Skip to content

ΕΥΡΩΠΗ: ΟΙ ΕΠΙΣΤΗΜΟΛΟΓΙΚΕΣ ΑΠΟΨΕΙΣ ΤΟΥ 17ου αι. κ’ Η ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΚΗ G. Galilei, F. Bacon, R. Descartes και J. Locke από Δ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

01/07/2013

 ΟΙ ΕΠΙΣΤΗΜΟΛΟΓΙΚΕΣ ΑΠΟΨΕΙΣ ΤΟΥ 17ου αι. κ’ Η ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΚΗ G. Galilei, F. Bacon, R. Descartes και J. Locke από Δ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

 

 

ΓΑΛΙΛΑΙΟΣ

ΓΑΛΙΛΑΙΟΣ

Στην παρούσα εργασία, θα προσπαθήσουμε να εστιάσουμε στη διαδικασία διαμόρφωσης της νέας επιστήμης, όπως αυτή εκδηλώνεται μέσα από το έργο και την προβληματική ορισμένων κορυφαίων εκπροσώπων της, όπως ο  G. Galilei, ο F. Bacon, ο R. Descartes και ο J. Locke. Πιο συγκεκριμένα, καλούμαστε να εξετάσουμε μέχρι ποιο σημείο μπορεί να στηριχτεί η θέση πως  «οι επιστήμες μπορούν να περιγράψουν πλήρως τη φύση». Δηλαδή, σε τελευταία ανάλυση μέχρι ποιο βαθμό η ανθρώπινη νόηση, αξιοποιώντας τις καινοφανείς δυνατότητες που της δίνει η πρόοδος που συντελέστηκε –πρωτίστως- στις φυσικές επιστήμες κατά τον 17ο αιώνα, μπορεί να προσεγγίσει την αλήθεια για τον κόσμο. Ο συγκεκριμένος προβληματισμός, καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από τη δομή τόσο του νου όσο και της υφιστάμενης πραγματικότητας, αλλά και της μεταξύ τους σχέσης. Κατά συνέπεια, οι όποιες απαντήσεις είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με οντολογικά και μεθοδολογικά ζητήματα, που οφείλουμε να λάβουμε υπ’ όψη για την όσο το δυνατόν πληρέστερη κατανόηση του θέματος, με το οποίο καταπιανόμαστε.

Εξάλλου, εκείνο που επίσης κρίνεται σκόπιμο, πριν περάσουμε σε μια πιο λεπτομερή αναφορά στην προβληματική συγκεκριμένων προσώπων, είναι η περιγραφή του γενικότερου κλίματος της εποχής που αναφερόμαστε, σε σχέση πάντα με το ρόλο της επιστήμης. Η επιρροή της τελευταίας, είναι τέτοιου μεγέθους και έντασης, ώστε να αποτελέσει καταλυτικό παράγοντα κυριολεκτικής μεταμόρφωσης των ευρωπαϊκών κοινωνιών σε όλα τα επίπεδα. Αξίζει να τονίσουμε πως ο χαρακτηρισμός «νέα επιστήμη» δικαιολογεί το όνομά του, όχι μόνο για τη ρήξη με ρεύματα όπως ο αριστοτελισμός και ο νεοπλατωνισμός, που άνοιξε νέους ορίζοντες και γέννησε καινούρια πεδία έρευνας, αλλά και για την ίδια την αναβάθμιση του ρόλου της επιστήμης, μέχρι του σημείου κατοχύρωσης μιας θέσης μέσα στην κοινωνία, την οποία κατείχε μέχρι τότε η θρησκεία. Η απελευθέρωση μάλιστα της επιστήμης από τα δεσμά και τους περιορισμούς της εκκλησίας, θα συνδυαστεί με την κατάκτηση των πρωτείων στην κοινή συνείδηση ως θεμελιώδους φορέα της κοινωνικής προόδου[1].

Βέβαια, για να καταστεί το παραπάνω εφικτό, προηγήθηκε η διάχυση της επιστημονικής νοοτροπίας σε όλο το φάσμα του κοινωνικού ιστού, με τρόπο που προώθησε τον εξορθολογισμό των κοινωνικών σχέσεων και θεσμών. Συνάμα, με τη συμβολή και της τεχνολογίας, δημιουργήθηκαν οι συνθήκες εντατικοποίησης της εκμετάλλευσης του φυσικού περιβάλλοντος, ώστε να ικανοποιηθούν οι βασικές ανθρώπινες ανάγκες σε πρωτοφανή βαθμό. Απόρροια αυτής της εξέλιξης, υπήρξε η συνολική άνοδος του βιοτικού επιπέδου, παρά τη συνεχιζόμενη και πιθανά διευρυνόμενη ανισοκατανομή του πλούτου[2]. Από αυτή την άποψη, δεν είναι τυχαίο πως κοινή συνιστώσα όλων των ιδεολογιών της νεωτερικότητας, τόσο αυτών που υποστήριζαν το νέο κοινωνικο-πολιτικό πλαίσιο, όσο και εκείνων που ασκούσαν κριτική ζητώντας ισοκατανομή του πλούτου, στήριζαν τις προσδοκίες για την επίτευξη των οραμάτων τους στον αποφασιστικό ρόλο που καλούνταν να διαδραματίσει η επιστήμη[3]. Τέλος, αξίζει να επισημάνουμε, πως στη συνείδηση των περισσότερων πρωταγωνιστών της επιστημονικής επανάστασης, το έργο τους όφειλε να έχει και μια ηθική αντανάκλαση, υπό την έννοια της προσωπικής τους συμβολής σε ένα φιλοσοφικό εγχείρημα, που θα είχε αποτέλεσμα τον καθορισμό της κοινωνικής πραγματικότητας[4].

Ξεκινώντας με την εξέταση της προβληματικής του Γαλιλαίου, ως πρώτου χρονολογικά ερευνητή, οφείλουμε να

Φ. ΜΠΕΙΚΟΝ

Φ. ΜΠΕΙΚΟΝ

επισημάνουμε πως στην εποχή που έζησε και παρήγαγε το επιστημονικό του έργο, η αυτονομία της επιστήμης και η ελεύθερη διατύπωση των όποιων συμπερασμάτων, κάθε άλλο παρά αυτονόητη θεωρούνταν. Μπορεί η δύναμη της εκκλησίας να είχε υποχωρήσει σε σχέση με το κλίμα που επικρατούσε την εποχή του ώριμου μεσαίωνα, όμως για την ουσιαστική αυτοτέλεια και τη χειραφέτηση της επιστήμης από την  κληρικαλιστική εξουσία, έπρεπε ακόμα να δοθούν μάχες και ο Γαλιλαίος υπήρξε ένας από τους πρωταγωνιστές της προσπάθειας αυτής. Για την εδραιωμένη πεποίθησή του, πως για τα φυσικά πράγματα η πρωτοκαθεδρία ανήκει στην επιστήμη και όχι στη θεολογία, πλήρωσε το τίμημα της δίωξης από την ιερά εξέταση και τον κατ’ οίκον περιορισμό στα τελευταία χρόνια της ζωής του.

Κάτω λοιπόν από αυτές τις συνθήκες, τα επιστημονικά επιτεύγματά του έχουν μια επιπλέον σημασία, καθώς συνέβαλαν τα μέγιστα στην αποκοπή της φυσικής επιστήμης από τις μεσαιωνικές μεταφυσικές δοξασίες[5] και όρισαν ευκρινώς το νέο πλαίσιο της. Συνάμα, η μηχανιστική αντίληψη που προώθησε για τη φύση, έμελε να εδραιωθεί και να αποτελέσει κυρίαρχη τάση στο νέο κοσμοείδωλο που αναδύονταν και έφτασε ως τον εικοστό αιώνα. Επιπλέον, η οντολογική παραδοχή πως η αλήθεια των φυσικών πραγμάτων βρίσκεται πίσω από τα φαινόμενα και η πεποίθηση ύπαρξης μαθηματικής αρμονίας στη φύση, είχαν επίδραση τόσο στη μεθοδολογία όσο και στην εξαγωγή συμπερασμάτων, έστω κι αν ορισμένα από τα τελευταία είναι προφανώς εσφαλμένα[6]. Όσον αφορά τη μεθοδολογία καθαυτή, κι εδώ μπορεί να θεωρηθεί ότι καινοτόμησε τουλάχιστον σε κάποια σημεία της. Έτσι, με αφετηριακό σημείο την παρατήρηση κάποιου φαινομένου (με βοήθεια εργαλείων σε αρκετές περιπτώσεις), χρησιμοποιεί την επαγωγή – παραγωγή στην εξαγωγή συμπερασμάτων. Ενώ, συνδυάζει απο τη μία, τη χρήση μαθηματικών,  τόσο για την αφαίρεση παραμέτρων, όσο και για τον υπολογισμό ποσοτικών σχέσεων των επιμέρους συνιστωσών του φαινομένου, και από την άλλη, την πειραματική (τουλάχιστον νοητική) επαλήθευση των προβλέψεων που προκύπτουν. Εξάλλου, ο ίδιος ορίζει την επιστημονική μέθοδο, ως συνδυασμό «αισθητών εμπειριών» (πειραμάτων) και «βέβαιων αποδείξεων» (μαθηματικά θεμελιωμένες συνεπωγωγές)[7]. Για τον Γαλιλαίο λοιπόν, ο ρόλος της επιστήμης δεν είναι άλλος από την ανάγνωση του βιβλίου της φύσης. Δηλαδή, την αποκωδικοποίηση των μυστικών της, μέσα σε αυστηρά καθορισμένο πλαίσιο, το οποίο προϋποθέτει τη γνώση της γλώσσας των μαθηματικών, γιατί σ’ αυτήν πιστεύει πως είναι γραμμένο το βιβλίο της φύσης. Η περάτωση της συγκεκριμένης διαδικασίας εναπόκειται στον διακριτό εφεξής ρόλο του επιστήμονα.

Ωστόσο, εκείνος που έδωσε μεγάλη έμφαση στη νέα επιστημονική εποχή είναι ο Φ Μπέϊκον, έστω κι αν περισσότερο από επιστήμονας, θεωρείται ένθερμος θιασώτης της νέας επιστήμης. Απορρίπτει την αριστοτελική μεθοδολογία, στο μέτρο που εκείνη δίνει προτεραιότητα στη νοητική σύλληψη αντί στα εμπειρικά δεδομένα. Ο Μπέϊκον, αποδίδει την ανεπάρκεια της αριστοτελικής λογικής στην λανθασμένη κατανόηση της επαγωγής, λόγω συλλογής τυχαίων, αυθαίρετων και χωρίς επαρκές ποσοτικό εύρος εμπειρικών δεδομένων. Το προηγούμενο γεγονός, οδηγεί σε αμφίβολες γενικεύσεις, δίχως ισχυρό πραγματολογικό υπόβαθρο. Αποτέλεσμα της όλης διαδικασίας, είναι τελικά η διαιώνιση των λαθών, που καλύπτονται πίσω από την κοινή λογική και την εύσχημη χρήση του λόγου[8].

Για τον Μπέϊκον, η γνώση παράγεται από την συστηματική παρατήρηση και αποτελεί το μέσο για την κυριαρχία πάνω στη φύση προς όφελος της κοινωνίας. Η επιστήμη λοιπόν, δικαιολογεί το ρόλο της στο μέτρο που δύναται να εξουσιάσει τη φύση, η οποία περιβάλει και επηρεάζει την ανθρώπινη ζωή[9]. Όσο για τη φύση, είναι σε θέση να αποκαλύψει τα μυστικά της, αρκεί ο άνθρωπος να αποδειχτεί επιδεκτικός μαθήσεως[10]. Για την επίτευξη αυτού του σκοπού, απαραίτητη προϋπόθεση αποτελεί, η αποτίναξη όλων των εγκαθιδρυμένων προκαταλήψεων από το ανθρώπινο μυαλό, καθώς συσκοτίζουν τα αισθητήρια και εμποδίζουν την προσέγγιση της πρωτογενούς εμπειρίας.

Σ’ αυτήν την προσπάθεια, χρησιμοποιεί τη θεωρία των «ειδώλων του νου», σαν μέθοδο κατηγοριοποίησης των διαφορετικών τύπων πλάνης – τεσσάρων συνολικά – που αποπροσανατολίζουν την κοινή συνείδηση. Περνώντας σε μια σύντομη αναφορά, το πρώτο είδος πλάνης οφείλεται στην εγγενή τάση ατόμων ή ομάδων, να υιοθετούν πίστεις και οπτικές που δεν έχουν εξετάσει την εγκυρότητα τους, με αποτέλεσμα τη δημιουργία μιας υποκειμενικής ή επιθυμητής αντίληψης του κόσμου. Η δεύτερη κατηγορία, αφορά την προσαρμογή του εξωτερικού κόσμου, σύμφωνα με την τάξη και την κανονικότητα του                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                           ανθρώπινου νου. Η τρίτη, οφείλεται στην παρερμηνεία διάφορων λέξεων, λόγω της καθημερινής τους χρήσης. Η τελευταία κατηγορία, έγκειται στην άκριτη αποδοχή εκ μέρους του κοινού ανθρώπου, των φιλοσοφικών αυθεντιών και στη μηχανική αναπαραγωγή δοξασιών του παρελθόντος[11]. Για τον Μπέϊκον, η εναργής νοηματοδότηση των όρων της γλώσσας, μοιάζει πρωτεύουσας σημασίας, όσον αφορά την απόδοση της εμπειρίας.

Μεθοδολογικά, η επιστημονική αλήθεια κατακτάται μέσω της εμπειρικής επαγωγής. Δηλαδή, προϋπόθεση της θεωρητικής γενίκευσης που οδηγεί στην αλήθεια της φυσικής πραγματικότητας, είναι η συλλογή επαρκών εμπειρικών δεδομένων. Από τις συγκεκριμένες επιμέρους παρατηρήσεις, εξάγονται αιτιακές συνδέσεις που εξηγούν κατηγορίες φαινομένων. Η εμπειρία κατέχει την απόλυτη προτεραιότητα, σύμφωνα με την οποία οφείλει να συμμορφωθεί ο νους[12]. Ενώ η παρατήρηση, οφείλει να οργανωθεί από τον επιστήμονα με τον πλέον αποτελεσματικό τρόπο για την εξαγωγή θεωρητικών συμπερασμάτων.

ΚΑΡΤΕΣΙΟΣ

ΚΑΡΤΕΣΙΟΣ

Έτσι, κρίνεται απαραίτητη η ευταξία των ευρημάτων, μέσω της χρήσης «συγκριτικών πινάκων», καθώς καθιστά δυνατή τη σύγκριση των αποτελεσμάτων της παρατήρησης. Στη μελέτη κάποιου φαινομένου, ο εντοπισμός της αιτιακής σχέσης που αναζητά ο ερευνητής, γίνεται εφικτή χάρη στη βοήθεια των πινάκων και αποτελεί το αποφασιστικό σημείο ανάμεσα στην εμπειρική και θεωρητική φάση της έρευνας. Με την κατοχή από την εμπειρική φάση, της «παραδειγματικής περίπτωσης», ο ερευνητής μπορεί να περάσει στην θεωρητική ερμηνεία[13].

Όσον αφορά την επιστημονική γνώση και την εξουσία που αυτή συνεπάγεται, οφείλει να έχει αντανάκλαση στην πρόοδο του ανθρώπου και της κοινωνίας. Αυτό γίνεται αντιληπτό, και από το ημιτελές έργο του Μπέϊκον Η Νέα Ατλαντίς, όπου σκοπός των επιστημόνων είναι αφενός η διερεύνηση των φυσικών αιτίων και μυστικών, αφετέρου η αύξηση της ανθρώπινης δύναμης. Στόχος της επιστημονικής προσπάθειας οφείλει να είναι, από τη μια η βελτίωση του βιοτικού επιπέδου και από την άλλη, η διάπλαση του ήθους και ο σεβασμός στη φυσική τάξη. Η επιστήμη για τον Μπέϊκον, είναι ή οφείλει να είναι, φορέας αδελφοσύνης, συνεργατικότητας, ευδαιμονίας[14].

Αντίθετα με την παραπάνω συλλογιστική, στην προβληματική του Καρτέσιου αίρεται η εμπιστοσύνη προς τα συμπεράσματα της εμπειρίας. Για τον Γάλλο φιλόσοφο, η εμπειρία αδυνατεί να καταστεί θεμελιώδες εργαλείο κατανόησης της φύσης, καθώς η λειτουργία των αισθήσεων είναι συχνά παραπλανητική[15]. Την θέση της, ως κριτήριο για την γνώση, καταλαμβάνει η απόλυτη βεβαιότητα για την αλήθεια των λεγομένων μας[16].

Αν και η αμφισβήτηση της εγκυρότητας των αισθήσεων, γεννά αμφιβολίες σχετικά με το κατά πόσο οι γνωστικές δυνάμεις του ανθρώπου μπορούν να εξηγήσουν, μέσω της επιστήμης, οριστικά και αμετάκλητα την φυσική πραγματικότητα. Εντούτοις, ο Καρτέσιος διακατέχεται από την επιθυμία της προώθησης της κατάλληλης επιστημονικής μεθόδου, ώστε να επιτευχθεί η υπέρβαση της συγκεκριμένης αμφιβολίας[17].

Αναφορικά με τη δομή της πραγματικότητας, συνίσταται από φυσικά σώματα που φέρουν πρωταρχικές και δευτερογενείς ιδιότητες. Τις δεύτερες, αποτελούν όσες ιδιότητες γίνονται αντιληπτές από τις αισθήσεις, οπότε εξαρτώνται από τις αντιδράσεις των αισθητήριων οργάνων και συνεπώς έχουν υποκειμενική υπόσταση[18]. Σε αντιδιαστολή, οι πρωταρχικές ιδιότητες των – εν κινήσει – σωμάτων, είναι ποσοτικά μετρήσιμες και γίνονται αντιληπτές μέσω του νου, ο οποίος έχει την ικανότητα να εισχωρεί στην μαθηματική διάσταση της πραγματικότητας.

Εξάλλου, η μοναδικότητα του ανθρώπου σε σχέση με τα υπόλοιπα έμβια όντα έγκειται ακριβώς στην αυτοσυνειδησία του και στην ικανότητα να σκέφτεται και ταυτόχρονα να  αντιλαμβάνεται αυτή τη ικανότητα[19]. Η διάνοια, είναι το ποιοτικό χαρακτηριστικό που τον κάνει να διαφέρει, και με τη λογική του μπορεί να φτάσει μέχρι τα θεμέλια του οντολογικού πυρήνα της πραγματικότητας[20] και να κατακτήσει τον κόσμο.

Όπως και για  τον Γαλιλαίο, η λειτουργία της φύσης κατά τον Καρτέσιο είναι μηχανιστική, ακόμα κι αν αυτό δεν είναι εμφανές. Εδώ ακριβώς συνίσταται κι ο στόχος της επιστήμης. Στην ανάδειξη δηλαδή, της πραγματικής – αντικειμενικής  ουσίας των πραγμάτων, μέσα από τον παραμερισμό των φαινομενικών παραμέτρων και των υποκειμενικών κρίσεων. Η επιστήμη οφείλει να παρουσιάσει την αληθινή υπόσταση των φυσικών όντων και να πετύχει μια πλατιά συναίνεση όλων των επιστημόνων, όσον αφορά τις θεμελιώδεις θεωρητικές αλήθειες του φυσικού κόσμου[21]. Η χρήση του λογικού κι όχι των εμπειριών είναι το εργαλείο γι’ αυτή τη διαδικασία.

Η καρτεσιανή μεθοδολογία, θεμελιώνεται στην αξιωματική μέθοδο ή μέθοδο της λογικής παραγωγής, η οποία είναι ενιαία για όλα τα πεδία της επιστημονικής έρευνας, ενώ  πρότυπό της αποτελεί η λειτουργία του νου στη σφαίρα των μαθηματικών. Αφετηρία της επιστημονικής έρευνας, αποτελεί η νοητική σύλληψη των αξιωμάτων, δηλαδή αυταπόδεικτων αληθειών που δεν επιδέχονται αμφισβήτηση (στο μέτρο που κάποιος δεν μπορεί να αποδείξει πως δεν ισχύουν) και κύριο χαρακτηριστικό τους είναι η απόλυτη καθαρότητα και διακριτότητα απ’ όλες τις υπόλοιπες αλήθειες. Από τα αξιώματα προκύπτουν συνεπαγωγικά τα θεωρήματα, δηλαδή προτάσεις που συγκροτούν την επιστήμη ως πλήρες αληθειακό σύστημα[22].

Κατά συνέπεια, εφόσον τα αξιώματα υπάρχουν στη σφαίρα της νόησης και δεν αποτελούν συμπεράσματα της

ΤΖ. ΛΟΚ

ΤΖ. ΛΟΚ

εμπειρίας, οι θεμελιώδεις αλήθειες των επιστημών προηγούνται της τελευταίας[23]. Επιπλέον, βασικό συστατικό της μεθοδολογίας αποτελεί η ανάλυση, η οποία ακολουθεί την εξής διαδικασία: α) παραδοχή μόνο των αδιαμφισβητήτων και δεδομένων στοιχείων και αποφυγή υιοθέτησης αμφίβολων κρίσεων, β) διαίρεση των εξεταζόμενων ζητημάτων σε  όσα τμήματα καθίσταται σωστό και αναγκαίο, γ) η εξέλιξη πορεύεται από τα απλούστερα και ευκολότερα ζητήματα στα πιο σύνθετα, και δ) επαλήθευση των δεδομένων, μέσω απαριθμήσεων και γενικών θεωρήσεων, ώστε να αποφευχθούν τυχόν παραλείψεις[24].

Όπως γίνεται αντιληπτό, για τον Καρτέσιο η επιστήμη είναι σε θέση να περιγράψει την φυσική πραγματικότητα, όχι επειδή η τελευταία είναι πρόθυμη να αποκαλύψει τα μυστικά της αν προσεγγίσουμε την εμπειρική αίσθηση όπως πίστευε ο Μπέϊκον, αλλά γιατί οι θεμελιώδεις αρχές βρίσκονται μέσα στον ανθρώπινο νου κι εκείνο που χρειάζεται είναι αυτοσυγκέντρωση, ώστε να αναφανούν οι απόλυτα καθαρές αλήθειες. Η αντικειμενική περιγραφή των φυσικών πραγμάτων είναι το αιτούμενο από την επιστήμη κι αυτό προϋποθέτει τη χρήση της λογικής, αποκαθαρμένης από τις όποιες επιρροές της εμπειρίας. Ακόμα κι αυτή η ύπαρξη του Θεού αποτελεί ένα λογικό πρόβλημα, η επίλυση του οποίου δια της αξιωματικής μεθόδου, διασφαλίζει το ίδιο το κύρος της λογικής, όταν καταπιάνεται με ζητήματα όπως η οντολογική τάξη του σύμπαντος[25].

Η επιστροφή σε μια άλλη εκδοχή του εμπειρισμού, συνιστά η εξέταση της προβληματικής του τελευταίου  χρονολογικά στοχαστή, του Τζ. Λοκ. Κεντρικό σημείο στη σκέψη του, συνιστά η παραδοχή ότι τα όρια της γνώσης και της εμπειρίας συμπίπτουν, ενώ ότι ξεπερνά την εμπειρία ή ότι δε δύναται να σχετιστεί μαζί της είναι εξ ορισμού μη γνωστό[26].

Αν για τον Καρτέσιο ο νους αποτελεί φορέα έμφυτων ιδεών που προϋπάρχουν της εμπειρίας, για τον Λοκ ο αντίστροφα, ο νους  αποτελεί tabula rasa (άγραφο χαρτί), όπου πάνω του καταγράφονται τα εμπειρικά δεδομένα. Η εισροή πληροφοριών γίνεται εφικτή χάρη στα αισθητήρια όργανα και ο νους αναλαμβάνει την επεξεργασία τους, αλλά οι αισθήσεις είναι αυτές που αναλαμβάνουν την ένταξη του ανθρώπου στο φυσικό του περιβάλλον και τον βοηθούν να συντονιστεί μαζί του[27]. Ένα ακόμα χαρακτηριστικό της προβληματικής του Λοκ, είναι ότι η γνώση του ανθρώπου είναι πεπερασμένη, ελλιπής κι αποσπασματική. Ωστόσο, ο άνθρωπος έχει τη διανοητική ικανότητα, παρά τις όποιες ατέλειες, να ανταποκριθεί στα πρακτικά, καθημερινά προβλήματα και να εξασφαλίσει την πρόοδο και την επιβίωση[28].

Στην εξυπηρέτηση των  συγκεκριμένων στόχων, εντοπίζει ο Λοκ και τη χρησιμότητα του ρόλου της επιστήμης. Δηλαδή, στην αποδοτική οργάνωση της ζωής, ώστε να επιλύονται τα ζητήματα βιοτικού επιπέδου και να εξασφαλίζεται η πολιτισμική ανέλιξη. Όμως, για τον ίδιο, η αξιολόγησή της επιστήμης με κριτήρια απόλυτης εγκυρότητας, είναι δίχως πραγματικό νόημα, γιατί διαφορετικά οφείλουμε να παραδεχτούμε πως δεν υπάρχει γνώση[29].

Η αλήθεια, παράγεται από την ανθρώπινη διάνοια, βάσει της επεξεργασίας των πρωτογενών δεδομένων που λαμβάνει από τις αισθήσεις. Ο δε τρόπος επεξεργασίας, βασίζεται στην «αρχή της συνδυαστικότητας», στην οποία εδράζεται η κεντρική μεθοδολογική προσέγγιση του κλασικού εμπειρισμού. Δηλαδή, οι προτάσεις περιγραφής του κόσμου από το ανθρώπινο λογικό, προέρχονται από κατάλληλο συνδυασμό των αισθητηριακών πληροφοριών[30]. Με αυτήν την έννοια, η εμπειρική γνώση συνίσταται σε πρωταρχικά συστατικά που αποτελούν τις «απλές ιδέες» της αισθητηριακής αντίληψης, αφενός του φυσικού κόσμου, αφετέρου του ίδιου του εαυτού[31].

Πιο συγκεκριμένα, στη γνωσιολογία του εμπειρισμού, οι αισθήσεις συλλαμβάνουν μεμονωμένα αισθητηριακά  δεδομένα, τα οποία επεξεργάζεται ο νους, δημιουργώντας αναπαραστάσεις του εξωτερικού κόσμου. Από τη συνένωση των βασικών ιδιοτήτων που καταγράφουν οι απλές ιδέες, σχηματίζονται τ’ αντικείμενα της καθημερινής ζωής. Η έκφραση των τελευταίων, γίνεται μέσω λέξεων οι οποίες ορίζονται μόνο δεικτικά, καθώς αδυνατούν να εκφραστούν με άλλες λέξεις: λευκό, γλυκό, βαρύ κ.ο.κ. Δηλαδή, τα αντικείμενα της καθημερινής ζωής, αποτελούν «σύνθετες ιδέες» που προκύπτουν από συνδυασμό συγκεκριμένων απλών ιδεών[32]. Συνεπώς, η γνώση της σύνθετης ιδέας συνίσταται στην αναγνώριση των βασικών γνωρισμάτων της, ως φυσικής ουσίας και στην έκφραση των γνωρισμάτων αυτών, μέσω ενός ορισμού, που αντιστοιχεί στο περιγραφόμενο φυσικό πράγμα[33]. Η συγκεκριμένη προσέγγιση ισχύει για το σύνολο των ιδεών του νου, από τις πιο απλές έως τις πιο αφηρημένες και περίπλοκες. Όσο για το γνωστικό τους κύρος, εξαρτάται από την ενάργεια του εμπειρικού τους περιεχόμενου[34].

Από αυτή την άποψη, οι ιδέες του νου ως υλικό της γνώσης, αποτελούν αντανάκλαση των φυσικών πραγμάτων και των ιδιοτήτων τους, που διατηρούνται στη μνήμη από προηγούμενες επαφές[35]. Το ζήτημα που προκύπτει από την προηγούμενη παραδοχή, αφορά  την εγκυρότητα της σχέσης μεταξύ ιδεών του νου και εξωτερικών υλικών όντων. Δηλαδή, πως είμαστε σίγουροι ότι η παραγόμενη από τις ιδέες γνώση είναι αντικειμενική και όχι φαντασίωση. Ο Λοκ αντί να εξοβελίσει την εμπειρία, προκειμένου να αποβάλει τις πλάνες από το νου, της αποδίδει διορθωτικό χαρακτήρα: «η εμπειρία διορθώνει την εμπειρία»[36]. Αποδεχόμενος τη διάκριση μεταξύ πρωτογενών και δευτερευόντων ιδιοτήτων, αξιολογεί ως θεμέλιο της επιστημονικής γνώσης τα προϊόντα των αισθήσεων, καθώς οι πρωτογενείς ιδιότητες περιγράφουν την αντικειμενική κατασκευή των σωμάτων και κατά συνέπεια, αντιστοιχούν στη δομή των φυσικών όντων. Η μέτρηση των ποσοτικών χαρακτηριστικών των σωμάτων, παρέχει τη δυνατότητα στην επιστήμη να παράγει μια, κατά το μέτρο του εφικτού, αντικειμενική θεωρητική εικόνα του φυσικού συστήματος, η οποία δοκιμάζεται και επιβεβαιώνεται από την καθημερινή επαφή με το φυσικό κόσμο[37]. Μια ακόμα απόδειξη της αντικειμενικής εικόνας του κόσμου που αντανακλάται στο σύστημα ιδεών μας, αποτελεί το γεγονός πως οι ιδέες των πραγμάτων καταγράφονται στο νου χωρίς τη θέλησή μας, εφόσον τα αισθητήριά μας εστιάζουν στην παρατήρηση του κόσμου, και οι  παραγόμενες εικόνες είναι αδύνατο να διαγραφούν[38].

Ωστόσο, για τον Λοκ τα όρια της επιστήμης είναι σαφώς πεπερασμένα. Κατ’ αρχήν η επιστήμη είναι αυστηρά περιγραφική, με βάση την υπόθεση πως τα φυσικά πράγματα κατέχουν «δυνάμεις», οι οποίες γίνονται αντιληπτές μέσω της επίδρασής τους στα αισθητήριά μας κι όχι όπως είναι καθαυτές. Οπότε, αν και η επιστήμη μπορεί να περιγράψει τη λειτουργία των πραγμάτων, αδυνατεί να ερμηνεύσει γιατί λειτουργούν με το συγκεκριμένο τρόπο κι όχι με διαφορετικό[39]. Επιπλέον, στη διαδικασία γνώσης κάποιου υλικού πράγματος ενυπάρχει υποχρεωτικά η υποκειμενική αίσθηση. Η επαναληπτική εμφάνιση του πράγματος με τη συγκεκριμένη του μορφή, το καθιστά στη συλλογική εμπειρία ως «ονομαστική ουσία». Την «πραγματική ουσία» του όμως, η οποία συνίσταται στο ότι ακριβώς λειτουργεί ως «δύναμη συνοχής» των ιδιοτήτων που αντιλαμβανόμαστε, είναι ανέφικτο να τη γνωρίσουμε[40].

Με βάση τους παραπάνω περιορισμούς, η επιστήμη αδυνατεί να διεισδύσει στον οντολογικό πυρήνα των πραγμάτων και να γνωρίσει τις θεμελιώδεις «φυσικές μορφές» σε όλο τους το βάθος. Η συγκεκριμένη παραδοχή συνεπάγεται, πως παρά την ωφέλεια της επιστημονικής γνώσης, αυτή δεν παύει να παραμένει περιορισμένη κι όχι απόλυτη, λόγω των εγγενών αδυναμιών του νου. Η γνώση δεν δύναται να κατακτήσει τη βεβαιότητα των μαθηματικών αληθειών και παραμένει ενδεχομενική και πιθανολογική.

Συνοψίζοντας, μπορούμε να διακρίνουμε τόσο διαφορές όσο και ομοιότητες σχετικά με τις οντολογικές παραδοχές, τη μεθοδολογία, αλλά και τα όρια και τις προοπτικές της επιστήμης, στη σκέψη των διανοητών που εξετάσαμε. Σταχυολογώντας, μπορούμε να διακρίνουμε τις κοινά στοιχεία τόσο στη μηχανιστική αντίληψη για τη φύση,  όσο και για την ανάγκη ανάδειξης της πραγματικής ουσίας των πραγμάτων, πίσω από τις φαινομενικότητες,  που χαρακτηρίζουν την προβληματική τόσο του Καρτέσιου, όσο και του Γαλιλαίου. Επιπλέον, παρά τις μεθοδολογικές και οντολογικές διαφορές μεταξύ Καρτέσιου και Μπέϊκον, κοινό σημείο μεταξύ τους αποτελεί η αισιοδοξία για κατάκτηση της γνώσης σε απόλυτο βαθμό. Αντίθετα, ο Λοκ αν και θεωρεί την εμπειρία θεμελιώδη για τη γνώση, όπως ακριβώς και ο Μπέϊκον, δε συμμερίζεται την αισιοδοξία του τελευταίου για τα όρια της επιστημονικής γνώσης. Για τον Λοκ, το βιβλίο της φύσης, μπορεί να διαβαστεί εν μέρει, λόγω περιορισμών που θέτει η ανθρώπινη διάνοια. Τέλος, κοινή πεποίθηση αποτελεί η πίστη για το ρόλο της επιστήμης, ως φορέα προόδου, κοινωνικής ευμάρειας και πολιτιστικής ανέλιξης.

Βέβαια, σε τελική ανάλυση, διαφαίνεται αδυναμία διαμόρφωσης μια ενιαίας φιλοσοφικής προσέγγισης της επιστήμης. Αυτό προφανώς έχει να κάνει με το συνδυασμό των οντολογικών και μεθοδολογικών αφετηριών του κάθε διανοητή. Η φύση είναι δυνατόν να περιγραφεί από την επιστήμη, αλλά τα όρια και η οπτική αυτής της περιγραφής διανύει το τόξο ανάμεσα στην απολυτότητα και τον σχετικισμό.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1.  ΒΑΛΛΙΑΝΟΣ Π/ Οι Επιστήμες της Φύσης και του Ανθρώπου στην Ευρώπη/ Εκδ ΕΑΠ/ Πάτρα 2001
                                                                                                                           Δ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ                             


[1]               Π. Βαλλιανός, Οι επιστήμες της φύσης και του ανθρώπου στην Ευρώπη, τα Β’, εκδ. ΕΑΠ, σελ. 91, Πάτρα 2001, Εφεξής θα χρησιμοποιούμε συντομογραφία αντί τίτλου.

[2]               Ο.π, σελ 91

[3]               Ο.π, σελ 91

[4]               Ο.π, σελ 92

[5]               Ο.Π/ σελ. 49

[6]               Ο.Π/ σελ. 49

[7]               Ο.Π/ σελ. 40

[8]               Ο.Π/ σελ. 94,95

[9]               Ο.Π/ σελ. 95

[10]             Ο.Π/ σελ. 96

[11]             Ο.Π/ σελ. 95

[12]             Ο.Π/ σελ. 96

[13]             Ο.Π/ σελ. 96

[14]             Ο.Π/ σελ. 97,98

[15]             Ο.Π/ σελ. 99

[16]             Ο.Π/ σελ. 99

[17]             Ο.Π/ σελ. 100

[18]             Ο.Π/ σελ. 100

[19]             Ο.Π/ σελ. 100

[20]             Ο.Π/ σελ. 101

[21]             Ο.Π/ σελ. 101

[22]             Ο.Π/ σελ. 101

[23]             Ο.Π/ σελ. 102

[24]             Ο.Π/ σελ. 102, 103

[25]             Ο.Π/ σελ. 102

[26]             Ο.Π/ σελ. 111

[27]             Ο.Π/ σελ. 111

[28]             Ο.Π/ σελ. 111

[29]             Ο.Π/ σελ. 111, 112

[30]             Ο.Π/ σελ. 112

[31]             Ο.Π/ σελ. 112

[32]             Ο.Π/ σελ. 112

[33]             Ο.Π/ σελ. 112

[34]             Ο.Π/ σελ. 112

[35]             Ο.Π/ σελ. 112,113

[36]             Ο.Π/ σελ. 113

[37]             Ο.Π/ σελ. 113

 

[38]             Ο.Π/ σελ. 113

 

[39]             Ο.Π/ σελ. 114

 

[40]             Ο.Π/ σελ. 113

 

Advertisements
Σχολιάστε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: