα, αλλά μπορούσα να απευθυνθώ σε ένα μεγάλο κύκλο φίλων του και τον αντίστοιχο δικό μου. Εξάλλου, αν ο εργοδότης, τιμούσε το λόγο του, το ποσό που έπρεπε να μαζέψουμε ήταν το μισό του αναγραφόμενου. Βέβαια, ακόμα κι αυτό το ποσό διόλου ευκαταφρόνητο ήταν για εκείνη την εποχή, ειδικά για τον προσωπικό μου περίγυρο κι ήξερα πως θα χρειάζονταν μεγάλη προσπάθεια για να συγκεντρωθεί, μιας κι ελάχιστοι φίλοι μου εργάζονταν σ’ αυτήν την ηλικία. Η πρώτη ιδέα που μου πέρασε από το μυαλό, ήταν να συντάξω έναν κατάλογο με ονόματα και τη βοήθεια που μπορούσε να προσφέρει ο καθένας για να συμπαρασταθούμε σ’ αυτόν τον άτυχο άνθρωπο. Ο χαρακτηριστικός ιδεαλισμός της νιότης, νομίζω πως καθόρισε σε μεγάλο βαθμό την απόφασή μου και με οδήγησε στο να μην αδιαφορήσω. Στην συνέχεια, μαζί με δυο άλλους κοινούς γνωστούς και φίλους που προσφέρθηκαν να με βοηθήσουν, οργανώσαμε μια ομάδα που θα αναλάμβανε να μαζεύει χρήματα, υπό την προϋπόθεση πως ότι έδιναν όσοι προσφέρονταν να συνδράμουν, θα τους επιστρέφονταν στο ακέραιο, μόλις ο μικροπωλητής μπορούσε να ξανασταθεί στα πόδια του. Άλλωστε, για την προσωπική του εντιμότητα, δεν έτρεφα αμφιβολίες. Επισκεφτήκαμε και τον ίδιο, στο τμήμα των μεταγωγών της Νέας Φιλαδέλφειας, που μη μπορώντας να συνειδητοποιήσει το κακό που τον βρήκε ξαφνικά, είχε χάσει το ηθικό του. Προσπαθήσαμε να του δώσουμε κουράγιο και του υποσχεθήκαμε πως θα κάναμε ότι περνούσε από το χέρι μας,  ώστε να μην αφήσουμε να τον οδηγήσουν στις φυλακές. Όπως προανέφερα, η βαθιά άγνοια για τα φορολογικά ζητήματα, τον δυσκόλευε πραγματικά να κατανοήσει πως είχε βρεθεί σ’ αυτή τη δυσχερή θέση έτσι ξαφνικά. Στη συνέχεια, ζητήσαμε από τον εισαγγελέα ολιγοήμερη παράταση για να προλάβουμε να συγκεντρώσουμε τα χρήματα, αίτημα που για καλή μας τύχη αποδέχτηκε.

Βέβαια, όταν μπλέκεις με τέτοιες περιπέτειες, ειδικά με την έλλειψη πείρας που χαρακτηρίζει αυτήν την ηλικία, ανακαλύπτεις στην πορεία πως τα πράγματα δεν κυλούν πάντα σύμφωνα με τον αρχικό σχεδιασμό. Για του λόγου το αληθές, στη δεύτερη συνάντηση με τον εργοδότη όπου θα μου έδινε και ποσό των χρημάτων που είχε υποσχεθεί, μου αντιγύρισε χωρίς αιδώ, πως η γυναίκα του έκανε κουμάντο στα οικονομικά και δεν μπορούσε τελικά να βάλει το μισό ποσό που είχε αρχικά υποσχεθεί. Όμως, σε λίγες μέρες θα ήξερε τι μπορούσε να προσφέρει. Όταν πέρασε η προθεσμία, πραγματικά γνώριζε! Με υποδέχτηκε ψυχρά και με το μεγαλύτερο κυνισμό μου απάντησε πως λόγω εξόδων δεν μπορούσε να συμβάλει καθόλου. Ο επιχειρηματίας, που είχε το δικό του μερίδιο ευθύνης για την κατάσταση του συνεργάτη του, αρνήθηκε να βοηθήσει εντελώς και το χειρότερο, πέταξε το βάρος και τις ευθύνες που του αναλογούσαν, προμελετημένα όπως κατέληξα αργότερα, σ’ έναν άπειρο εικοσάχρονο. Εκείνος, μου έμοιαζε αδύνατο να μην έχει συνειδητοποιήσει το δικό του μερίδιο ευθύνης. Βέβαια, επέλεξε να το παραβλέψει, αρκούμενος στα όσα αφορολόγητα χρήματα είχε εισπράξει μέχρι τότε και φυσικά δείχνοντας μηδενική εκτίμηση ακόμα και στο γεγονός, πως ο συνεργάτης του, είτε ρωτήθηκε είτε όχι, δεν τον είχε εμπλέξει στην ιστορία όπου λογικά θα τον περίμενε κάποιο πρόστιμο. Με κόπο συγκρατήθηκα για να μην του εκφράσω την αποστροφή που ένιωθα γι’ εκείνον και με τη μεγαλύτερη δυνατή αξιοπρέπεια του γύρισα την πλάτη και έφυγα. Μόλις συνειδητοποιούσα πως όλο το βάρος έπεφτε σε μένα κι αυτό με άγχωσε τρομερά.

Από τότε, άρχισε ένας αγώνας δρόμου, μαζεύοντας πεντοχίλιαρο το πεντοχίλιαρο. Αρκετοί γνωστοί συνέβαλλαν πρόθυμα, σύμφωνα με τις δυνατότητές τους, αλλά υπήρχαν και πολλοί που αδιαφόρησαν παντελώς. Αναζήτησα μικροπωλητές συναδέλφους του φίλου μου, που δίχως δεύτερη σκέψη έβαλαν όσες οικονομίες είχαν καταφέρει να συγκεντρώσουν με τόσες στερήσεις. Ζητούσα επανειλημμένες παρατάσεις από τον εισαγγελέα για να καθυστερήσει τη μεταγωγή, λέγοντας του κάθε φορά  πως πλησιάζουμε στη συγκέντρωση του πολυπόθητου χρηματικού ποσού. Πραγματικά, έπειτα από αρκετές μέρες αγωνιώδους αναζήτησης ανθρώπων πρόθυμων να βοηθήσουν και το τελευταίο βράδυ πριν το επόμενο πρωί τον διώξουν για τις φυλακές, καθότι δεν σήκωνε άλλη αναβολή, τον επισκέφτηκα για τελευταία φορά στο μεταγωγών. Τα περισσότερα χρήματα είχαν πράγματι συγκεντρωθεί, αλλά υπολείπονταν περίπου ενενήντα χιλιάδες. Ακόμα κι αυτό το ποσό ήταν σοβαρό για την εποχή και την δική μας οικονομική κατάσταση, καθώς οι περισσότεροι από τους γνωστούς μου ήταν φοιτητές και σπουδαστές. Ο φίλος μου μόλις με είδε έπεσε στα κάγκελα του κρατητηρίου, με την απελπισία ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του και την σπαρακτική έκκληση να κάνω κάτι, γιατί αν πάει φυλακή θα αυτοκτονήσει. Του ζήτησα να κάνει κουράγιο και ανακοίνωσα το ποσό που είχε απομείνει.

Τότε συνέβη το αναπάντεχο! Οι περισσότεροι από τους συγκρατούμενους μαζί του, απ’ τους οποίους αρκετοί όφειλαν να εκτίσουν αρκετά χρόνια φυλακή, στριμώχτηκαν αυθόρμητα στα κάγκελα και μου έδινε ο καθένας ότι είχε απάνω του για να περάσει τις πρώτες δύσκολες μέρες. Η εικόνα με συγκλόνισε τόσο που δεν τόλμησα να κουνηθώ και χρειάστηκαν οι δικές τους παροτρύνσεις με δυνατές φωνές για να με ξυπνήσουν από το όνειρο που έβλεπα. Αυτοί οι άνθρωποι, έδιναν με προθυμία το υστέρημά τους, αρκεί να γλίτωνε ένας από την κόλαση που περίμενε τους ίδιους. Αντίθετα από τον επιχειρηματία, αυτοί είχαν λιγότερα λεφτά, συνάμα όμως γνώριζαν την κόλαση της φυλακής, ενώ εκείνος ένιωθε ασφαλής. Η εμπειρία αυτή  μπορεί να είχε σμιλέψει με κάποιο ιδιαίτερο είδος ηθικής την ψυχή τους, που στα μάτια μου έμοιαζε με το υψηλότερο δείγμα ευγένειας. Αργότερα σκέφτηκα και το ενδεχόμενο πως απ’ τις κουβέντες που είχαν την ευκαιρία να κάνουν μεταξύ τους, όσο διάστημα βρίσκονταν μαζί, είχαν τη δυνατότητα να κατανοήσουν συνολικά και βαθιά ανθρώπινα τη φύση του «εγκλήματος» του φίλου μου. Έτσι, με τη χειρονομία αυτή, προσπαθούσαν να αποκαταστήσουν μια αδικία σύμφωνα με τον δικό τους αξιακό κώδικα, την οποία ο θεσμός της δικαιοσύνης αδυνατούσε να συλλάβει. Πραγματικά, ελάχιστοι θα μπορούσαν να αξιολογήσουν συνολικά το συγκεκριμένο περιστατικό, καθώς από το παζλ δεν ήταν σε θέση να συγκεντρώσουν, κάποια ουσιαστικά και πιθανά τα πλέον σημαντικά κομμάτια του.

Τα ξημερώματα της επόμενης μέρας, ένας παλαιοπώλης, ο γιος του και εγώ κάναμε αγώνα δρόμου προς τα δικαστήρια της πρώην σχολής Ευελπίδων, πάνω σ’ ένα παλιό ένα τρίκυκλο. Ο ίδιος ο εισαγγελέας, μας αντίκρισε με τη δυσπιστία ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του, θεωρώντας προφανώς πως θα του ζητούσαμε μια ακόμη παράταση. Όταν ωστόσο του εξήγησα πως είχαμε συγκεντρώσει το συνολικό ποσό, τηλεφώνησε στο μεταγωγών, δίνοντας εντολή να ακυρωθεί η μετακίνηση του φίλου μου στις φυλακές. Έπειτα από τόση αγωνία, είχαμε καταφέρει να πληρώσουμε έγκαιρα και κατευθυνθήκαμε προς το μεταγωγών. Επιτέλους, οι καγκελόφραχτες πόρτες είχαν ανοίξει για να ελευθερώσουν τουλάχιστον έναν απ’ τους κρατούμενους, μέσα από παρατεταμένα χειροκροτήματα των υπολοίπων.

Στον γεμάτο ανακούφιση, έπειτα από την αγωνία τόσων ημερών, φίλο μου παρέδωσα τη λίστα όλων όσων είχαν συμβάλει οικονομικά, αργότερα έμαθα πως κρατώντας το λόγο του, επέστρεψε τα χρήματα στο ακέραιο. Κάποιοι λίγοι απ’ αυτούς δεν τον γνώριζαν καν, απλά εμπιστεύτηκαν το δικό μου λόγο. Φυσικά, δεν παρέλειψα να του τονίσω τη στάση του πρώην συνεργάτη του, αλλά και κάποιων που θεωρούσε φίλους του μέχρι τότε και στην πρώτη δυσκολία αρνήθηκαν να τον συνδράμουν, έστω και με ένα συμβολικό ποσό. Το τελευταίο το έκανα όχι από θυμό, αλλά γιατί  θεωρώ πως τέτοια γεγονότα αποτελούν ευκαιρία για να ξεχωρίζει κανείς τι κρατάει και τι αφήνει. Αν μη τι άλλο, οι πραγματικοί φίλοι, σε τέτοιες δυσκολίες φαίνονται.

Όσο για μένα, όπως εξήγησα απ’ την αρχή, η συγκεκριμένη εμπειρία άφησε τα σημάδια της στη συνείδησή μου. Με οδήγησε να βγάλω μερικά συμπεράσματα που μέχρι σήμερα δεν έχω αναθεωρήσει. Πιστεύω λοιπόν, πως οι φυλακές φιλοξενούν πολλούς «Γιάννηδες Αγιάνηδες» και στη θέση τους θα άξιζε να είναι κάποιοι άλλοι που πλασάρονται ως ευυπόληπτα μέλη της κοινωνίας και αποτελούνε τους ηθικούς αυτουργούς για την κατάσταση των προηγούμενων. Έχω κι άλλα πολλά να πω, αλλά καλύτερα να περιοριστώ σ’ όσα ήδη ανέφερα. Αν λοιπόν κρίνεις πως η συγκεκριμένη ιστορία αξίζει να δημοσιοποιηθεί, δε χρειάζεται να χρησιμοποιήσεις τ’ όνομά μου, δεν αισθάνομαι ήρωας, τα αυτονόητα έπραξα. Όπως σου ξεκαθάρισα, δεν το κάνω από ματαιοδοξία, αλλά για να βγάλει ο καθένας τα δικά του συμπεράσματα. Και ποτέ δεν ξέρεις, ίσως κάποιοι αναθεωρήσουν την οπτική τους, όπως συνέβη και σε μένα. Μονάχα μια χάρη θα σου ζητήσω, κατέγραψε την ιστορία όπως ακριβώς στη διηγήθηκα, ακόμα κι αν βρεις εκφραστικά λάθη. Εξάλλου, δεν πρόκειται για μυθιστόρημα, αλλά για μια εμπειρία βγαλμένη απ’ τη ζωή».

        ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΣΗ/ ΣΥΓΓΡΑΦΗ: ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗΣ

Advertisements
Σχολιάστε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: