Skip to content

Εμείς- Yevgeny Zamyatin -αναδημοσίευση

15/07/2013

Εμείς- Yevgeny Zamyatin -αναδημοσίευση από εκδόσεις ΕΞΑΡΧΕΙΑ http://www.exarchiapress.gr

ΕΜΕΙΣΣυγγραφέας: Yevgeny Zamyatin

Μετάφραση: Ειρήνη Κουσκουμβεκάκη

Επιμέλεια: Δημήτρης Κωνσταντίνου (συνωνυμία με το διαχειριστή του  Blog)

Η δυστοπία του ρώσου συγγραφέα Yevgeny Zamyatin επηρέασε τον 20ο αιώνα όσο κανένα άλλο μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας. Το αριστούργημά του ενέπνευσε τον Τζορτζ Όργουελ να γράψει το 1984, επηρέασε άμεσα την Ayn Rand (Anthem), την Ursula K. Le Guin (Ο αναρχικός των δύο κόσμων), έμμεσα τον Kurt Vonnegut (Player Piano), καθώς και μια πληθώρα δημιουργών της 7ης τέχνης και των κόμικς.

Σ’ έναν γυάλινο κόσμο, όπου όλα είναι ορατά, η μαθηματική σκέψη ελέγχει απόλυτα τις ζωές των ανθρώπων. Ο D-503 είναι ο κατασκευαστής του ΟΛΟΚΛΗΡΩΤΗ, του διαστημικού οχήματος που θα επιβάλει τον ευεργετικό ζυγό της λογικής στους λαιμούς των αγνώστων όντων που κατοικούν σε άλλους πλανήτες και οι οποίοι ίσως να ζουν ακόμη στην πρωτόγονη κατάσταση, γνωστή και ως ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ. Το βιβλίο αυτό είναι οι σημειώσεις του, που θα ταξιδέψουν με τον ΟΛΟΚΛΗΡΩΤΗ στο διάστημα. Ο D-503 γνωρίζει τον έρωτα, όμως, και τα πράγματα παίρνουν απροσδόκητη τροπή.

«Αναρωτιέμαι πώς ήταν δυνατό οι αρχαίοι να μη βλέπουν ότι η λογοτεχνία και η ποίησή τους ήταν εντελώς ανόητες. Η τεράστια, μεγαλειώδης δύναμη του λογοτεχνικού λόγου ξοδεύτηκε για το τίποτα. Είναι απλώς γελοίο – οποιοσδήποτε έγραφε οτιδήποτε του κατέβαινε στο κεφάλι. Είναι τόσο ανόητο και γελοίο, όσο και το γεγονός ότι οι αρχαίοι άφηναν τον ωκεανό να χτυπάει αποβλακωμένα την ακτή, είκοσι τέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο, ενώ τα εκατομμύρια χιλιογραμμόμετρα ενέργειας που ήταν κλειδωμένα στα κύματα δεν έκαναν τίποτα άλλο από το να ενισχύουν τα αισθήματα των ερωτευμένων. Εμείς πήραμε το γλυκό τίποτα των κυμάτων και το μετατρέψαμε σε ηλεκτρισμό… πήραμε το τρελό, αφρισμένο τέρας και το μετατρέψαμε σε κατοικίδιο ζώο. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο δαμάσαμε και θέσαμε υπό έλεγχο την πάλαι ποτέ άγρια φύση της ποίησης. Σήμερα, η ποίηση δεν είναι το αναιδέστατο σφύριγμα κάποιου αηδονιού· η ποίηση είναι κρατική υπηρεσία, η ποίηση είναι χρήσιμη».

ΚΡΙΤΙΚΕΣ-ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ

Τιτίκα Δημητρούλια, Μια βαθιά ρομαντική δυστοπία για τον ολοκληρωτισμό, «Η Καθημερινή»/ «Τέχνες και Γράμματα», 15.5.2011

Φώτης Τερζάκης, Η επιστημονική φύση του ολοκληρωτισμού, «Ελευθεροτυπία»/ «Βιβλιοθήκη», τχ. 652, 22.4.2011

Βαγγέλης Μπέκας, Βιβλία από τους πάγκους των βιβλιοπωλείων, «Ελευθεροτυπία»/ «Βιβλιοθήκη», τχ. 650, 7.4.2011

Λευτέρης Βασιλόπουλος, Reductio ad finem, Περιοδικό «Κοντέινερ», τχ. 15, Μάρτιος 2011

Φιλήμονας Πατσάκης, «ΕΜΕΙΣ», ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΞΑΡΧΕΙΑ, περιοδικό ΒΑΒΥΛΩΝΙΑ #1, Ιουλ-Αυγ 2011

Μια βαθιά ρομαντική δυστοπία για τον ολοκληρωτισμό

Καταγγελία για τη μηχανοποίηση του ανθρώπου και του πνεύματος και την ολοκληρωτική πλευρά της ρώσικης επανάστασης

Της Τιτικας ΔημητρουλιαΜ «Η Καθημερινή»/ «Τέχνες και Γράμματα», 15.5.2011

ΓΕΒΓΚΙΕΝΙ ΖΑΜΙΑΤΙΝ

Εμείς

μετ. Ειρ. Κουσκουμβεκάκη

εκδ. Εξάρχεια

Το 1946, ο Τζωρτζ Οργουελ βρίσκει μετά από επίπονες προσπάθειες ένα αντίτυπο, γαλλικό, του μυθιστορήματος του Γεβγκιένι Ζαμιάτιν «Εμείς». Η δυστοπία του Ζαμιάτιν, που δημοσιεύθηκε το 1927 στα αγγλικά και στη συνέχεια μεταφράστηκε στα γαλλικά και στα τσεχικά, εννιά χρόνια μετά τον θάνατό του στο Παρίσι (1937) είναι πια θρυλική. Το παρουσιάζει πάραυτα στην Tribune, επισημαίνοντας τις ομοιότητες με τον «Θαυμαστό νέο κόσμο» του Αλντους Χάξλεϊ και δηλώνει πως το αγγλικό κείμενο πρέπει να τύχει ιδιαίτερης προσοχής.

Ο ίδιος πάντως είναι βέβαιο ότι το διαβάζει με μεγάλη προσοχή, αφού στο «1984» που θα εκδοθεί τρία χρόνια αργότερα «δανείζεται» τα κεντρικά στοιχεία της πλοκής του. Το 2009, ο Πωλ Οουεν επεσήμαινε στον Guardian με ακρίβεια τις ομοιότητες αυτές, καταλήγοντας ότι το βιβλίο του Οργουελ είναι ανώτερο, άρα η κίνησή του νομιμοποιείται. Ενας δημοσιογράφος του Le Nouvel Observateur που παρουσίαζε το άρθρο του Οουεν μάλιστα έκανε λόγο για «κάποιον Ζαμιάτιν», που βεβαίως δεν έγραψε κανένα αριστούργημα. Ο Ελληνας αναγνώστης μπορεί να κρίνει ωστόσο μόνος του, αφού το «Εμείς» εκδίδεται για άλλη μια φορά στα ελληνικά (στο παρελθόν είχε κυκλοφορήσει αν δεν κάνω λάθος από τις εκδόσεις Πλέθρον και Γαβριηλίδης) και προφανώς θα διαφωνήσει με τους ξένους κριτικούς: το «Εμείς» είναι μια εξαιρετική, βαθιά ρομαντική δυστοπία, όπως ωραία επισημαίνει στο πολύ ενδιαφέρον επίμετρό του ο Δ. Κωνσταντίνου, που καταγγέλλει πολύ νωρίς τόσο τη μηχανοποίηση του ανθρώπου και του πνεύματος και την ολοκληρωτική πλευρά της επανάστασης – που ακόμα δεν έχει εντούτοις συντρίψει τον συγγραφέα της.

Μπολσεβίκος

Οταν γράφει το «Εμείς», ο Ζαμιάτιν (1884-1937) είναι κοντά στα σαράντα. Είχε μεγαλώσει έχοντας για φίλους του τα βιβλία, όπως έλεγε, διαβάζοντας Ντοστογιέφσκι και Τουργκένιεφ. Ενόσω ακόμα σπουδάζει ναυπηγική, προσχωρεί στους μπολσεβίκους και διώκεται από το τσαρικό καθεστώς. Ολοκληρώνει τις σπουδές του και φεύγει στην Αγγλία, όπου δουλεύει στην κατασκευή παγοθραυστικών. Επιστρέφει στη Ρωσία ενθουσιασμένος με την Οκτωβριανή Επανάσταση και συνεργάζεται στην κατασκευή σοβιετικών πλέον παγοθραυστικών, ενώ ο Γκόρκι του ζητάει συνεργασία για το περιοδικό Vsemirnaya Literatura, κυρίως σχετικά με την αγγλική και την αμερικανική λογοτεχνία. Ζει στην Πετρούπολη, διδάσκει στο «Σπίτι της Τέχνης» μαζί με τον Γιούρι Τυνιάνοφ, έναν από τους πρωτεργάτες του ρωσικού φορμαλισμού. Αυτοπροσδιορίζεται ως «νεορεαλιστής», συναιρώντας τον ρεαλισμό με τον συμβολισμό. Εχει μαθητές πολλούς σημαντικούς λογοτέχνες αλλά τα γραπτά του δυσαρεστούν το καθεστώς με την σατιρική τους φλέβα και την κριτική τους διάθεση. Μετά τον τσάρο, έρχεται η σειρά της Γκεπεού.

Προβλέπει

Οταν γράφει ο Ζαμιάτιν το «Εμείς», ωστόσο, ο Λένιν ζει ακόμη και το κείμενό του δύσκολα μπορεί να συνδεθεί με τον σταλινισμό. Είναι μια γενικότερη αντιτεχνολογική δυστοπία, στην οποία προβλέπει την εκτροπή της επανάστασης, με τον τρόπο του ποιητή–προφήτη: το Μονοκράτος, οι άνθρωποι αριθμοί, η ομοιομορφία, τα βασανιστήρια και οι εκτελέσεις, η πειθαρχία και η ρομποτοποίηση μοιραία διαβάζονται μέσα στα ιστορικά συμφραζόμενα που θα ακολουθήσουν. Ο ίδιος πάντως μετά το «Εμείς» δυσκολεύεται να δημοσιεύσει και το 1931 θα ζητήσει από τον Στάλιν την άδεια να φύγει από την ΕΣΣΔ, σημειώνοντας στο γράμμα του ότι ποτέ δεν του άρεσε ο καιροσκοπισμός και η δουλικότητα, γιατί βλάπτουν και τον συγγραφέα και την επανάσταση. Ο Στάλιν, παραδόξως και με μεσολάβηση του Γκόρκι προφανώς, τον αφήνει να φύγει για το Παρίσι, όπου συνεχίζει να γράφει – δικό του είναι και το σενάριο της ταινίας «Υπόκοσμος» του Ζαν Ρενουάρ. Οι ποικίλες κακουχίες όμως θα τον καταβάλουν και θα πεθάνει από καρδιά το 1937.

Θα αφήσει πίσω του ένα έργο ιδιότυπο, με έμφαση στο γκροτέσκο, την ειρωνεία και το χιούμορ: ο ρωσικός φουτουρισμός και ο κονστρουκτιβισμός, ο ρωσικός φορμαλισμός, η ρωσική πρωτοπορία εν γένει θα επηρεάσουν με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, στην πλοκή ή στο ύφος, τον ήδη ιδιαίτερο ρεαλισμό του. Σκαπανέας της δυστοπίας, ο Ζαμιάτιν αφηγείται στο «Εμείς» την ιστορία ενός μελλοντικού ολοκληρωτικού κράτους, του Μονοκράτους, που το κυβερνά ένας αιμοχαρής Ευεργέτης, που αρέσκεται σε προηγμένες τεχνολογικά ανθρωποθυσίες. Οι άνθρωποι είναι Αριθμοί, σύμφωνα οι άντρες, φωνήεντα οι γυναίκες, βαδίζουν κατά στοίχους, το πρόγραμμά τους είναι ομογενοποιημένο και αναγράφεται στον Πίνακα, η ζωή τους κυλά σε διάφανα, γυάλινα κτίρια και κάνουν σεξ (η μοναδική στιγμή που επιτρέπεται να κατεβάσουν τις γρίλιες) δηλώνοντας τον επιθυμητό παρτενέρ με ροζ χαρτάκια.

Ο ήρωας του Ζαμιάτιν είναι ο κατασκευαστής του Ολοκληρωτή, μιας μηχανής που θα φέρει στους άλλους πολιτισμούς, πέραν της γης, το θαύμα της ανελευθερίας, της υπαγωγής σε μια ανώτερη δύναμη που οδηγεί στην ευτυχία.

Νέος κόσμος

Ο έρωτας όμως για μια μυστηριώδη γυναίκα, που αποδεικνύεται επαναστάτρια, τον οδηγεί πίσω σε μια ξεχασμένη ανθρωπιά που μεταβάλλει κυριολεκτικά το βλέμμα του: οι σημειώσεις που κρατάει αναπαριστούν αυτές τις νέες εικόνες, τον νέο κόσμο που βλέπει να ανοίγεται μπροστά του, πολύ πριν έρθει σε επαφή με τον «παλιό κόσμο», πίσω από το Πράσινο Τείχος.

Μένει κανείς ενεός μπροστά στην ενορατική δύναμη του Ζαμιάτιν, όταν διαβάζει διαλόγους όπως ο ακόλουθος: «Αυτό είναι αδιανόητο! Είναι ηλίθιο! Δεν βλέπετε πως αυτό που σχεδιάζετε είναι… επανάσταση;» «Ναι – επανάσταση! Γιατί είναι ηλίθιο αυτό;» «Ηλίθιο, γιατί δεν μπορεί να υπάρξει επανάσταση. Γιατί η δική μας επανάσταση […] ήταν και η τελευταία. Και δεν μπορεί να υπάρξει κανενός είδους άλλη επανάσταση πέρα απ’ αυτήν.» Ή όταν διαβάζει τις περιγραφές της «επαναστατικής» λογοτεχνίας και «ακούει» κυριολεκτικά το νέο λόγο που δεν μπορεί παρά να ταιριάζει στο νέο άνθρωπο: οι λέξεις χάνουν το νόημά τους και αποκτούν μια νέα, εφιαλτική σημασία, με πρώτο και καλύτερο το «εμείς» του τίτλου, ένα «εμείς» που βαραίνει, πνίγει, εξανδραποδίζει, απανθρωποποιεί στο όνομα της κατάργησης της φαντασίας, της ασθένειας που γεννά τις επαναστάσεις. Ζοφερό και συγκλονιστικό, ριζικά αντιολοκληρωτικό, μείζον έργο της ριζοσπαστικής ρώσικης δεκαετίας του 1920, ένα σπουδαίο πολιτικο-φιλοσοφικό ανάγνωσμα που για λόγους ιεραρχίας των γλωσσών και των λογοτεχνιών και μόνο δεν έχει βρει ακόμα τη θέση που του αξίζει στην παγκόσμια λογοτεχνία.

 

Ένα μυθιστόρημα σαν μελέτη

Η επιστημονική φύση του ολοκληρωτισμού

Από τον Φώτη Τερζάκη, «Ελευθεροτυπία»/ «Βιβλιοθήκη», τχ. 652, 22.4.2011

Γιεβγκιένι Ζαμιάτιν

Εμείς

μτφρ.: Ειρήνη Κουσκουμβελάκη, επίμετρο: Δημήτρης Κωνσταντίνου, εκδόσεις Εξάρχεια, Αθήνα

Κάπου σαράντα χρόνια μετά την πρώτη εμφάνισή του στα ελληνικά (από τις εκδόσεις Πλέθρον), επανεκδίδεται, σε καινούρια καλή μετάφραση, το προφητικό έργο του Γιεβγκιένι Ζαμιάτιν Εμείς, η πρώτη -και σπουδαιότερη- από τις μεγάλες λογοτεχνικές δυστοπίες του 20ού αιώνα (ο Οργουελ, λένε, άρχισε να γράφει το 1984 συγκλονισμένος από την ανάγνωσή του…). Εκδίδεται μάλιστα στο πλαίσιο μιας αξιοστήρικτης νέας εκδοτικής προσπάθειας, των εκδόσεων Εξάρχεια, συνδεόμενων με τον Ελεύθερο Κοινωνικό Χώρο Nosotros, σε μια σειρά που περιλαμβάνει το Διακηρύξεις Ανεξαρτησίας του Howard Zinn, τη συλλογή κειμένων από το παγκόσμιο δίκτυο znet-zmagazine Το πνεύμα της αντίστασης ζει και το Η αρπαγή της σοδειάς της ριζοσπαστικής περιβαλλοντολόγου Vandana Shiva (έργο τεράστιας σπουδαιότητας για τον παγκόσμιο αγώνα κατά του νεοφιλελευθερισμού και του κινήματος για την τροφική αυτάρκεια εναντίον των πολυεθνικών τροφίμων, στο οποίο ενδέχεται να επιστρέψουμε σ’ αυτές εδώ τις σελίδες).

Ο Γιεβγκιένι Ιβάνοβιτς Ζαμιάτιν (1884-1937), μηχανικός αεροσκαφών και λογοτέχνης, υπήρξε στρατευμένο μέλος των Μπολσεβίκων τα προεπαναστατικά χρόνια, για να καταλήξει ένας από τους διωχθέντες συγγραφείς της ζντανοφικής περιόδου, μετά την οριστική επικράτηση του Στάλιν στο 15ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ (1927). Με τη μεσολάβηση του Μαξίμ Γκόργκι κατόρθωσε να διαφύγει στο Παρίσι το 1931, όπου έζησε τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του (συνεργάστηκε επίσης με τον σκηνοθέτη Ζαν Ρενουάρ). Το Εμείς δημοσιεύτηκε ακριβώς την κρίσιμη χρονιά του 1927, σε ρωσικό περιοδικό του εξωτερικού, κι επρόκειτο να γίνει, όπως είπα, η αρχετυπική λογοτεχνική δυστοπία της εποχής – μια από τις πειστικότερες, υπό την αμφίεση της «επιστημονικής φαντασίας», καταγγελίες του ολοκληρωτισμού. Το ενδιαφέρον που έχει μια νέα ανάγνωσή του σήμερα, ύστερα από την ολοκλήρωση της καπιταλιστικής βαρβαρότητας της οποίας έγινε μάρτυρας στην εκπνοή του ο 20ός αιώνας, είναι να ανιχνεύσουμε ποια ακριβώς ταυτότητα του ολοκληρωτισμού αναδύεται από τις σελίδες του.

Θα παρακάμψω στο πλαίσιο αυτής της συζήτησης τα υφολογικά ζητήματα που οφείλουν να απασχολούν την εξέταση κάθε λογοτεχνικού έργου, για να επικεντρωθώ στην πλευρά που συνδέεται αποκλειστικά με το παραπάνω ερώτημα: την αξία του δηλαδή ως μαρτυρίας. Οσοι θα είχαν την αφέλεια να διαβάσουν το έργο απλώς ως καταγγελία του σταλινισμού -πόσω μάλλον όσοι θα διέπρατταν το ιλιγγιώδες ατόπημα να εκλάβουν τον σταλινισμό ως κομμουνισμό- θα πρέπει να προσέξουν καλύτερα εκείνα τα σημεία που στοχεύουν την ουσία του ολοκληρωτισμού σε όλες του τις μορφές, και προπαντός στη δεσπόζουσα εκείνη του τεχνικοποιημένου καπιταλισμού, με ή χωρίς κοινοβουλευτικό προκάλυμμα. Διότι ακόμα και οι εκλογικές διαδικασίες έχουν χώρο στο καφκικό σύμπαν τού Εμείς, αρκεί να είναι προδικασμένο το αποτέλεσμά τους: «Εννοείται ότι αυτό δεν έχει καμία ομοιότητα με τις χαώδεις και ανοργάνωτες εκλογές των αρχαίων χρόνων όπου -γελοίο ακόμη και να το λες- δεν μπορούσαν πριν από τις εκλογές να γνωρίζουν το αποτέλεσμα. Υπάρχει τίποτε πιο ανόητο από το να βασίζεις ένα κράτος στην απολύτως απρόβλεπτη τύχη, στα τυφλά; Παρ’ όλ’ αυτά, φαίνεται ότι χρειάστηκε να περάσουν αιώνες πριν αυτό γίνει αντιληπτό» (σελ. 167). Πέρ’ από τη σπαρταριστή ειρωνεία που αναβλύζει από την αριστοτεχνική μίμηση μιας αφοπλιστικής αφέλειας, δεν θυμίζει αυτό την περίφημη ρήση του Κίσινγκερ (δικαιολογώντας το πραξικόπημα στη Χιλή): «Δεν μπορούμε ν’ αφήσουμε μια χώρα να κυλήσει στον κομμουνισμό μόνο και μόνο επειδή οι κάτοικοί της είναι ανεύθυνοι»;

Κατανοώντας βαθύτερα απ’ όλους τους συγγενείς του συγγραφείς την ουσία του ολοκληρωτισμού, ο Ζαμιάτιν εστιάζει απ’ ευθείας στην καρδιά του: την τεχνοεπιστημονική του φύση. Ως ιδεώδες της απόλυτης ετερονομίας, του απεριόριστου προγραμματισμού που δεν ανέχεται το παραμικρό ίχνος αυθορμητισμού και ζωτικής αταξίας, ο ολοκληρωτισμός βρίσκει το αρχέτυπό του στην ίδια τη λογική / μαθηματική τάξη, στον ανόργανο κόσμο των καθαρών αριθμών: «Η υψηλότερη ικανότητα του ανθρώπου είναι η λογική του και δουλειά της είναι, σε τελική ανάλυση, ο συνεχής περιορισμός του απείρου, τεμαχίζοντάς το σε βολικές, εύπεπτες μερίδες: διαφορικός λογισμός. Ακριβώς αυτό συνιστά τη θεϊκή ομορφιά του αντικειμένου μου, των μαθηματικών» (σελ. 83)· «Ο πίνακας πολλαπλασιασμού είναι σοφότερος και πιο απόλυτος από τον αρχαίο Θεό. Ποτέ -επαναλαμβάνω, ποτέ- δεν κάνει λάθος» (σελ. 85)· «Εάν δεν κατανοήσουν ότι τους φέρνουμε μια μαθηματικά σίγουρη ευτυχία, έχουμε την υποχρέωση να τους επιβάλουμε να γίνουν ευτυχισμένοι. […] Ζήτω το Μονοκράτος! Ζήτω οι Αριθμοί! Ζήτω ο Ευεργέτης!» (σελ. 7-8). «Αριθμοί», άλλωστε, αποκαλούνται οι άνθρωποι στο φανταστικό Μονοκράτος του. Και βέβαια, το πνεύμα της μαθηματικής αναγκαιότητας βρίσκει την ύψιστη εκπλήρωση και τον έσχατο σκοπό του στη λατρεία της μηχανής: «Ξαφνικά, είδα την ομορφιά αυτού του μεγαλειώδους μηχανικού μπαλέτου, υπό το φως του αξιολάτρευτου, γαλανόχρωμου ήλιου. Μα γιατί -συνέχισαν οι σκέψεις μου- γιατί είναι όμορφο; Γιατί είναι ο χορός αυτός όμορφος; Απάντηση: επειδή είναι μια μη ελεύθερη κίνηση, γιατί όλη η θεμελιώδης αξία του χορού βρίσκεται ακριβώς στην αισθητική του υποταγή, στην ιδανική έλλειψη ελευθερίας» (σελ. 11).

Σε ποια φιλοσοφία αντιστοιχεί άραγε το ολοκληρωτικό όνειρο του απεριόριστου ελέγχου (της ανθρωπότητας και της φύσης) που περιγράφει εδώ ως πραγματωμένο ο συγγραφέας; Ιδού μια εύγλωττη αποστροφή: «Σήμερα, αυτό το πρόβλημα των ηθικών μαθηματικών θα λυνόταν σε μισό λεπτό […], αλλά εκείνοι δεν μπορούσαν να το λύσουν. Ολοι οι Καντ τους μαζί δεν μπορούσαν να το λύσουν (γιατί ποτέ δεν σκέφτηκε κάποιος από τους Καντ να κατασκευάσει ένα σύστημα επιστημονικής ηθικής – δηλαδή βασισμένο στην αφαίρεση, την πρόσθεση, τη διαίρεση και τον πολλαπλασιασμό)» (σελ. 22). Στην πραγματικότητα, υπήρξε πριν από τον Καντ κάποιος που το σκέφτηκε (μολονότι δεν θεωρούσε ακόμα την επιστήμη της εποχής του αρκετά προηγμένη γι’ αυτό): ήταν ο Λάιμπνιτζ, ο επινοητής του απειροστικού λογισμού, τον οποίον (από κοινού με τον Καρτέρσιο) προσκυνούν όλοι οι σύγχρονοι θετικιστές, λογικοί εμπειριστές, αναλυτικοί, οι πραγματικοί κληρονόμοι του οράματος ενός κόσμου προγραμματιζόμενων αυτομάτων (που επίσης πραγματοποιήθηκαν στην τεχνολογία των ηλεκτρονικών υπολογιστών). Εδώ πρέπει ν’ αναζητηθεί το αληθινό φιλοσοφικό απείκασμα του ολοκληρωτισμού, περισσότερο απ’ ό,τι σε όλες μαζί τις ντεσιζιονιστικές θεωρίες…

Και για να μην υπάρχει καμία αμφιβολία που δείχνουν όλοι αυτοί οι συσχετισμοί, ιδού μια άλλη διακλάδωση της παραπάνω σκέψης: «Ούτε μία χαμένη χειρονομία, καμπύλη ή στροφή. Χωρίς αμφιβολία, ο Τέιλορ ήταν η ιδιοφυΐα της αρχαιότητας. Βεβαίως, ποτέ δεν του ήρθε η ιδέα να προεκτείνει τη μέθοδό του στο σύνολο της ζωής, σ’ όλες τις κινήσεις που γίνονται μέσα στο εικοσιτετράωρο […] Αλλ’ ακόμη κι έτσι, πώς μπόρεσαν να γράψουν ολόκληρες βιβλιοθήκες για κάποιον σαν τον Καντ και ν’ αδιαφορήσουν για τον Τέιλορ – τον προφήτη που μπορούσε να δει δέκα αιώνες μπροστά;» (σελ. 45). Η αναφορά είναι βέβαια στον Frederick Winslow Taylor (1856-1915), τον εισηγητή του επιστημονικού μάνατζμεντ, που πρότεινε την οριζόντια κατάτμηση της εργασίας σε μικρά μηχανικά τμήματα κινήσεων χάριν της αυξήσεως της αποδοτικότητας (δηλαδή, της μεγιστοποίησης του κεφαλαιοκρατικού κέρδους, με τίμημα την απεριόριστη μηχανοποίηση του σώματος του εργάτη): η πρότασή του εφαρμόστηκε για πρώτη φορά στην αμερικανική αυτοκινητοβιομηχανία Ford και ο όρος τεϊλορισμός-φορντισμός έγινε συνώνυμο της αλυσίδας παραγωγής, κύριου μοντέλου οργάνωσης της βιομηχανικής εργασίας στο μεγαλύτερο μέρος του 20ού αιώνα. Συνώνυμο, δηλαδή, της κεφαλαιοκρατικής βαρβαρότητας, της στρατιωτικά διευθυνόμενης δομής του μοντέρνου εργοστασίου, που στάθηκε -όπως διορατικά έλεγε ο Κώστας Παπαϊωάννου- το μεγάλο σχολείο του ολοκληρωτισμού. *

«ΕΜΕΙΣ» του Γιεβγκιένι Ζαμιάτιν

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΞΑΡΧΕΙΑ

Φιλήμονας Πατσάκης, περιοδικό ΒΑΒΥΛΩΝΙΑ, Ιουλ-Αυγ 2011

Ήξερα ότι ήταν ο καμβάς του «1984» του Όργουελ, ήξερα ότι εφόσον γράφτηκε το 1927 ήταν, στην ουσία, ένα έργο πρόβλεψης του κομμουνιστικού ολοκληρωτισμού και ουσιαστικής αποτύπωσης των προσωπικών διαψεύσεων του συγγραφέα, αλλά δεν ήξερα ότι θα διάβαζα ένα κείμενο σημαντικής λογοτεχνικής αξίας. Υπερβαίνει πολλά στερεότυπα και όπως κάθε καλό βιβλίο παράγει πολλαπλές αναγνώσεις και δημιουργεί ερωτήματα αναστοχασμού. Ελευθερία, αγάπη, πανοπτικό, ευτυχία, ταύτιση ατόμου-κράτους, ρομαντισμός, μηχανιστικός ορθολογισμός, η ιδεολογία της προόδου, η θεοποίηση της ιστορίας, η απόδειξη της αποτυχίας του μαρξισμού ως ιδεολογικού σώματος, όλα σε ένα λογοτεχνικό έργο ποιητικής ομορφιάς.

Ο Ζαμιάτιν δεν υπηρετεί απλώς μια ιδέα αλλά δημιουργεί ένα παλλόμενο λογοτεχνικό σύνολο. Όταν λέει ότι η λογοτεχνία δεν μπορεί να είναι έργο φιλόπονων και αξιόπιστων αξιωματούχων αλλά τρελών, ερημιτών, αιρετικών οραματιστών, επαναστατών και σκεπτικιστών, δεν εκδηλώνει απλώς μια δικαιολογημένη πικρία για τη λογοκρισία, αλλά παίρνει θέση. Μια θέση που συμπαρασύρει το σύνολο της θεωρίας της λογοτεχνίας. Πέρα από την εμπορευματικοποίηση της γραφής και την επιστημονικοποίηση του επαγγέλματος του συγγραφέα εμείς θέλουμε να κάνουμε μια άλλη προσέγγιση. Να δούμε μέσα από τις σελίδες των έργων να αναδύεται μια διττή ελευθερία, η ελευθερία του έργου από τις επιδιώξεις του συγγραφέα και η ελευθερία των φωνών των ηρώων του βιβλίου από το εξουσιαστικό πλαίσιο κάθε εποχής. Ενώ σήμερα επενδύονται πολλά στην ανάγκη η λογοτεχνία να γίνει το όχημα κατασκευής ταυτοτήτων σε μια διευρυμένη παθητικότητα, εμείς καλούμαστε να ασχοληθούμε με ότι δραπετεύει από αυτές τις δομές και με ότι ανιχνεύει άλλους δρόμους .

Εδώ ο Ζαμιάτιν κάνει κάτι υπέροχο. Το βιβλίο του ξεκινά με τη γραφή. Ο ήρωας του, ο D-503, αποτυπώνει τα πάντα σε ένα ημερολόγιο. Αυτό από μόνο του συνιστά μια έξοδο ιδιωτικότητας στο ασφυκτικό πλαίσιο που ζει. Η γραφή είναι μια πράξη έκφρασης μιας εσωτερικής αναζήτησης, μια έκφραση της μοναξιάς. Ο  Όργουελ βλέποντάς το αυτό πιο έντονα θα πει στο «1984», δανειζόμενος το εύρημα του Ζαμιάτιν, ότι η γραφή είναι παράνομη. Όσο για την υπόθεση σας είναι λίγο πολύ γνωστή. Το Μονοκράτος, ο ασφυκτικός έλεγχος επί της ζωής, μια ζωή διαρκώς διάφανη, η καθυπόταξη του διαφορετικού μέσω της ποινικοποίησής του, η διαρκής αναπαραγωγή της συναίνεσης με βάση το φόβο. Ο Ζαμιάτιν οριοθετεί ένα εκτός, με βάση ένα τείχος, ένα τείχος που διαχωρίζει την κοινωνία από κάθε έννοια του φυσικού. «Οι τοίχοι, οι τοίχοι είναι η βάση καθετί ανθρώπινου».

Ο Ζαμιάτιν δεν κάνει κριτική σε κάποιο καθεστώς αλλά σε αρχές και μορφές οργάνωσης που καταργούν την ελευθερία στο όνομα μιας ιστορικής αναγκαιότητας. Κάνει μια συνολική κριτική στις κοινωνίες ελέγχου, τοποθετεί εκ νέου την ελευθερία στο πλευρό της ευτυχίας, ταυτίζει την ανάγκη για αλήθεια της επιστήμης στο πλαίσιο των θρησκευτικών δογμάτων και επανεξετάζει την παραγωγή της ατομικότητας ως πολιτική πράξη. Τα έργα των Ζαμιάτιν, Όργουελ, Χάξλεϋ, Λε Γκεν, Σπίναρντ, αποτελούν μια επιτομή δυστοπιών απορρόφησης του ατόμου από το μεγαμηχανισμό του κράτους, απώλειας της ελευθερία προς όφελος μιας απρόσωπης εκπροσώπησης, της απονέκρωσης της συνείδησης μέσω ενός συγκινησιακού συμβολισμού και τέλος της πανταχού παρούσας τεχνολογίας ως μέσο διασφάλισης της ιεραρχίας και της επιβολής της ομοιογένειας.

Ο Ζαμιάτιν χλευάζει την ταύτιση ευτυχίας και επιβίωσης και αναρωτιέται αν μετά το τέλος της πείνας έχει έρθει η σειρά της αγάπης. Άραγε, γιατί το σύνολο των δυστοπιών αναφέρονται στον κομμουνισμό; Διότι ο υλιστικός αυτός μεσσιανισμός οδήγησε στη θεοποίηση της ιστορικής ροής και εξοβέλισε τον άνθρωπο από την δράση συντρίβοντάς τον. Οι ουτοπίες υπέθεταν ότι τα συμφέροντα του ανθρώπου και του κράτους συμπίπτουν και ότι είναι αδιανόητη η μεταξύ τους σύγκρουση. Οι ουτοπίες ξέχασαν ότι η κοινωνία είναι ένας ζωντανός οργανισμός και ότι η οργάνωσή της πρέπει να είναι έκφραση ζωής και ελευθερίας και όχι αδυσώπητη δομή. Η οργάνωση της κοινωνίας είναι μια πολιτική έκφραση των δυνατοτήτων της. Λέει κάπου ο D-503: «Κάποιος να τους πει μια για πάντα τι είναι ευτυχία και έπειτα να τους αλυσοδέσει σε αυτήν». Ο Ζαμιάτιν ορίζει τα ερωτήματα που η σημερινή κοινωνία αγωνιωδώς αναζητά.

Advertisements
Σχολιάστε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: