Skip to content

ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ: ΕΓΕΛΟΣ (ΧΕΓΚΕΛ)-ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΕΞΕΛΙΞΗ κ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ/ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ-ΗΘΙΚΗ κ ΕΠΕΞΗΓΗΣΗ ΕΝΝΟΙΩΝ

06/07/2013

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΩΣ ΤΟ ΔΡΑΜΑ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ κ Η ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΚΗΣ ΥΠΕΡΒΑΣΗΣ 

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΕΞΕΛΙΞΗ κ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

ΧΕΓΚΕΛ (ΕΓΕΛΟΣ)

ΧΕΓΚΕΛ (ΕΓΕΛΟΣ)

  Για τον Χέγκελ, κεντρικό άξονα της ιστορικής εξέλιξης συνιστά η επιδίωξη της ελευθερίας. (138) Με την εμφάνιση της οργανωμένης ζωής πρωτεύων στόχος τίθεται η ορθή κατανόηση της έννοιας ελευθερία και η μετουσίωσή της σε λειτουργικούς θεσμούς. Ωστόσο κάθε ιστορική φάση του ανθρώπινου είδους δίνει το δικό της ορισμό περί ελευθερίας, ο οποίος είναι προοδευτικά και πιο περιεκτικός. Ωστόσο, κάθε παρελθοντική φάση κρίνεται απαραίτητη για την ιστορική εξέλιξη και συνάμα θεμέλιο για πιο περιεκτικές εκφράσεις της ελευθερίας.

Ωστόσο, η ελευθερία είναι ατελής στο μέτρο που αποτελεί προνόμιο κάποιας μερίδας, το οποίο με τη σειρά του συνεπάγεται ανισότητα κι επιπλέον, όταν υπερτονίζονται οι υποκειμενικές της διαστάσεις.

Ο Χέγκελ απορρίπτει τόσο την ωφελιμιστική θεώρηση της ατομικής ευδαιμονίας, όσο κι εκείνη που προάγει το εσωτερικό φρόνημα (δεοντοκρατική- καντιανή) παραβλέποντας το πρακτικό αποτέλεσμα.

Για τον Χέγκελ η «ελευθερία είναι η αποδοχή από το καλλιεργημένο υποκείμενο μιας αντικειμενικής αναγκαιότητας της οποίας γνωρίζει την ορθολογικότητα. Με πολιτικούς όρους αυτό σημαίνει την εθελούσια υποταγή όλων στη νομιμότητα η οποία εκφράζει την ενότητα και τη βούληση του κοινωνικού συνόλου».

Ιστορικά, οι αρχαίοι ανατολίτικοι πολιτισμοί αναγνώριζαν την ελευθερία ως προνόμιο του ηγέτη (Φαραώ, βασιλιάς κ.λ.π.) και κάθε νόμος εκπορεύονταν απ’ αυτόν. Στην αρχαία ελληνική κοινωνία το σώμα των ελευθέρων διευρύνεται δίχως να αγκαλιάσει το σύνολο της κοινωνίας. Ενώ με το χριστιανισμό η ελευθερία αποκτά για πρώτη φορά καθολική υπόσταση. Ωστόσο, η χριστιανική αντίληψη προάγει την έννοια της ελευθερίας σε ένα μετά θάνατον επίπεδο. (138)

Έτσι, μόνο η μεταχριστιανική ιστορία της ελευθερίας προβάλει την ιδέα της εμμενούς πραγμάτωσης της καθολικής ελευθερίας, στη μορφή ενός κοινωνικού κόσμου όπου όλοι απολαμβάνουν το δικαίωμα της ελευθερίας.

Ωστόσο, η μετάβαση σε πιο εξελιγμένο στάδιο ελευθερίας καθίσταται δυνατή μόνο όταν εξαντληθούν τα πολιτιστικά όρια της προηγούμενης. Ιδωμένη μέσα στο ιστορικό της πλαίσιο κάθε μορφή ελευθερίας συνιστά πρόοδο συγκριτικά με κάθε προηγούμενη μορφή της. Όμως κάθε νέος τρόπος οργάνωσης της κοινωνίας ενσωματώνει τα θετικά στοιχεία του θνήσκωντος μέσα από μια διαλεκτική διαδικασία, όπου το παρόν στηρίζεται σε στοιχεία του παρελθόντος.

  ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΤΗΣ ΤΕΛΕΙΑΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ. Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΟΥ HEGEL

«Τέλος της ιστορίας» κατά τον Χέγκελ σημαίνει τη μετάβαση στην αληθινή ελευθερία, όπου το πολιτιστικό έργο της ανθρωπότητας θα συνεχίζεται υπό «συνθήκες αδιατάρακτης ενότητας»

Το πολιτικό σύστημα αναφαίνεται στο πλαίσιο της «κοινωνικής ηθικότητας» (Sitticheit), το οποίο μετουσιώνει την έννοια της θετικής ελευθερίας. Έτσι, ως οριστικό πέρας της εξελικτικής διαδικασίας, αφενός υπερβαίνει τα ηθικά, πολιτικά, κοινωνικά συστήματα που είχαν εμφανιστεί ως την περίοδο του Διαφωτισμού, αφετέρου εγκολπώνει τα θετικά τους στοιχεία. Πιο συγκεκριμένα η φιλελεύθερη θεωρία των φυσικών δικαιωμάτων, η κοινωνία του homo oeconomicus κατά τη βρετανική πολιτική οικονομία και ο καντιανισμός, ενσωματώνονται στην εγελιανή πολιτεία, στην οποία το μεμονωμένο άτομο υποτάσσεται σε μια συλλογική αναγκαιότητα, δίχως συνάμα να καταπιέζεται η ατομική του ελευθερία. Κατ’ αυτόν τον τρόπο η ανθρώπινη βούληση εξορθολογίζεται – αποβαλόντας ατομιστικά συμφέροντα και βλέψεις – και αντικειμενοποιείται – αποκτώντας κοινωνική υπόσταση και αναγνώριση.

1ο στάδιο της αντικειμενοποίησης της βούλησης αποτελεί η ιδιοκτησία. Για τον Χέγκελ η κατοχή υλικών πραγμάτων (μεταξύ των οποίων ο εαυτός) συνεπάγεται άσκηση της βούλησης, ως έκφραση της φυσικής ισχύος, αποκτά έλλογη υπόσταση μέσω της αναγνώρισης (Anerkennung) από τους άλλους.

Η αμοιβαία αναγνώριση της υλικής κατοχής νομιμοποιείται κοινωνικά από το συμβόλαιο. Ωστόσο, το συμβόλαιο αποτελεί «νομική πράξη που αφορά την ιδιοκτησία και όχι την ίδρυσή της πολιτικής κοινωνίας. Η νομική κατοχύρωση της ιδιοκτησίας εισάγει διαλεκτικά την έννοια του εγκλήματος και της τιμωρίας. Η πρώτη έκφανση του κακού είναι η παραβίαση του δικαιώματος της ιδιοκτησίας των άλλων που αναγνωρισθεί από το νόμο»

Για τον Χέγκελ όμως, η έννοια του κακού έχει και μια εσωτερική, υποκειμενική διάσταση. «Η προσβολή του άλλου είναι το εξωτερικό αποτέλεσμα μιας συνείδησης που δεν αναγνωρίζει το καθήκον της». Κατ’ επέκταση η καλλιέργεια της «ηθικής αυτοσυνειδησίας του εγώ» προβάλλεται ως ένας ανώτερος βαθμός ελευθερίας.

Για τον Χέγκελ, ανάμεσα στα επιτεύγματα του Διαφωτισμού αναγνωρίζονται δύο συστήματα σκέψης και ηθικής θεωρίας τα οποία ωστόσο ήταν ατελή: το πρώτο αφορά τον ωφελιμισμό που επικεντρώνει στην ατομική ευδαιμονία, παραβλέποντας την ένταξη του ατόμου στην κοινότητα. Το δεύτερο αφορά τον Καντιανισμό, που εκλαμβάνει την ηθική ως άκρατη εσωτερικότητα, χωρίς να προβλέπει τη μετατροπή της σε θεσμικό σύστημα, σε κοινωνικό κόσμο

Η αντικειμενική ηθική (Sittlichkeit) του Χέγκελ ως ουσιαστικότητα του αντικειμενικού πνεύματος και τη σχέση της με το τυπικό-αφηρημένο δίκαιο και την ατομική ηθική

Αναγνωρίζοντας ως ημιτελή τη συνεισφορά των δύο προαναφερθεισών συστημάτων, ο Χέγκελ εισάγει την θεωρία της έννομης, αντικειμενικής ηθικότητας (Sittlecheit) «ως σύστημα ηθών, παραδόσεων, έλλογων έξεων και συμπεριφορών» με πεδίο όχι τα μεμονωμένα υποκείμενα, αλλά με θεσμούς ένταξης των υποκειμένων σε «οργανικές ολότητες». [Θ. Πελεγρίνης/ σ.333,334 Εκδ. Ελλ. Γράμματα/ Αθήνα 2009]. Ως τέτοια μπορεί να αναφερθεί το πνεύμα, το οποίο σύμφωνα με το φιλόσοφο δύναται να προσλάβει τρεις διαδοχικές μορφές: την υποκειμενική, την αντικειμενική και την απόλυτη μορφή. Κάθε μορφή είναι με τη σειρά της οργανικά συνδεδεμένη με τρεις διαφορετικές διαδοχικές καταστάσεις. Εν προκειμένω, η αντικειμενική φάση, η οποία διαδέχεται την υποκειμενική και προηγείται της απόλυτης, αφορά κανόνες θεσμούς, δραστηριότητες του πνεύματος που υπερβαίνουν τη βούληση κάθε ανθρώπου ξεχωριστά και με τη σειρά της διέρχεται από τρεις φάσεις: α) το νόμο που αναφέρεται σε δικαιώματα και υποχρεώσεις που προκύπτουν από το θεσμό της ιδιοκτησίας, β) την ατομική ηθική, που αφορά τις προσωπικές προθέσεις και αποφάσεις συμπεριφοράς κάθε υποκειμένου, γ) την κοινωνική ηθική, η οποία επίσης διακρίνεται σε τρία υποσύνολα: Ι) την οικογένεια ως «φυσικό ή άμεσο περιβάλλον» ανάπτυξης του φυσικού πνεύματος, ΙΙ) την «αστική κοινωνία», που αναφέρεται σε δεσμούς εξω- οικογενειακούς, καθοριζόμενους από τον οικονομικό ανταγωνισμό, ΙΙΙ) Το κράτος που αφορά την τελευταία φάση του αντικειμενικού πνεύματος και αποτελεί κορυφαία κοινωνική κατάκτηση.

ΠΗΓΕΣ:

ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ/ Π. ΒΑΛΛΙΑΝΟΣ/ ΕΚΔ. ΕΑΠ

ΟΙ 5 ΕΠΟΧΕΣ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ/Θ. Πελεγρίνης/  Εκδ. Ελλ. Γράμματα/ Αθήνα 2009

 

ΔΙΑΣΑΦΗΝΙΣΕΙΣ ΕΠΕΞΗΓΗΣΕΙΣ ΕΝΝΟΙΩΝ ΤΗΣ ΕΓΕΛΙΑΝΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ

Η πραγματικότητα κατά τον Χέγκελ

Η πραγματικότητα κατά τον Χέγκελ χαρακτηρίζεται από το δυισμό ύλης και πνεύματος με την ελευθερία να κατατάσσεται στον οντολογικό πυρήνα του δεύτερου και να προσδιορίζεται με «όρους αυτάρκειας, αυτοκαθορισμού και αυτοσυνείδησης». Όσο για τη σύνδεση της έννοιας της ελευθερίας με εκείνη του αυτοκαθορισμού ανιχνεύεται και στη σκέψη του Καντ, διαδραματίζοντας σημαίνοντα ρόλο για την αυτονομία του ορθού λόγου. Στο συγκεκριμένο σημείο οι σκέψεις των δύο φιλοσόφων δείχνουν να συγκλίνουν, με τον Χέγκελ να αποδέχεται την καντιανή απριορικότητα και την αυτονομία του λόγου.

Απόλυτος Ιδεαλισμός, Hegel:

Η υπέρβαση τόσο του αντικειμενικού όσο και του υποκειμενικού μέσα σ’ ένα πλαίσιο όπου το κύριο πράγμα που υπάρχει είναι το πνεύμα στις διάφορες εκδηλώσεις του. Χωρίς ο Hegel να αρνείται την ύλη – σε αντίθεση με τον ιδεαλισμό του Berkeley (βλ. ιδεαλισμός, Berkeley), θεωρεί ότι αποτελεί την κατώτερη εκδήλωση στην ιστορική πορεία σε όλες τις τέχνες, συνήθειες και επιστήμες. Βαθύτερη κρίση των πραγμάτων αποκαλύπτει ότι η ‘έξω του νου’ πραγματικότητα δεν είναι τίποτε άλλο από μια μόνο φάση στην ιστορία του πνεύματος στην πορεία προς την ολοκλήρωσή του. Από την άλλη πλευρά, το πνεύμα δεν ταυτίζεται με τον ανθρώπινο νου, καθώς και εκείνος αποτελεί με τη σειρά του μια μεμονωμένη φάση στην ίδια ιστορία. Φύση και ανθρώπινος νους αποτελούν διαφορετικές εκδηλώσεις του πνεύματος, χωρίς αυτό να ταυτίζεται με τον μονισμό του Spinoza (βλ. μονισμός, Spinoza), εφόσον ο Hegel αναπτύσσει ως επιπλέον διάσταση την πορεία του πνεύματος μέσα στον χρόνο. Παρότι το πνεύμα του Hegel φαίνεται να έχει τα χαρακτηριστικά του Θεού, ο Γερμανός φιλόσοφος αναφέρει ότι δεν ταυτίζεται, εφόσον ο Θεός δεν μπορεί να έχει τα χαρακτηριστικά της ατέλειας που σταδιακά φθάνει στην τελειότητα.

Διαλεκτική, Hegel:

Παρότι το κοινό σημείο με τον Σωκράτη είναι η αναζήτηση της αλήθειας (βλ. έλεγχος, Σωκράτης), ο Hegel θεωρεί ότι η διαλεκτική μέθοδος εμπεριέχει όχι τον διάλογο αλλά την αντιπαράθεση των εννοιών μέσω της αντίφασης. Παρότι η λογική σκέψη είναι αυτή που δεν επιδέχεται αντιφάσεις, ο Hegel επιμένει ότι μια αφηρημένη θέση ακριβώς επειδή είναι αφηρημένη δεν μπορεί να προσδιορίσει ένα συγκεκριμένο πράγμα σε αντίθεση με ένα άλλο. Αυτή η ‘αντίφαση’ παράγει μια αντίθετη θέση, πλήρως προσδιορισμένη και εξατομικευμένη – η οποία ωστόσο είναι από την άλλη πλευρά μη γενικευμένη. Μια δεύτερη αντίφαση δημιουργείται και μια νέα θέση (η αντίθεση της αντίθεσης ή σύνθεση), η οποία δίνει την καθολική αλήθεια, και μια απόλυτη, λογική σύνθεση που περιλαμβάνει τόσο το γενικό όσο και το συγκεκριμένο. Οι αφηρημένοι ηθικοί κανόνες των Στωικών στην ιστορία της φιλοσοφίας αντιφάσκουν με την ατομική ηθική του Rousseau, που προκρίνει την έννοια της ηθικής συνείδησης. Και τα δύο,ωστόσο, οφείλουν να δώσουν τη θέση τους στην έννοια του ορθού μέσα σε μια κοινωνία που περιλαμβάνει τα άτομα, αλλά όχι σε απομόνωση το ένα από το άλλο, και από την άλλη δεν έχει αφηρημένα ηθικά παραγγέλματα.

Δίκαιο, Hegel:

Tο δίκαιο για τον Hegel έχει άμεση συνάφεια με την ιστορικότητα των ανθρώπων και των κοινωνιών, χωρίς αυτό να μετατρέπεται σε έναν απλό ιστορισμό (βλ. ιστορία και ιστορισμός, Hegel). Σύμφωνα με τη διαλεκτική μέθοδό του ο Hegel (βλ. διαλεκτική, Hegelαναφέρεται στο αφηρημένο δίκαιο (θέση), μέσω του οποίου τα άτομα -προσωπικότητες παραχωρούν το ένα στο άλλο τον απαιτούμενο από την ελευθερία χώρο για δράση, γεγονός το οποίο ωστόσο έρχεται σε σύγκρουση με τα δεσμά της υποχρέωσης που μας χωρίζουν σε κοινότητες και ομάδες (αντικειμενικό δίκαιο – αντίθεση). Αυτή η σύγκρουση μπορεί να λυθεί μόνο στην ανώτερη σφαίρα της πόλεως (σύνθεση). Σ’ αυτήν την περίπτωση, τα υποκείμενα αναγνωρίζουν τις ηθικές επιταγές όχι ως εξωτερικές (και επομένως καταναγκαστικές), αλλά ως μια σχέση ταύτισης με τις δικές τους επιλογές. Αυτή η τελευταία σφαίρα του «ηθικού βίου» έχει επίσης την δική της εσωτερική διαλεκτική δομή. Η κοινωνία ξεκινά με σχέσεις συγγένειας όπου οι υποχρεώσεις απορρέουν από την υπακοή και το σεβασμό. Όμως το πνεύμα, πασχίζοντας να πραγματώσει τις δυνατότητές του ως ατομική βούληση, σπάει τα οικογενειακά δεσμά ακολουθώντας το δρόμο του στην πολιτική κοινωνία, και την συμφωνία των ατόμων βάσει του κοινωνικού συμβολαίου (βλ. κοινωνικό συμβόλαιο, Locke). Ωστόσο, η δεύτερη αποτελεί περισσότερο μια ευκαιριακή συνένωση εξατομικευμένων βουλήσεων και τα προβλήματα που δημιουργούνται ξεπερνώνται μόνο μέσα από τη σύνθεση του ατομικού (οικογένεια) στο καθολικό (κοινωνία) στην υπέρβαση του κράτους, η ατομική βούληση του οποίου είναι καθολικός νόμος. Οι θεσμοί του κράτους συνιστούν την τελική πραγμάτωση της απόλυτης ιδέας (βλ. απόλυτος ιδεαλισμός, Hegel) μέσα στην ηθική σφαίρα.

Παναγιώτης Δρακόπουλος

Ιστορία και ιστορισμός, Hegel:

Ο ιστορισμός του Χέγκελ χαρακτηρίζεται από την κεντρική του θέση ότι η ανθρώπινη κοινωνία και όλες οι ανθρώπινες δραστηριότητες, όπως η επιστήμη, η φιλοσοφία ή η τέχνη, καθορίζονται από την ιστορία τους, έτσι ώστε η ουσία τους μπορεί να αναζητηθεί μόνο μέσα από την κατανόηση της ιστορικής τους διαδρομής. Αυτό έρχεται σε αντίθεση με μια στενή ιστορικιστική θέση (που εκφράστηκε στην εποχή του κυρίως για το δίκαιο) ότι η διαφορετική ιστορία διαφορετικών κοινωνιών και πολιτισμών εμποδίζει την αναζήτηση της αλήθειας. Ο Hegel απαντά στο παραπάνω εφαρμόζοντας την διαλεκτική του (βλ. διαλεκτική, Hegel), μέσω της θέσης-αντίθεσης-σύνθεσης. Για να κατανοήσουμε το άτομο πρέπει να το τοποθετήσουμε και να το μελετήσουμε μέσα σε μια κοινωνία, και για να κατανοήσουμε μια κοινωνία πρέπει να κατανοήσουμε την ιστορία της και τις δυνάμεις που τη διαμόρφωσαν. Αυτό δεν συμβαίνει μόνο στην ηθική και την πολιτική σκέψη, αλλά και σε όλη την πορεία του πνεύματος (βλ. απόλυτος ιδεαλισμός, Hegel), έως και την φιλοσοφία. Ο περίφημος αφορισμός του Φιλοσοφία είναι η ιστορία της Φιλοσοφίας περιγράφει τα παραπάνω με σαφήνεια, όταν ισχυρίζεται ότι η μεταφυσική είναι δυνατή μόνο εάν οι κεντρικές της έννοιες ερμηνεύονται με ιστορικούς όρους.

Κ. Δ.Καλλιόπη Δήμου

Κύριος & Δούλος, Hegel:

Αποτελεί ένα παράδειγμα εφαρμογής της διαλεκτικής μεθόδου (βλ. διαλεκτική μέθοδος, Hegel), και μία περίπτωση πολιτικής φιλοσοφίας που χρησιμοποιήθηκε και διαμορφώθηκε ανάλογα από τον Marx. Τόσο ο κύριος, όσο και ο δούλος έχουν μόνο μέρος της ελευθερίας. Ο κύριος έχει τη δύναμη και την ελευθερία να διατάξει, αλλά δεν έχει αυτοσυνειδησία, ζει σε μια ‘ψευδή συνείδηση’ του εαυτού του ως απομονωμένου και κυρίαρχου του κόσμου, χωρίς να συνειδητοποιεί ότι στην ουσία βρίσκεται (όπως και όλοι οι άνθρωποι) σε αντίθεση με τον φυσικό κόσμο, κάτι που πρέπει να αντιμετωπίσει. Το τελευταίο ενυπάρχει στο δούλο, που με την εργασία του αντιμετωπίζει τα φυσικά εμπόδια, όμως ο δούλος δεν έχει την ελευθερία ο ίδιος να διακριβώσει τη βούλησή του, αλλά κατευθύνεται από τον κύριο. Όταν κύριος και δούλος κατά τον Hegel συνειδητοποιήσουν αυτό που τους λείπει, τότε η σχέση κυρίου και δούλου θα παύσει να υφίσταται, μέσα σε μια διαφορετικού τύπου κοινωνία.

Β. Κ.

Λογική, Hegel:

Χωρίς να έχει σχέση με την τυπική ή αριστοτελική λογική, η λογική για τον Hegel ερευνά την ουσία της σκέψης, και αφού η σκέψη στην ανώτερη βαθμίδα της, το πνεύμα, είναι ισοδύναμη με την πραγματικότητα, με το είναι, την ουσία του είναι. Η Επιστήμη της Λογικής, και το πρώτο μέρος της Εγκυκλοπαίδειας ερευνά έννοιες οντολογικές πάντα με βάση την διαλεκτική μέθοδο (βλ. διαλεκτική, Hegel), και χωρίζεται σε 3 μέρη, το είναι, την ουσία, και την έννοια. Παρότι μοιράζεται με τον Kant την υπερβατολογική προσέγγιση της λογικής και των a priori προϋποθέσεων της σκέψης, ο ιδεαλισμός του Hegel (βλ. απόλυτος ιδεαλισμός, Hegel) επεκτείνει την έκταση της λογικής πραγμάτευσης πέρα από τα σκεπτόμενα υποκείμενα.

Β. Κ

Φιλοσοφία, Hegel:

Το τελικό στάδιο στην εκδίπλωση του πνεύματος και στην επιστροφή στον εαυτό του. Το απόλυτο πνεύμα (βλ. απόλυτος ιδεαλισμός, Hegel) μέσα από την ιστορία και τιςΩεπιστήμες εκφράζεται μέσω τριών θεωρητικών ενασχολήσεων, της τέχνης, της θρησκείας και της φιλοσοφίας. Η τέχνη είναι ένας τρόπος άμεσης κατανόησης της πραγματικότητας, που όμως δίνει τη θέση της στην θρησκευτική κατανόηση, μια αναπαράσταση της πραγματικότητας μέσω του θείου. Η εξύψωση του πνεύματος συντελείται μόνο μέσω της φιλοσοφίας, αφηρημένης αλλά και ταυτόχρονα καθαρής και καθορισμένης μορφής ενατένισης του ενός και μοναδικού πνεύματος στην διαδρομή του τόσο στον χώρο όσο και στον χρόνο, από την αρχαιότητα έως και την εποχή του Hegel.

Β. Κ.

 

ΟΙ ΑΝΩΘΕΝ ΔΙΑΣΑΦΗΝΙΣΕΙΣ ΕΠΕΞΗΓΗΣΕΙΣ ΕΝΝΟΙΩΝ ΤΗΣ ΕΓΕΛΙΑΝΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ, ΑΠΟΤΕΛΟΥΝ ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ  ΤΟΥ ΣΥΛΛΟΓΙΚΟΥ ΕΡΓΟΥ ΟΔΗΓΟΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ ΣΕ Επιμέλεια: Βασίλειου Κρουστάλλη

 

 

Advertisements
Σχολιάστε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: