Skip to content

Η ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΑΛΛΗΛΕΠΙΔΡΑΣΗ ΣΤΗ ΣΧΕΣΗ (ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΟΥ) ΤΟΠΟΥ-ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΣΤΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ (ΕΛΛΑΔΑ-ΡΩΜΗ) από Δ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΊΝΟΥ

19/07/2013

Η ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΑΛΛΗΛΕΠΙΔΡΑΣΗ ΣΤΗ ΣΧΕΣΗ (ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΟΥ) ΤΟΠΟΥ-ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΣΤΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ (ΕΛΛΑΔΑ-ΡΩΜΗ) από Δ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΊΝΟΥ

Στόχο της παρούσας εργασίας αποτελεί αφενός η κατάδειξη βασικών αντιλήψεων αρχαίων ευρωπαϊκών πολιτισμών για τη φύση και το χώρο, και αφετέρου πως οι συγκεκριμένες αντιλήψεις επηρέασαν τη δράση των ανθρώπων σε σχέση με το περιβάλλον και τον υλικό κόσμο. Άλλωστε, από τη στιγμή που ο άνθρωπος επέλεξε συγκεκριμένο χώρο διαβίωσης, μοιάζει να αναδεικνύεται μια διαλεκτική σχέση αλληλεπίδρασης με το περιβάλλον. Δηλαδή, από τη μια ο άνθρωπος γίνεται δέκτης των περιβαντολογικών επιδράσεων, από την άλλη έχοντας εγκολπώσει τις όποιες επιρροές, γίνεται ο ίδιος δρών διαμορφωτής του χώρου όπου επιβιώνει.

ΟΙ ΚΤΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ κ' Η ΕΞΑΓΩΓΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

ΟΙ ΚΤΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ κ’ Η ΕΞΑΓΩΓΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Εδώ κρίνεται σκόπιμο να προβούμε σε δύο διασαφηνίσεις. Η πρώτη έχει να κάνει με τη διαφορετική αίσθηση από τη δική μας, που είχαν οι αρχαίοι λαοί για το τοπίο, τον τόπο το χώρο και τη φύση (Λεοντίδου, 2008: 32). Η δεύτερη αφορά την εννοιολογική απόδοση του όρου Ευρώπη, καθώς τα σύνορα της δεν υπήρξαν καθόλου αυτονόητα, όπως σε ηπείρους σαν την Αφρική και την Αυστραλία. Στην ευρωπαϊκή ήπειρο, ανάλογα με την εποχή, το «κέντρο βάρους» μετατοπίζονταν ή διευρύνονταν, για να συμπεριλάβει τόπους και να αποκλείσει άλλους. Έτσι κατά την αρχαιότητα, η Ευρώπη εστιάζονταν κατά κύριο λόγο στη μεσογειακή λεκάνη, συμπεριλαμβάνοντας περιοχές όπως η βόρεια Αφρική και πολιτισμούς όπως ο αρχαίος αιγυπτιακός. (Λεοντίδου, 2008: 58). Ωστόσο, με βάση ακόμα και τα σημερινά γεωγραφικά σύνορα,  η μεσογειακή λεκάνη ήταν αυτή που ανέδειξε του πρώτους αστικούς πολιτισμούς, με τον ελληνικό και μετέπειτα το ρωμαϊκό να αποτελούν βασικά σημεία αναφοράς αλλά και διερεύνησης, την οποία θα επιχειρήσουμε.

Περνώντας στην εξέταση του ελλαδικού χώρου, από φυσική άποψη, η ύπαρξη φτωχών και ορεινών εδαφών, επέβαλαν στους Έλληνες την επιστράτευση της φαντασίας και της ικανότητάς τους, ώστε να γίνουν καλλιεργήσιμα χάρη στη δημιουργία αναβαθμίδων (Pounds,  2001: 36,60). Η έλλειψη μια γενναιόδωρης φύσης και τα διαβρωμένα λόγω αποψίλωσης εδάφη, που ο Πλάτωνας παρομοιάζει με σκελετό αρρώστου (Pounds,  2001: 36,38), μάλλον δημιουργούν περισσότερα ερωτήματα παρά δίνουν απαντήσεις, στο γιατί στο συγκεκριμένο χώρο άνθησε τέτοιος πολιτισμός. Βέβαια, παρόμοιοι προβληματισμοί πρέπει να είχαν τεθεί ήδη από την αρχαιότητα, με τον Ηρόδοτο να υποστηρίζει πως «οι μαλθακές χώρες ανέθρεψαν […] μαλθακούς ανθρώπους, και τον Ιπποκράτη να συσχετίζει το ηθικό και το θάρρος με τις εποχές και τη θερμοκρασία (Pounds,  2001: 25,26).

Όμως, ο περιβαντολογικός ντετερμινισμός δεν δίνει από μόνος του μια συνολική απάντηση, καθώς η επίδραση του περιβάλλοντος μπορεί να αναγνωστεί αμφίσημα, τόσο ως αξιοποιήσιμος όσο και ως περιοριστικός παράγοντας (Pounds,  2001: 26). Άλλωστε, την αλληλοδιαπλοκή και την πολυπλοκότητα διαφόρων παραμέτρων αναδεικνύει

ΟΙ ΦΟΙΝΙΚΕΣ ΕΠΙΔΟΘΗΚΑΝ ΣΤΟ ΕΜΠΟΡΙΟ

ΟΙ ΦΟΙΝΙΚΕΣ ΕΠΙΔΟΘΗΚΑΝ ΣΤΟ ΕΜΠΟΡΙΟ

και μια απλή σύγκριση του αστικού φοινικιού πολιτισμού με εκείνους βορειότερα των Άλπεων. Ο πρώτος, χτίζοντας παραθαλάσσιες πόλεις, όπως η Καρχηδόνα, ανάπτυξε το εμπόριο λόγω (και) της φτώχειας των εδαφών της. Αντίθετα, τόσο οι Κέλτες όσο και τα Γερμανικά φύλα βορειότερα, αν και συνάντησαν ευφορότερα εδάφη, παρέμειναν σε μεγάλο βαθμό νομαδικοί λαοί, όπως νομαδική υπήρξε και η γεωργία τους (Pounds,  2001: 51, 57, 60-61). Ενδεικτικό είναι επίσης το γεγονός, πως ενώ οι Κέλτες κατασκεύαζαν οχυρωματικά έργα στο μέγεθος των ελληνικών πόλεων, τα οποία αποτελούσαν και πολιτικά, διοικητικά και θρησκευτικά κέντρα, όπου διέμεναν ο βασιλιάς και το κυρίαρχο στρώμα των πολεμιστών, δεν επιδόθηκαν στην κατασκευή δημόσιων κτιρίων (Pounds,  2001: 52-53), που όπως θα δούμε  στη συνέχεια, συνέβη σε Ελλάδα και Ρώμη.

Επιστρέφοντας στην αρχαία Ελλάδα, οι γεωγραφικές αναπαραστάσεις φαίνεται πως αποτελούσαν συγκερασμό του γνωστού με το άγνωστο, του πραγματικού με το φαντασιωσικό, του φυσικού με το υπερφυσικό ή υπερβατικό (Λεοντίδου, 2008: 37). Από αυτήν την άποψη, σημαίνοντα ρόλο για την ελληνική πραγματικότητα, κατέχει η ομηρική κληρονομιά, στην οποία κεντρικό στοιχείο αποτελεί ο ωκεανός. Στην Οδύσσεια, η γη αναπαρίσταται ως επίπεδος δίσκος έχοντας δύο πλευρές, τη φωτεινή και τη σκοτεινή, ενώ περιτριγυρίζεται από νερό, το οποίο πραγματοποιεί αέναη κυκλική κίνηση. Ο Θαλής ο Μιλήσιος, ένας από τους εφτά σοφούς της αρχαιότητας, υιοθετεί την ομηρική ποιητική φαντασία και την εισάγει στην φιλοσοφία και την επιστήμη της εποχής. Γι’ αυτόν, το υγρό στοιχείο αποτελεί γενεσιουργό αιτία του κόσμου και η γη (σε σχήμα δίσκου) επιπλέει σ’ αυτό (Λεοντίδου, 2008: 37, 41).

Στην πραγματικότητα, η θάλασσα ήταν στενά συνδεδεμένη με τη ζωή των ελληνικών πόλεων και των αποικιών τους, καθώς χτίζονταν σε τόπο που είχε άμεση πρόσβαση  σ’ αυτήν (Pounds 2001: 48-49). Το συγκεκριμένο γεγονός δε εξυπηρετούσε μόνο την εύκολη μετακίνηση, τις μεταφορές και το εμπόριο, αλλά φαίνεται πως ευνοούσε και «το πνεύμα εξερεύνησης, γεωγραφικής και επιστημονικής» (Λεοντίδου 2008: 37).

Πέρα όμως από το υγρό στοιχείο και την καταλυτική επιρροή του τόσο σε φαντασιωσικό, όσο και σε επίπεδο δράσης, την ίδια μεγάλη σημασία μοιάζει να κατέχει και η ίδια η πόλη (Λεοντίδου 2008: 58). Η επιλογή του τόπου δόμησης ήταν συνήθως σε ύψωμα και μαζί με την περιτείχιση, αποτελούσαν παράγοντες προστασίας. Καθώς η απουσία δασών και άλλης φυσικής προστασίας, καθιστούσαν το μεσογειακό χώρο εύκολο στόχο για λεηλασίες (Pounds,  2001: 33,48). Συνήθως, στην κορυφή δέσποζε η Ακρόπολη, που αποτελούσε και θρησκευτικό κέντρο, ενώ στην πόλη βρίσκονται οι υπόλοιποι δημόσιοι χώροι συνάθροισης και λήψης αποφάσεων. Στις παρυφές συγκεντρώνεται η παραγωγική δραστηριότητα, ενταγμένη σε κατοικίες (Πετροπούλου, 2008: 242).

Εξάλλου, εκτός των αμυντικών κριτηρίων, η ανάπτυξη της πόλης- κράτους, δείχνει – όπως υποστηρίζει και ο Αριστοτέλης- να

ΜΙΑ ΑΠΟΨΗ ΤΩΝ ΠΟΛΕΩΝ-ΚΡΑΤΩΝ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΕΠΙΚΡΑΤΗΣΗ ΤΩΝ ΜΑΚΕΔΟΝΩΝ κ' ΤΗΝ ΕΝΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΕΛΛΑΔΙΚΟΥ ΧΩΡΟΥ

ΜΙΑ ΑΠΟΨΗ ΤΩΝ ΠΟΛΕΩΝ-ΚΡΑΤΩΝ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΕΠΙΚΡΑΤΗΣΗ ΤΩΝ ΜΑΚΕΔΟΝΩΝ κ’ ΤΗΝ ΕΝΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΕΛΛΑΔΙΚΟΥ ΧΩΡΟΥ

βρίσκεται σε οργανική σύνδεση με τη φύση (Λεοντίδου 2008: 53). Ενδεικτικό είναι πως η πόλη δεν έχει μη προσβάσιμα σημεία για τους πολίτες, ενώ η έμφαση στην αρχιτεκτονική δίνεται στα δημόσια κτίρια, για τα οποία καταβάλλεται προσπάθεια ώστε να βρίσκονται σε αρμονία με το περιβάλλον. Ειδικότερα δε, στις δημοκρατικές πόλεις, σε αντίθεση με εκείνες που είχαν βασιλικό πολίτευμα, οι κατοικίες των αντιπροσώπων δεν αποτελούσαν εξεζητημένους τόπους διαμονής (Πετροπούλου 2008: 241-242). Επιπλέον, τα δημόσια κτίρια εξυπηρετούσαν μια διττή αποστολή, από τη μια σε συμβολικό επίπεδο προσέδιδαν κύρος στην πόλη, και από την άλλη όφειλαν να είναι χρηστικά για συζητήσεις και συναναστροφές. Η τελευταία παράμετρος αποτελεί προέκταση της σημασίας που δίνονταν στη δημόσια ζωή, σε έντονη αντίθεση με τον ιδιωτικό βίο που διάγονταν σε λιτές κατοικίες (Pounds,  2001: 56-57).

Στον χώρο της Μακεδονίας, φαίνεται πως συντελείται η μετάβαση από την πόλη- κράτος στην πόλη- πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας (Πετροπούλου, 2008: 44), και το πέρασμα αρχικά σε ομοσπονδία και αργότερα σε μοναρχία (Pounds,  2001: 44). Σε αντιδιαστολή με την πόλη κράτος και την εξάπλωση του πολιτισμού της μέσω πολιτικά και διοικητικά αυτόνομων αποικιών, το εδαφικό κράτος μεγάλωνε την επιρροή και την επικράτεια του μέσω αλυσιδωτών κατακτήσεων (Pounds,  2001: 69). Ωστόσο, η δημιουργία της μακεδονικής πόλης- πρωτεύουσας, δε σήμανε τη χάραξη συνόρων μεταξύ διαφορετικών εθνών, ενώ συνάμα διατηρήθηκε η σημασία των τειχών της πόλης- κράτους (Λεοντίδου 2008: 46). Την ίδια περίοδο, το πνεύμα εξερεύνησης του Αριστοτέλη, που δεν εξαντλείται μόνο στα επίγεια πράγματα, αλλά περνά και στη διερεύνηση του υπερσελήνειου σύμπαντος (Lindberg 1997: 78), μεταλαμπαδεύεται στο μαθητή του Αλέξανδρο, του οποίου η εκστρατεία – εκτός από κατακτητικό χαρακτήρα – έχει έντονη εξερευνητική διάθεση. Εξάλλου, επηρεασμένοι από τις αριστοτελικές αντιλήψεις είναι και οι δύο θαλασσοπόροι: Νέαρχος ο Κρης και Πυθέας ο Μασσαλιώτης, οι οποίοι εξερευνούν τον κόσμο σε ανατολή και δύση αντίστοιχα  (Λεοντίδου 2008: 47).

Όπως θα δούμε στη συνέχεια, τα παραπάνω χαρακτηριστικά, όπως η συνύπαρξη της έννοιας της αυτοκρατορίας με το θεσμό της πόλης- κράτους, η κατακτητική διάθεση, η προσπάθεια αφομοίωσης των διάφορων λαών αντί της χωροταξικής διαίρεσης κ.α., αποτέλεσαν γνωρίσματα και της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Βέβαια, η τελευταία προέκτεινε τις περισσότερες δράσεις της σε μέγιστο βαθμό, στον οποίο πιθανά να οφείλονται η διάθεση και οι επιδόσεις των Ρωμαίων, στους τομείς της οργάνωσης και της διοίκησης (Pounds,  2001: 43).

ΑΡΧΑΙΑ ΡΩΜΗ ΑΠΟ ΠΟΛΗ ΚΡΑΤΟΣ ΣΕ ΑΧΑΝΗ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ

ΑΡΧΑΙΑ ΡΩΜΗ ΑΠΟ ΠΟΛΗ ΚΡΑΤΟΣ ΣΕ ΑΧΑΝΗ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ

Η μεταμόρφωση της Ρώμης από πόλης- κράτος σε αχανή αυτοκρατορία πραγματώθηκε μέσω ενός διαρκούς επεκτατισμού, ο οποίος εκδηλώθηκε – εκτός των άλλων – και ως εχέγγυο για τη διαφύλαξη των κεκτημένων (Pounds,  2001: 69). Όμως, η διατήρηση της ιδέας της πόλης –κράτους, εντός των ορίων της τεράστιας σε έκταση ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, λειτούργησε κατ’ αρχήν ως διοικητική και καταναλωτική δομή, αλλά επίσης αποτέλεσε και το πλαίσιο σύνθεσης της ρωμαϊκής πολιτιστικής παράδοσης με τις ξένες επιδράσεις (Pounds,  2001: 71). Το μέγεθος (λέξη κλειδί για την κατανόηση της ρωμαϊκής πραγματικότητας) της επικράτειας ήταν τέτοιας έκτασης, και παράλληλα υπήρξε ένα επίσης μεγάλο μωσαϊκό λαών, οι οποίοι βαθμιαία σχημάτισαν το ρωμαϊκό λαό, που καθιστούσαν κάθε προσπάθεια αφομοίωσης ελλειμματική (Pounds,  2001:73-74). Κάτω από τη διοικητική διαίρεση σε επαρχίες υπήρξε έντονη ανομοιομορφία, και μαζί με τον εκπολιτιστικό ρόλο των πόλεων δεν έπαψε να συνυπάρχει ταυτόχρονα η φυλετική οργάνωση (Pounds,  2001: 71,78,80).

Ένα ακόμα κληροδότημα της πόλης- κράτους στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία, υπήρξε η αίσθηση της μεγαλοπρέπειας (Pounds, 2001: 57), η οποία επίσης έλαβε μαξιμαλιστικές διαστάσεις. Στην περίπτωση των δημόσιων κτιρίων, η μεγαλεπήβολη αρχιτεκτονική μπορεί να αποδοθεί, αφενός στους συμβολισμούς που εξέπεμπε η έκταση – ευρύς χώρος- ρωμαϊκής επικράτειας, αφετέρου «στη μεγαλομανία των Ρωμαίων κυβερνητών» (Πετροπούλου, 2008: 44). Όμως η ίδια αίσθηση μεγαλοπρέπειας,– τουλάχιστον ανάμεσα στα εύπορα στρώματα – δεν περιορίζεται μόνο στη δημόσια ζωή, αλλά αντανακλάται και τον ιδιωτικό βίο.  Έτσι, η εξάπλωση της ρωμαϊκής Βίλα, πολυτελούς και μεγαλοπρεπούς έπαυλης (Pounds, 2001: 87), σε πόλεις είτε στην ύπαιθρο, που συνυπήρξε με τα λιτά σπίτια των χωρικών ή τις ξύλινες πολυκατοικίες της πόλης, αποτελεί μια ακόμα ένδειξη για τη ροπή των Ρωμαίων προς το μεγάλο.

Η ΑΝΤΙΛΗΨΗ ΤΩΝ ΡΩΜΑΙΩΝ ΓΙΑ ΤΟ ΧΩΡΟ κ' Η ΕΜΦΑΣΗ ΣΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΑΝΤΑΝΑΚΛΑΤΑΙ κ ΣΤΗΝ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΤΟΥΣ, ΣΕ ΔΙΑΦΟΡΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΤΙΛΗΨΗ

Η ΑΝΤΙΛΗΨΗ ΤΩΝ ΡΩΜΑΙΩΝ ΓΙΑ ΤΟ ΧΩΡΟ κ’ Η ΕΜΦΑΣΗ ΣΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΑΝΤΑΝΑΚΛΑΤΑΙ κ ΣΤΗΝ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΤΟΥΣ, ΣΕ ΔΙΑΦΟΡΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΤΙΛΗΨΗ

Σε ένα άλλο επίπεδο, η ίδια η πόλη της Ρώμης, μητρόπολη – αν και όχι πρωτεύουσα – της αυτοκρατορίας, χαρακτηρίζονταν από συνεχή άναρχη ανάπτυξη, γεγονός που υπέσκαπτε κάθε προσπάθεια σχεδιασμού και τη διάθεση για τάξη και πειθαρχία των Ρωμαίων (Pounds,  2001: 79). Η πυρκαγιά που εκδηλώθηκε το 64 μ.Χ., έδωσε την ευκαιρία για μεγαλύτερη ευταξία στη δόμηση, αλλά και πάλι οι ξύλινες πολυκατοικίες έθεταν σε κίνδυνο την ασφάλεια (Pounds,  2001: 83). Χτισμένη στις όχθες του ποταμού Τίβερη και με επίνειό της το λιμάνι της Όστιας – παράγοντες κομβικής σημασίας για την αστική ανάπτυξη (Pounds,  2001:70)- μεταμορφώθηκε σε ένα τεράστιο καταναλωτικό, αλλά και παρασιτικό κέντρο. Η πόλη μεταβλήθηκε σε ένα ακόρεστο εισαγωγέα αγαθών, δίχως να είναι σε θέση να ανταποκριθεί με ανάλογου μεγέθους εξαγωγές. (Pounds,  2001:86).

Μια επιπλέον έκφανση της τάσης του ρωμαϊκού πολιτισμού προς το «μεγάλο», έχουμε, και στο καθοριστικής σημασίας για κάθε κοινωνία, πεδίο της οικονομίας και παραγωγής, με την εμφάνιση και των λατιφουντίων (και της χωροδεσποτείας), δηλαδή μεγάλων εκτάσεων γης για μαζική παραγωγή προϊόντων (Πετροπούλου, 2008: 244). Σ’ αυτόν τον τομέα, οι εξελίξεις σημειώθηκαν χάρη στη συγκέντρωση γης σε λιγότερα χέρια και την μείωση του αριθμού των ελεύθερων χωρικών. Εδώ αξίζει να σημειώσουμε, πως παρά τα επιτεύγματα του ρωμαϊκού πολιτισμού, η οικονομία του (όπως άλλωστε και του αρχαίου ελληνικού), βασίστηκε στην ένταση εργασίας και όχι σε τεχνολογικές καινοτομίες. Την απάντηση γι’ αυτό δίνει μάλλον το φθηνό εργατικό δυναμικό που προμήθευε ο θεσμός της δουλείας, κάνοντας έτσι λιγότερο επιτακτική την ανάγκη για αλλαγές.

Συνοψίζοντας, μπορούμε να διακρίνουμε μια αμοιβαία επιρροή μεταξύ περιβάλλοντος και ανθρώπου, με το πρώτο –λόγω κλίματος- να παίζει καθοριστικό ρόλο στον τομέα τής εγκατάστασης τού δεύτερου, ειδικότερα από την εξέταση που κάναμε όσον αφορά τη μεσογειακή λεκάνη. Ενώ ακόμα, οι αναπαραστάσεις της φύσης και του χώρου, όπως φαίνεται επενεργούν αποφασιστικά στο πεδίο της ανθρώπινης δράσης. Από την άλλη, η ίδια η δράση κατέχει μια αποκλειστικότητα από πολιτισμό σε πολιτισμό, από τόπο σε τόπο και από εποχή σε εποχή. Έτσι, συγκρίνοντας τον πολιτισμό της αρχαίας Ελλάδας με εκείνον της Ρώμης πέρα από τις όποιες ομοιότητες και δάνεια του δεύτερου από τον πρώτο, θα βρούμε και ουσιαστικές αποκλίσεις. Τέτοιες για παράδειγμα αποτελούν: ο ρόλος της ιδιωτικής ζωής στη Ρώμη συγκριτικά με εκείνον της αρχαίας Αθήνας, η αντίστοιχη πρόσληψη της έννοιας του χώρου, η σημασία της πολιτικής- οικονομικής οργάνωσης κ.α.

Αυτές οι σημαντικές διαφοροποιήσεις που προκύπτουν ανάμεσα στους δυο μεγάλους αρχαίους αστικούς ευρωπαϊκούς πολιτισμούς, καταδεικνύουν πως υπάρχουν και άλλες παράμετροι που χρήζουν προσοχής. Η τεχνολογία (καινοτομίες) και το μέγεθος του πληθυσμού (Pounds,  2001:18-19), διαδραματίζουν εξίσου σημαντικό ρόλο στην ανθρώπινη εγκατάσταση, και κατά συνέπεια στην ανάπτυξη κάθε ξεχωριστού πολιτισμού. Ωστόσο, στο μέτρο που η σχέση του ανθρώπου με το περιβάλλον του, συμπεριλαμβάνει από τη μία αστάθμητους παράγοντες όπως ο καιρός και λιγότερο το κλίμα, και από την άλλη, μη μετρήσιμες παραμέτρους, όπως οι αναπαραστάσεις σε επίπεδο πραγματικό ή ακόμα και φαντασιακό, μοιάζει να αποτελεί τη λιγότερο προβλέψιμη σταθερά, και με αυτήν την έννοια την περισσότερο ενδιαφέρουσα.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Lindberg C. David, Οι απαρχές της Δυτικής Επιστήμης, Πανεπιστημιακές εκδόσεις Ε.Μ.Π., Αθήνα 1997
  2. Pounds N.J.G., Ιστορική Γεωγραφία της Ευρώπης, τ’ Α’, Εκδ. Ε.Α.Π., Πάτρα 2001
  3. Λεοντίδου Λίλα, Αγεωγράφητος Χώρα, Εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2008
  4. Πετροπούλου Κρίστη, Ευρωπαϊκές Γεωγραφίες, Τεχνολογία και Υλικός Πολιτισμός, Εκδ. Ε.Α.Π., Πάτρα 2008

                                                        Δ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΊΝΟΥ

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: