Skip to content

ΦΟΡΝΤΙΣΜΟΣ-ΤΕΫΛΟΡΙΣΜΟΣ:αναδιάρθρωση της εργοστασιακής παραγωγής κ η σύνδεση με την ευρύτερη γεωγραφία της ευρωπαϊκής ανάπτυξης από Δ. Κωνσταντίνου

19/07/2013

ΦΟΡΝΤΙΣΜΟΣ-ΤΕΫΛΟΡΙΣΜΟΣ:αναδιάρθρωση της εργοστασιακής παραγωγής κ η σύνδεση με την ευρύτερη γεωγραφία της ευρωπαϊκής ανάπτυξης από Δ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

ΝΤΙΕΓΚΟ ΡΙΒΙΕΡΑ

ΝΤΙΕΓΚΟ ΡΙΒΙΕΡΑ

Οι ανατρεπτικές ανακατατάξεις που έλαβαν χώρα στην Ευρώπη, κατά τη διάρκεια της Βιομηχανικής Επανάστασης και της εκβιομηχάνισης του 19ου αιώνα, κατά κύριο λόγο στις χώρες της Β.Δ. Ευρώπης, είχαν σαν αποτέλεσμα την πραγμάτωση ραγδαίων μεταβολών σε πολλά πεδία της ανθρώπινης δραστηριότητας, με βασικότερη όλων πιθανά, την ριζική μετατροπή του τρόπου παραγωγής και συνακόλουθα τις αλλαγές στο πεδίο των παραγωγικών σχέσεων. 

Άλλωστε, βασικό χαρακτηριστικό της μετάβασης της Ευρώπης στην Νεότερη Εποχή αποτελεί η ένταση της αλληλεπίδρασης μεταξύ κοινωνικο-οικονομικών συνθηκών και γεωγραφικής δομής, συγκριτικά πάντα με παλαιότερες εποχές, καθώς παρατηρείται μια επιτάχυνση των εξελίξεων σε συνδυασμό με δραστικότερες αλλαγές. (Τσάμπρα, 2008: 215)

Η ίδια η Νεωτερικότητα στην Ευρώπη είναι συνυφασμένη με τη μετάβαση στο εργοστασιακό σύστημα παραγωγής. Αποτέλεσμα του προηγούμενου γεγονότος συνιστά η επίτευξη ευρύτερων κοινωνικο- οικονομικών εξελίξεων με παράλληλη αναδιάρθρωση του ευρωπαϊκού χώρου. (Τσάμπρα, 2008: 215). Συνάμα, η έλευση της βιομηχανικής εποχής διέπεται από την κυριαρχία του ορθολογισμού, της λειτουργικότητας και της αποτελεσματικότητας, οι οποίες συνοδεύουν και στηρίζουν την αλλαγή και την εξέλιξη του σύγχρονου κόσμου (Τσάμπρα, 2008: 216). Επιπλέον, η μοντερνιστική έκφραση στον τομέα της υλικής δημιουργίας εκπορεύεται από το φορντισμό, που αποτέλεσε καινοτόμο τρόπο παραγωγής, διαμορφώνοντας τις βιομηχανικές κοινωνίες, ενώ στο πεδίο της οικονομικής μεγέθυνσης, ταυτίστηκε χρονικά με τη χρυσή εποχή του καπιταλισμού (Τσάμπρα, 2008: 217).

Ωστόσο, όπως επισημαίνει ο P.M. Hohenberg, απ’ όλες τις αλλαγές που σημάδεψαν την ευρωπαϊκή οικονομία ελάχιστες είχαν τόσο αισθητό αντίκτυπο, κατά τη μετάβαση από την αγροτική στην βιομηχανική οικονομία, όσο η μαζική αστικοποίηση, και εντούτοις αποτελεί έναν από τους τομείς που έχει δοθεί ελάχιστη προσοχή. (AldcroftVille επιμ., 2005: 343)

Όμως, πριν περάσουμε στην εξέταση των επιπτώσεων που είχε η αναδιάρθρωση του εργοστασιακού τρόπου παραγωγής για την ευρύτερη γεωγραφία της ευρωπαϊκής ανάπτυξης, θα επιχειρήσουμε να αναδείξουμε τις αλλαγές, χάρη στις οποίες επιτεύχθηκε η μεγαλύτερη παραγωγικότητα της εργασίας μέσα από το πρότυπο του φορντικού εργοστάσιου.

Όπως επισημαίνει η οικονομικός ιστορικός Ζ. Ασημακοπούλου συμβολική απαρχή του φορντισμούΤΕ'ΙΛΟΡ εκτιμάται στο 1913, έτος κατά το οποίο ο Ford εφάρμοσε την αυτοματοποιημένη συνεχή γραμμή παραγωγής για τη συναρμολόγηση του «μοντέλου Τ» αυτοκινήτου. (Ασημακοπούλου, 2008: 222). Το μοντέλο Τ έγινε σύμβολο της μαζικής παραγωγής και της εν δυνάμει μαζικής κατανάλωσης- το φορντικό σύστημα προέβλεπε την αποθήκευση των παραγόμενων προϊόντων μέχρι αυτά να πουληθούν (Λεοντίδου, 2008:103). Ενδεικτική είναι η τιμή του αυτοκινήτου που κόστιζε μόλις 360 δολάρια τη στιγμή που τα αυτοκίνητα πολυτελείας κόστιζαν 4,000 δολάρια (Ασημακοπούλου, 2008: 222). Στην πραγματικότητα, ο Ford συνδύασε με ορθολογικό και πιο αποδοτικό τρόπο τις ήδη υπάρχουσες τεχνολογίες και τον ήδη εφαρμοζόμενο καταμερισμό εργασίας (τεϋλορισμός). (Ασημακοπούλου, 2008: 222).

Πιο συγκεκριμένα, ο φορντισμός χαρακτηρίζεται από ένα συγκεκριμένο τρόπο οργάνωσης της παραγωγής βασισμένο: α) στη συνεχή γραμμή παραγωγής, β) στην τυποποίηση, γ) στη χρήση ιδιαίτερα εξειδικευμένων μηχανημάτων, δ) στη χρήση ανειδίκευτου ή λίγο εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού. Συνάμα, αναφέρεται και σε ένα πρότυπο οικονομικής ανάπτυξης βασισμένο: α) στη μαζική παραγωγή, β) στις οικονομίες κλίμακας που εξασφαλίζουν συνεχή αύξηση της παραγωγικότητας, γ) σε αυξανόμενους μισθούς έτσι ώστε να συντηρείται και να διευρύνεται η ζήτηση, δ) σε υψηλά κέρδη τα οποία επενδύονται προκειμένου να επιτευχθεί ακόμα μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα (Ασημακοπούλου, 2008: 222). Βέβαια, στα αρνητικά της επικράτησης του φορντισμού ως σύστημα παραγωγής και συσσώρευσης, και συμφωνά με τις εξελίξεις που περιγράψαμε μπορούν να καταλογιστούν, αφενός η μετάλλαξη του εργαζόμενου παραγωγού σε γρανάζι της αλυσίδας παραγωγής, αναστέλλοντας κάθε περιθώριο πρωτοβουλίας και αποστερώντας του κάθε δημιουργική διεργασία, αφετέρου η αλλοτρίωση του εργαζομένου από το προϊόν της δημιουργίας του – κάτι που ο Μαρξ είχε επισημάνει ήδη από τον 19ο αιώνα- στην οποία δύναται να αποδοθεί η αύξηση των εργατικών ατυχημάτων (Λεοντίδου, 2008: 104,105). Επιπλέον, στα χαρακτηριστικά επικράτησης του φορντισμού έχουν καταλογιστεί: α) διαίρεση της εργασίας μεταξύ τομέων σε όλες τις σφαίρες παραγωγής, β) διαίρεση του κόσμου σε χώρες αναπτυγμένες και υπανάπτυκτες, γ) άνιση ανάπτυξη σε διεθνές επίπεδο (Τσάμπρα, 2008: 221).

ΤΣΑΠΛΙΝΕξάλλου, η μαζική κατανάλωση, υπήρξε απαραίτητη προϋπόθεση της ανάπτυξης και παγίωσης του φορντισμού. Δηλαδή, απαραίτητη ήταν η ύπαρξη σταθερών αγορών, ικανών να απορροφούν τυποποιημένα προϊόντα, μαζικής παραγωγής (Τσάμπρα, 2008: 256). Η συγκεκριμένη προϋπόθεση ανέδειξε την ανάγκη δημιουργίας ενός θεσμικού πλαισίου που θα μπορούσε να ρυθμίζει τόσο την παραγωγή όσο και την κατανάλωση. Σε πρακτικό επίπεδο, η ανάπτυξη του φορντισμού βασίστηκε σ’ ένα θεσμικό πλαίσιο που περιλάμβανε: α) τη διάκριση ανάμεσα στην ιδιοκτησία και την διαχείριση των μεγάλων εταιρειών, β) τη νομιμοποίηση των εργατικών ενώσεων και των διαδικασιών συλλογικής διαπραγμάτευσης, όπως και τη σύνδεση των μισθών με την παραγωγικότητα των εργαζομένων, γ) εισοδηματικές και νομισματικές πολιτικές που εξασφάλιζαν το επίπεδο ζήτησης, το οποίο κρίνονταν αναγκαίο για την απρόσκοπτη λειτουργία της οικονομίας, δ) τη διαχείριση των συγκρούσεων ανάμεσα σε εργαζόμενους και εργοδοσία (κεφάλαιο) (Ασημακοπούλου, 2008: 256).

Ως επί το πλείστον, η ανάδειξη και ωρίμανση του φορντικού μοντέλου ως ένα διαφορετικό καθεστώς συσσώρευσης κεφαλαίου, για τη μεταπολεμική Δυτική Ευρώπη, είναι συνυφασμένη με την οικοδόμηση του κεϋνσιανού παρεμβατικού κράτους. Σύμφωνα με τον Βρετανό οικονομολόγο Τ.Μ. Κέυνς, υποχρέωση του κράτους ήταν η παρέμβαση του στην οικονομία, είτε μέσω της νομισματικής πολιτικής, είτε μέσω του προϋπολογισμού, ώστε να διορθώνει συγκυριακά οικονομικά προβλήματα. Η κρατική παρέμβαση στην αγορά όφειλε να έχει ως στόχο την τόνωση της ζήτησης, ειδικά σε περιόδους οικονομικής ύφεσης, κατά την διάρκεια των οποίων επηρεάζονται αρνητικά τόσο το επίπεδο της κατανάλωσης όσο κι εκείνο των οικονομικών επενδύσεων (Ασημακοπούλου, 2008: 256).

Κατ’ επέκταση, το κράτος μετατρέπεται σε εταίρο της οικονομικής ζωής, επενδύοντας δημόσια κεφάλαια και θέτοντας υπό τον έλεγχό του καίριους τομείς της εθνικής οικονομίας, όπως οι τομείς της ενέργειας, των μεταφορών, τις τράπεζες, τις αυτοκινητοβιομηχανίες. Απόρροια των κρατικοποιήσεων, των οικονομικών κινήτρων και των δημόσιων επενδύσεων, σύμφωνα με τον Κέϋνς, θα ήταν η εξασφάλιση της μακροπρόθεσμης οικονομικής σταθερότητας και ο έλεγχος της ανεργίας (Ασημακοπούλου, 2008: 256)

Περνώντας σε μια εξέταση των αλλαγών στην αναδιάρθρωση της εργοστασιακής παραγωγής – χάρη στην επικράτηση του φορντικού μοντέλου σε συνδυασμό με τις κεϋνσιανές οικονομικές πολιτικές – και τις επιπτώσεις που αυτή είχε στην ευρύτερη γεωγραφία της ευρωπαϊκής ανάπτυξης, οφείλουμε να επισημάνουμε αρχικά, πως πρόσφατες έρευνες δείχνουν ότι η βιομηχανική ανάπτυξη δεν ήταν αποκλειστικό προνόμιο των χωρών της Δυτικής Ευρώπης. Ωστόσο, πολλές από τις περιφερειακές περιοχές γνώρισαν οικονομική αφύπνιση κατά τον 19ο αι., εν μέρει ως αποτέλεσμα της διείσδυσης δυτικών συμφερόντων, ενώ «ο σύγχρονος καπιταλισμός είχε συχνά τη μορφή μιας ή δύο νησίδων μέσα σε ένα πέλαγος καθυστέρησης» (Μανδυλαρά, 2008: 54). Μόνο οι δυτικές επαρχίες της Αυστροουγγρικής μοναρχίας συμβάδιζαν, κατά κάποιο τρόπο, με τις εξελίξεις στη Δυτική Ευρώπη. Τα αγροτικά συστήματα ιδίως [κυρίως της περιφερειακής Ευρώπης], μολονότι δεν παρέμεναν στάσιμα, εξακολουθούσαν να βρίσκονται σε καθυστέρηση1 (Μανδυλαρά, 2008: 54).

Ήδη από το έτος 1914, δηλαδή σχεδόν την ίδια περίοδο με τη συμβολική απαρχή του φορντισμού, στην Ευρώπη είχαν αναπτυχθεί αστικά συγκροτήματα, που σε μερικές περιπτώσεις, αν και όχι πάντοτε απαραίτητα, τον πυρήνα τους αποτελούσε κάποια πόλη, όπου στέγαζαν πάνω από ένα εκατομμύριο κατοίκους, και πιθανά μέχρι και μερικά εκατομμύρια σε κάποιες περιπτώσεις. Οι συγκεντρώσεις αυτού του πληθυσμού συνδέονταν με τη βιομηχανία, τα μεταλλεία και τα ορυχεία. Τέτοιες περιοχές αποτελούν, η λεκάνη του Ρουρ, επίσης η έκταση που κυμαίνονταν από το Λάνγκασιρ έως το Ταϊνσάιντ στη Βρετανία και στο Ντονέτς στη Ν. Ρωσία. Τα βιομηχανικά αστικά συγκροτήματα των περιοχών που αναφέραμε είχαν ποικιλία δυναμικών δραστηριότητων Παράλληλα, υπήρχαν οι μεγάλες μητροπόλεις, πρωτεύουσες χωρών, όπου λειτουργούσαν σα χρηματοοικονομικά και εμπορικά κέντρα (AldcroftVille επιμ., 2005: 353). Η «ισορροπία» ταιριάζει και στην περίπτωση των Κάτω Χωρών και της Ελβετίας, όπου οι υψηλού επιπέδου αστικές λειτουργίες κατανέμονταν σε αρκετές πόλεις μέτριου μεγέθους. Σε αντίθεση με τη Γαλλία, όπου παρατηρούνταν συσσώρευση λειτουργιών στην πρωτεύουσα (AldcroftVille επιμ., 2005: 353).

Στην Κεντρική Ευρώπη, η αστική ανάπτυξη υπήρξε σημαντική, με τη βιομηχανία να επιδεικνύει την τάση συγκέντρωσης στις μεγαλύτερες και αρχαιότερες πόλεις, περισσότερο από τη Δ. Ευρώπη. Εξάλλου, τα αστικά συγκροτήματα του Ρουρ και της Σαξονίας βασισμένα στα κοιτάσματα γαιάνθρακα, ξεχώριζαν, όπως και το Βερολίνο και η Βιέννη, που επεκτείνονταν με ταχείς ρυθμούς δίχως συνάμα να ανατρέπεται η ισορροπία της γερμανικής αστικής ανάπτυξης. Ισορροπία που δεν διέκρινε τη Βρετανία, παρά την πρώιμη εκβιομηχάνισή της (AldcroftVille επιμ., 2005: 353) ή ίσως γι’ αυτό;ΦΟΡΝΤ

Εκείνη που μέχρι το 1914 παρουσίαζε τις λιγότερο έντονες αλλαγές ήταν η περιοχή της Νοτίου Ευρώπης. Μολονότι υπήρχαν πόλεις όπως το Μιλάνο, η Βαρκελώνη, το Τορίνο, η Μασσαλία, όπως και πρωτεύουσες που μεγάλωναν. Ωστόσο, ακόμα και τα μεγάλα λιμάνια και οι εμπορικές πόλεις της Νότιας Ευρώπης δεν μπορούσαν να συγκριθούν με τις εκβιομηχανιζόμενες πόλεις της Β.Δ. Ευρώπης (AldcroftVille επιμ., 2005: 353, 354). Εξάλλου, η ανισομερής ανάπτυξη και η διαίρεση του κόσμου σε αναπτυγμένες περιοχές και μη, κατατάσσει τις χώρες της Μεσογείου και της Νοτίου Ευρώπης σε ένα ενδιάμεση κατάσταση περιφερειακού φορντισμού (Μολυβά, 2008: 224)

Επιπλέον, μια προσπάθεια ερμηνείας της αιτίας εμφάνισης των νέων βιομηχανικών αστικών συγκροτημάτων, ήδη από τον 19ο αιώνα φαίνεται να αποτελεί η αντικατάσταση της υδάτινης ενέργειας από τον ατμό, καθώς παρουσιάστηκε εύλογη μετατόπιση των βιομηχανικών μονάδων σε ανθρακοφόρες περιοχές. Το γεγονός επέδρασε στην ανάδειξη νέων αστικών κέντρων και τη μετανάστευση προς αυτές για λόγους εξεύρεσης εργασίας. Οι ανθρακοφόρες περιοχές και τα λιμάνια μετατράπηκαν σε βιομηχανικά κέντρα του 19ου αιώνα και στην πορεία, η ανάπτυξη αγορών των καταναλωτικών κέντρων, αποτέλεσαν αιτία προσέλκυσης πολλών παραγωγικών κλάδων (Τσάμπρα, 2008: 218). Ταυτόχρονα, ως επιπτώσεις των οικονομικών μετασχηματισμών στο χώρο δύναται να εκληφθούν, από τη μία το άνοιγμα νέων εμπορικών δρόμων και, από την άλλη η δημιουργία νέων ευρωπαϊκών λιμανιών στον Ατλαντικό (Ιβηρική, Κάτω Χώρες, Βόρεια Θάλασσα) (Τσάμπρα, 2008: 216)

Οι συνθήκες που περιγράψαμε, επέφεραν σε αρκετές περιπτώσεις την αναδιάρθρωση και το μετασχηματισμό των πόλεων του αναπτυγμένου κόσμου, ενώ σύγχρονοι γεωγράφοι εντοπίζουν «κύκλους ζωής» των πόλεων, από την εποχή της Βιομηχανικής .Επανάστασης (Τσάμπρα, 2008:218).

Τον 19ο αι., οι πυρήνες των βορειοευρωπαϊκών πόλεων αποτέλεσαν το κέντρο της βιομηχανικής ανάπτυξης. Αντίστοιχα, λίγα χρόνια αργότερα, στις μεσογειακές περιοχές αναπτύχθηκαν τα λαϊκά προάστια. Ενώ στην Ελλάδα, οι βιομηχανίες εξαπλώθηκαν, από το 19ο αιώνα γύρω από το δρόμο που συνέδεε Αθήνα και Πειραιά και την πρώτη σιδηροδρομική γραμμή που ένωνε την Αθήνα με το επίνειό της (Τσάμπρα, 2008:218)

Αποτέλεσμα των διεργασιών στο βιομηχανικό τομέα ήταν η διαμόρφωση μιας νέας γεωγραφίας, χάρη στη μετακίνηση και την εγκατάσταση των παραγωγικών μονάδων. Επιπλέον χαρακτηριστικό αποτέλεσε η άνιση ανάπτυξη καθ’ όλο το 19ο αιώνα (Τσάμπρα, 2008:219). Χαρακτηριστικά της παραγωγής και της ανάπτυξης αποτελούν η ασυνέχεια και η ανισομέρεια τόσο στο χώρο, όσο και στο χρόνο.

Έτσι, κατά τη μετάβαση στο βιομηχανικό καπιταλιστικό σύστημα, έχουμε περιοχές που αναπτύσσονται με ταχύτατους ρυθμούς και διαχέουν την τεχνολογία τους σε άλλα μέρη. Επίκεντρο αποτελεί η Βρετανία και άλλα μέρη της Κεντρικής Ευρώπης. Ωστόσο, μεγάλο τμήμα της ηπείρου, όπως προαναφέρθηκε, κυρίως σε Νότια & Ανατολική Ευρώπη, δεν ακολούθησε τη συγκεκριμένη πρόοδο ή η εξέλιξη υπήρξε εξαιρετικά αργή (Τσάμπρα, 2008:219).

Κατά συνέπεια, ταυτόχρονα με την εμφάνιση του φορντικού μοντέλου παραγωγής και συσσώρευσης, στην Ευρώπη εμφανίζεται μια ζώνη πολύ υψηλού πληθυσμού που αποτελούσε η περιοχή από τη Β. Βρετανία έως την Αν. Γερμανία και συμπληρώνονταν από μια δεύτερη που κάλυπτε σχεδόν όλη την Ιταλία. Ωστόσο, οι παραπάνω περιοχές διακόπτονταν ή περικλείονταν από άλλες με μικρότερο πληθυσμό της λεγόμενης «περιφερειακής» Ευρώπης (Pounds, 2001: 277).

Ο Pounds διακρίνει 2 είδη πυκνού πληθυσμού: α) αυτόν ανάμεσα στο Ρουρ, στο κεντρικό Βέλγιο και τα WestMidlands στη Βρετανία, όπου ο πληθυσμός απασχολούνταν κυρίως στις κατασκευές και στις υπηρεσίες και β) σε περιοχές όπως η Σικελία, η Β.Δ. Ισπανία και η αυστριακή Γαλικία όπου ο πυκνός πληθυσμός απασχολούνταν με καλλιέργεια, κυρίως μικρών ιδιοκτησιών και ζούσε υπό συνθήκες σχεδόν απόλυτης ένδειας (Pounds, 2001:277-278)

Άξιο επισήμανσης είναι, πως τη συγκεκριμένη περίοδο, στην Ευρώπη λαμβάνει χώρα μιας θεμελιώδους σημασίας διάκριση, καθώς μοιάζει να διαιρείται ανάμεσα στις περιοχές όπου είχε συντελεστεί η μετάβαση στους χαμηλούς δείκτες γεννήσεων και θανάτου και στις περιοχές που η συγκεκριμένη «δημογραφική μετάβαση» δεν είχε συντελεστεί και διατηρούνταν οι υψηλοί ρυθμοί.

Τη δεύτερη περίπτωση που συνιστούσε το προβιομηχανικό τύπο ανάπτυξης εντοπίζουμε στην Νότια και Ανατολική Ευρώπη. Η Κεντρική Ευρώπη έμοιαζε να είναι σε ένα ενδιάμεσο στάδιο με μείωση του ρυθμού θανάτου αλλά με ακόμα αυξημένες γεννήσεις. Ενώ η Β.Δ Ευρώπη μαζί με τη Σουηδία και την Ελβετία, συνιστούσαν τις περιοχές που η μετάβαση είχε συντελεστεί (Pounds, 2001:279-280)

Όσον αφορά την πρώτη ζώνη πυκνού πληθυσμού, με τη στροφή στο βιομηχανικό τύπο ανάπτυξης, σημαντικό χαρακτηριστικό του αστικού χάρτη αποτελούσε η συνένωση πόλεων και κωμοπόλεων και ο σχηματισμός τεράστιων πολεοδομικών συγκροτημάτων. Τέτοια συγκροτήματα απαντώνται τόσο στη Βρετανία (WestMidlands, Lancashire, WestRiding, Λονδίνο), όσο και στην ηπειρωτική Ευρώπη από τη Β. Γαλλία έως το ανατολικό άκρο της ανθρακοφόρας περιοχής του Ρουρ. Συνάμα, ο πληθυσμός ενός μεγάλου αριθμού κωμοπόλεων απασχολούνταν στη βιομηχανία και στα ανθρακωρυχεία, ενώ οι μικρότερες σε μέγεθος απορροφούνταν από τις μεγαλύτερες, κυρίως για διοικητικούς σκοπούς. Άλλα τέτοια συγκροτήματα συναντάμε στην Άνω Σιλεσία, στις ευρύτερες περιοχές του Βερολίνου και του Παρισιού, και Λυών- Σεντ Ετιέν στη Γαλλία. Σε όλες αυτές τις περιοχές βασικό χαρακτηριστικό αποτελούσε η εξάπλωση των μεγάλων πόλεων προς την ύπαιθρο και η ταυτόχρονη απορρόφηση κωμοπόλεων και βιομηχανικών χωριών (Pounds, 2001:.282). Απόρροια της σύνδεσης της εμφάνισης των τεράστιων βιομηχανικών αστικών συγκροτημάτων με την επιβολή του φορντικού μοντέλου συσσώρευσης και παραγωγής, αποτελεί και η εμφάνιση ογκωδών εργοστασιακών μονάδων περιτριγυρισμένων από εξίσου μεγάλες εργατικές συνοικίες, όπου κατοικούσε η εργατική τάξη (Μολυβά, 2008: 224)

Ειδικότερα μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, αναδείχτηκε η επιτακτική ανάγκη της οικονομικής προόδου & ευημερίας, με αποτέλεσμα την ανάδειξη της επίτευξης οικονομικής ανάπτυξης σε πρωτεύοντα στόχο (Λεοντίδου, 2008:104). Η υλοποίηση του συγκεκριμένου στόχου βασίστηκε: α) στη διαθεσιμότητα μεγάλου εργατικού δυναμικού, ενισχυμένου από μεταναστεύσεις από τις χώρες της μεσογειακής Ευρώπης, β) επαρκή κεφαλαιικά αποθέματα (καίριας σημασίας τα κονδύλια του σχεδίου Μάρσαλ), γ) στην παρεμβατική κυβερνητική πολιτική, με έλεγχο του τραπεζικού συστήματος και των επενδύσεων, στην επιβολή της εξοικονόμησης πόρων και στη συμπίεση της κατανάλωσης προς όφελος της οικονομικής ανάπτυξης. (Γαγανάκης, 1999: 316).

Ο οικονομολόγοςΤζων Μέυναρντ Κέυνς

Ο οικονομολόγοςΤζων Μέυναρντ Κέυνς

Άλλωστε, ένα σημαίνων χαρακτηριστικό που χρήζει προσοχής, αποτελεί το γεγονός ότι προοδευτικά, ο ευρωπαϊκός πληθυσμός εγκατέλειπε τη γεωργική απασχόληση, στην οποία απασχολούνταν πλέον λιγότερο από το μισό του ενεργού πληθυσμού (Pounds, 2001:.280). Έτσι κατά την περίοδο μεταξύ 1945-1980 παρατηρείται ραγδαία συρρίκνωση των αγροτικών πληθυσμών, σε αρμονία με την κατακόρυφη άνοδο της αγροτικής παραγωγής. Εδώ ίσως το σημαντικότερο παράδειγμα αποτελεί η Νότιος Ευρώπη. Στις αρχές της δεκαετίας του 80’ οι αγρότες στην Ισπανία και την Πορτογαλία αντιπροσώπευαν το 14,5% & 17,6% συγκριτικά με τις αρχές του 50, όπου το αντίστοιχο ποσοστό ανέρχονταν στο 50%. Παρόμοιες εξελίξεις διαδραματίστηκαν σε χώρες με παραδοσιακά μεγάλους πληθυσμούς, όπως η Ρουμανία, η Πολωνία, η Γιουγκοσλαβία και η Ελλάδα, στις οποίες το συνολικό εργατικό δυναμικό μειώθηκε περίπου στο ένα τρίτο. Οι συγκεκριμένες εξελίξεις μπορούν να αποδοθούν κυρίως στην τεχνολογική επανάσταση που συντελέστηκε στη γεωργία, αλλά και στη μαζικοποίηση της δευτεροβάθμιας και ιδιαίτερα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (Γαγανάκης, 1999:318).

Συμπερασματικά μπορούμε να αναφέρουμε πως η επιτακτική ανάγκη για άμεση ανασυγκρότηση που προκάλεσε ο ορυμαγδός του Β’ Παγκόσμιου Πόλεμου, ευνόησε ένα μοντέλο ανάπτυξης και συσσώρευσης το οποίο προέβλεπε εκτός των άλλων, την μαζική παραγωγή και τη διαρκή αύξηση της παραγωγικότητας, οι οποίες όμως ήταν συνδεδεμένες με την αύξηση των μισθών, ώστε να εξασφαλίζεται η κατανάλωση. Καθώς η κατανάλωση με τη σειρά της κρίνονταν απαραίτητη προϋπόθεση για τη σταθερότητα της αγοράς. Παράλληλα, δημιουργήθηκαν τεράστιες βιομηχανικές ζώνες, όπου η παραγωγή συντελούνταν σε αναλόγου μεγέθους εργοστασιακές μονάδες, Το συγκεκριμένο μοντέλο συνδέθηκε με τη λεγόμενη «χρυσή εποχή» του καπιταλισμού, μιας και η ανεργία κυμάνθηκε σε ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα και η Ευρώπη γνώρισε μια πρωτόγνωρη περίοδο ανάπτυξης.

Βέβαια, στα συγκεκριμένα επιτεύγματα συνέβαλαν και παράγοντες στους οποίους δεν αναφερθήκαμε, καθώς το εύρος και το θέμα της εργασίας δεν επέτρεπαν την ανάπτυξή τους, όπως η ύπαρξη του ανταγωνιστικού μοντέλου ανάπτυξης της Ανατολικής Ευρώπης με επίκεντρο την Ε.Σ..Σ.Δ.. Με όποιο ρόλο αυτό διαδραμάτισε στις δυτικές προνοιακές πολιτικές, υπό την ανησυχία επέκτασής του. Επιπλέον όμως, ένα ακόμα ζήτημα που χρήζει προβληματισμού είναι πως μέσα από το φορντισμό αναδείχτηκε το πρότυπο ανθρώπου εξαρτήματος της μηχανής, ως μονοδιάστατο ον με ορθολογική [οικονομική] συμπεριφορά και περιορισμένα περιθώρια δημιουργικής πρωτοβουλίας στην παραγωγική διαδικασία (Λεοντίδου, 2008: 104). Βασικός στόχος του οικονομικού ανθρώπου της συγκεκριμένης ιστορικής περιόδου αποτέλεσε η άκρατη μεγιστοποίηση των οικονομικών μεγεθών, όπως αυτός του κέρδους και η ελαχιστοποίηση των απωλειών (Λεοντίδου, 2008: 104).

Η κρίση και η αναθεώρηση των αρχών του Κεϋνσιανισμού-φορντισμού θα επέλθει κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 20ου αιώνα, χάρη σε παράγοντες όπως οι πετρελαϊκές κρίσεις της δεκαετίας του 70’, η εμφάνιση του στασιμοπληθωρισμού (οικονομική στασιμότητα και ψηλός πληθωρισμός), η αποβιομηχάνιση μεγάλους μέρους των ευρωπαϊκών βιομηχανικών δυνάμεων και η εμφάνιση δομικής ανεργίας. Προβλήματα στα οποία οι κεϋνσιανές πολιτικές δεν φαίνονταν να μπορέσουν να προσφέρουν λύση. (Ασημακοπούλου, 2008: 258,259). Στο εξής, οι λύσεις θα αναζητηθούν στην επικράτηση του νεοφιλελευθερισμού και συνάμα στην εμφάνιση του φαινομένου της παγκοσμιοποίησης των αγορών, η οποία θα ανοίξει νέες πρωτόγνωρες προοπτικές αλλά συνάμα θα γεννήσει ενδοιασμούς και προβληματισμούς, σε ποικίλα ζητήματα, μεταξύ των οποίων αν τελικά η ελεύθερη αγορά αποτελεί πανάκεια σε όλα τα προβλήματα, αλλά και στην ανάδειξης μια πρωτόγνωρης γεωπoλιτικής, που σε μια απαισιόδοξη προσέγγιση, ο Ιγνάτσιο Ραμονέ έχει χαρακτηρίσει ως την Γεωπολιτική του Χάους (Ραμονέ, 1997).

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. AldcroftDVilleS. επιμ., Η Ευρωπαϊκή Οικονομία 1750-1914, εκδ. Αλεξάνδρεια, μτφρ. Ν. Σταματάκης, Αθήνα 2005

  2. PoundsN.J.G, Ιστορική Γεωγραφία της Ευρώπης τ. Β’, Εκδ. ΕΑΠ, Πάτρα 2001

  3. Ραμονέ Ι, Γεωπολιτική του Χάους, , εκδ. Πόλις, μτφρ. Τσερεζόλε Ε, Αθήνα 1997

  4. Ασημακοπούλου Ζ, Κοινωνική & Οικονομική Ιστορία της Ευρώπης, Εκδ. ΕΑΠ, Πάτρα 2008

  5. Γαγανάκης Κ., Κοινωνική & Οικονομική Ιστορία της Ευρώπης, Εκδ. ΕΑΠ, Πάτρα 1999

  6. Λεοντίδου Λ., Αγεωγράφητος Χώρα, Εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2008

  7. Μανδυλαρά Α, Κοινωνική & Οικονομική Ιστορία της Ευρώπης, Εκδ. ΕΑΠ, Πάτρα 2008

  8. Τσάμπρα, Γεωγραφίες, Τεχνολογία & Υλικός Πολιτισμός, Εκδ. ΕΑΠ., Πάτρα 2008

1 Εδώ κρίνεται σκόπιμο να κάνουμε μια σύντομη έστω αναφορά στο έργο του Febre της γαλλικής ιστοριογραφικής σχολής των Annales, στο οποίο παρουσιάζει ομοιότητες με τις γαλλικές & γερμανικές απόπειρες να γραφτεί μια ενιαία Κοινωνική & Οικονομική Ιστορία μιας συγκεκριμένης γεωγραφικής περιοχής, που δε θα αγνοεί τις πολιτικές όψεις. Η γεωγραφία έχει μια σημαντική θέση στην Ιστορία των Annales, αλλά είναι μια «ανθρωπογεωγραφία» που έχει επίγνωση της αλληλεπίδρασης μεταξύ πολιτισμού και φυσικού χώρου. Για τους προηγούμενος λόγους αρκετοί ιστορικοί έχουν υιοθετήσει μια «αγνωστικιστική» άποψη του ζητήματος – μέχρι του σημείου να πιστεύουν ότι δεν υπήρχε ένα μοναδικό πρότυπο οικονομικής μεγένθυνσης ή ένα μοναδικό υπόδειγμα ανάπτυξης για όλες τις αναπτυξιακές τροχιές, ούτε κάποια αποφασιστικά χαρακτηριστικά, που να οδηγούν είτε σε μια ισόρροπη είτε σε μια ανισόρροπη ανάπτυξη. Η οικονομική μεγέθυνση θεωρείται ως μια επεκτεινόμενη και άνιση διαδικασία που ελάχιστα σεβάστηκε το χρόνο και το χώρο. (Μανδυλαρά, 2008: 54)

 Δ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Advertisements
2 Σχόλια
  1. Reblogged this on ΙΣΤΟΡΙΑ-ΤΕΧΝΕΣ-ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ.

    Μου αρέσει!

Trackbacks & Pingbacks

  1. ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΗΝ ΝΕΟΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΗ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗ | ΙΣΤΟΡΙΑ-ΤΕΧΝΕΣ-ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: