Skip to content

ΕΥΡΩΠΗ: Η ΕΠΙΣΤΗΜΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ Κ. ΠΟΠΠΕΡ 20ος αι.

01/07/2013

Η ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΨΗ ΤΗΣ ΕΠΑΓΩΓΗΣ (ΚΑΡΛ ΠΟΠΠΕΡ 1902-1994)

ΚΑΡΛ ΠΟΠΠΕΡ

ΚΑΡΛ ΠΟΠΠΕΡ

Ο Καρλ Πόππερ αποτέλεσε το στοχαστή που έκφρασε πρώτος την ανάγκη υπέρβασης των ορθοδοξιών του θετικισμού, ώστε να τεθεί η κατανόηση της επιστημονικής μεθόδου σε νέα θεμέλια. Ανέπτυξε συστηματικά τις πτυχές μιας πρωτότυπης θεωρίας της επιστημονικής έρευνας κι αναδείχτηκε σε έναν από τους κορυφαίους διανοητές του 20ου αιώνα. Οι απόψεις του άσκησαν βαθιά επιρροή στη φιλοσοφία της επιστήμης αλλά και στις κοινωνικές επιστήμες και την πολιτική θεωρία.

 

Η αφετηριακή διαπίστωση του Πόππερ είναι ότι το πρόβλημα της επαγωγής, όπως το είχε ορίσει αρχικά ο Χιουμ είναι άλυτο. Η προσπάθεια υπολογισμού της πιθανότητας μιας θεωρητικής υπόθεσης με κριτήριο το σώμα των εμπειρικών δεδομένων που τη στηρίζει καταλήγει πάντα σε σχετικά & υποκειμενικά αποτελέσματα. Ο βαθμός αξιοπιστίας που αποδίδεται αρχικά σε μια επιστημονική πρόταση εξαρτάται αποκλειστικά & μόνο από τις διαθέσεις & προτιμήσεις του ερευνητή, τις οποίες μόνο εν μέρει τροποποιεί το εμπειρικό αποδεικτικό υλικό που θα συλλεχθεί.  Δεν υπάρχει τρόπος εξασφάλισης σύγκλισης των εξηγητικών & θεωρητικών επιλογών των επιστημόνων γύρω από έναν άξονα κοινών παραδοχών. Συνεπώς το πιο αξιοσημείωτο χαρακτηρηστικό των φυσικών επιστημών παραμένει ανεξήγητο. Η εμπειρική επαλήθευση αδυνατεί να αποφέρει μια ισχυρή διυποκειμενική συναίνεση σχετικά με το κύρος των γενικών προτάσεων.

Η επιστημολογία των εμπειριστών του 18ου αι. αποτελεί μια έρευνα που επικεντρώνει στη μελέτη του υποκειμένου της γνώσης, γεγονός που επιφέρει σύγχυση & αοριστία, λόγω ψυχολογικών παραγόντων. Ο Χιουμ έχοντας επίγνωση της συγκεκριμένης συνέπειας, προτείνει μια ψυχολογική «λύση» στο πρόβλημα της επαγωγής, ενώ η τελική συμβουλή του είναι να μάθουμε να ζούμε με την αβεβαιότητα & την αμφιβολία. Το πρόβλημα είναι πως μια τέτοια κατάληξη υπονομεύει δραστικά το κύρος της επιστήμης. Το τι θα επιλέξει κανείς να εκλάβει ως αιτιακή σύνδεση δύο γεγονότων Α και Β εξαρτάται από τις συνήθειες και τις διαθέσεις που έχει αποκτήσει από την εμπειρία και την παιδεία του. Οπότε είναι μια αυθαίρετη επιλογή, η οποία αδυνατεί να διαχωρίσει τη γνήσια (αντικειμενική) εξάρτηση του Α από το Β, την οφειλόμενη στην ίδια τη φύση των πραγμάτων & στην τυχαία χρονική & τοπική γειτνίαση του Α και του Β που δεν παραπέμπει σε αιτιακή σχέση, αλλά είναι απλή σύμπτωση, μια σχέση «κατά το συμβεβηκός».

Η υποκειμενική θεωρία της πιθανότητας, η διερεύνηση δηλαδή των προϋποθέσεων για μια νοητική κατάφαση σε μια πρόταση, κατατρύχεται επιπρόσθετα από το λογικό άτοπο (βλέπε χορό της βροχής στους Ινδιάνους).

 

Από παρόμοιες υπογραμμίσεις υπονομεύεται και η εργαλειακή ερμηνεία των θεωρητικών προτάσεων της επιστήμης που είχε καταλήξει ο θετικισμός. Μια θεωρία συνοψίζει εκ των υστέρων με τον απλούστερο & λειτουργικότερο τρόπο τα δεδομένα της μέχρι τότε επιστημονικής έρευνας και δικαιώνεται μόνο στην περίπτωση επίτευξης επιτυχών προβλέψεων. Κατά τον Χιουμ όμως, το υποκείμενο οφείλει να θεωρήσει κάθε παρατηρούμενο γεγονός Α ριζικά αυτοτελές & αυτόνομο και δίχως καμιά ουσιώδη διαπλοκή με ένα άλλο Β, η οποία οφείλεται στη φύση των πραγμάτων (στον τρόπο κατασκευής της φύσης), τότε κάθε θεωρητική σύνοψη ενός σώματος εμπειρικών ευρημάτων εκφράζει μόνο τη φαντασία & την επινοητικότητα τού στοχαστή που την παράγει και όχι την αντικειμενική δομή του κόσμου.

 

Όμως, με αναφορά στο ίδιο εμπειρικό υπόβαθρο μπορεί να παραχθεί πληθώρα ετερόκλητων θεωρητικών γενικεύσεων. Το εμπειρικό υλικό δεν περιορίζει τη θεωρητική φαντασία ούτε αποκλείει την πιο ακραία ή πιο προκλητική υπόθεση. Αυτό όμως υπονομεύει αμετάκλητα το πρόγραμμα των θετικιστών, ενώ για τον Πόππερ η συγκεκριμένη ασυμετρία αποτελεί θεμέλιο της μεθοδολογίας του.

Υπό την αποδοχή των παραπάνω, οι θετικιστές μόνο εκ των υστέρων μπορούν να διαπιστώσουν εάν μια θεωρία έκανε επιτυχείς προβλέψεις. Ενώ πρόβλεψη για το μέλλον με την αυστηρή έννοια δεν υφίσταται. Το δυνατότερο εφικτό είναι να μαντέψουμε κάποιες εκβάσεις, των οποίων η επιτυχία θα στηρίζεται στην τύχη. Βέβαια, κάτι τέτοιο δύναται να πράξει οποιαδήποτε «θεωρία», ακόμα και θεολογική ή μυστικιστική. Επειδή η θετικιστική αντίληψη για την επιστήμη μένει εγκλωβισμένη μέσα στο υποκείμενο της γνώσης & στον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζεται ο κόσμος σ’ αυτό, αρνούμενη να μιλήσει για αντικειμενική δομή των πραγμάτων η οποία βρίσκεται πίσω από τα φαινόμενα που περιγράφουν οι αισθήσεις, δε διαθέτει τελικά πειστική εξήγηση για την πρακτική επιτυχία των επιστημονικών θεωριών. Ούτε είναι σε θέση να εξηγήσει σε τι διαφέρει από την πρακτική επιτυχία της μαγείας.

 

Το γεγονός που τονίζει εμφατικά ο Πόππερ και έχει κρίσιμη μεθοδολογική σημασία είναι πως εάν κανείς ΚΑΡΛ ΠΟΠΠΕΡ 2ενδιαφέρεται αποκλειστικά για την εμπειρική επαλήθευση μιας θεωρίας, τότε δεν υπάρχει θεωρία που να μην επαληθεύεται. Για τους υποστηρικτές μιας θεωρία δεν υπάρχουν εμπόδια στην εύρεση ή την κατασκευή εμπειρικών στοιχείων που να την επαληθεύουν. Ενώ μπορούν να ερμηνεύουν το διαθέσιμο εμπειρικό υλικό με τρόπο που να επιβεβαιώνει τις πρότερες θεωρητικές ή ιδεολογικές τους δεσμεύσεις.

Η αστρολογία αποτελεί μια ψευδοεπιστήμη με αξιόλογη εμπειρική επαλήθευση, ικανή να κάνει προβλέψεις και να εξηγεί αναδρομικά την ανθρώπινη συμπεριφορά. Η θεωρητική υπόθεση ότι ο Θεός ελέγχει και κυβερνάει τον κόσμο είναι επαληθεύσιμη, και με υψηλό βαθμό πιθανότητας, ακριβώς επειδή κάθε συμβάν δύναται να αποδοθεί στις προβλέψεις της. Από μόνη της λοιπόν η επιτυχία μιας θεωρίας να οργανώσει με αποτελεσματικό τρόπο ένα σώμα δεδομένων δε μας λέει τίποτα απολύτως σχετικά με την επιστημονικότητά της. Το ίδιο ισχύει και για τις 2 νέες «επιστήμες», τον μαρξισμό & την ψυχανάλυση. Και σ’ αυτές τις περιπτώσεις ο θεωρητικός είναι προκαταβολικά αποφασισμένος να ερμηνεύσει οποιοδήποτε εμπειρικό εύρημα με τρόπο που να στηρίζει τη θεωρία του, αγνοώντας εκείνα που κατάφορα τη διαψεύδουν ή τροποποιώντας την τεχνηέντως, ώστε να αφομοιώσει ένα αρνητικό πειραματικό αποτέλεσμα χωρίς να εγκαταλείπει τις βασικές παραδοχές της. Για παράδειγμα, ο αναλυόμενος σε περίπτωση αποδοχής του οιδιπόδειου επιβεβαιώνει τη θεωρία, ενώ στην περίπτωση άρνησης εμπίπτει στην κατηγορία της «αντίστασης».Η θετικιστική μεθοδολογία αδυνατεί να εξηγήσει το ιδιαίτερο & μοναδικό κύρος της επιστήμης, αλλά και να χαράξει τα όρια μεταξύ της επιστημονικής θεωρίας & θεολογίας ή μεταφυσικής.

Στις πιο ακραίες & εκλαϊκευμένες εκδοχές της, καθώς και ως κοσμοθεωρία που ερμηνεύει τη σχέση του νου με την πραγματικότητα, ρέπει προς ένα θεμελιακό λογικό σφάλμα, από το άτοπο της «κατάφασης στην απόδοση ή στη συνεπαγωγή» ενός υποθετικού λόγουΑπό την εμπειρική ύπαρξη ενός συγκεκριμένου αποτελέσματος δεν είμαστε σε θέση να συμπεράνουμε τη μία και πραγματική αιτία του φαινομένου αυτού, διότι είναι λογικώς δυνατόν το ίδιο αποτέλεσμα να παραχθεί από μια πληθώρα αιτιών πέρα από εκείνη την οποία η δικής μας θεωρία υποθέτει.

 Η ΛΟΓΙΚΗ ΤΟΥ MODUS TOLLENS ΚΑΙ Η ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΔΙΑΨΕΥΣΙΜΟΤΗΤΑΣ

Με δεδομένη την λογική & πρακτική αποτυχία της θετικιστικής εκδοχής της εμπειρικής επαγωγής για επαλήθευση της αλήθειας των υποθέσεων και των θεωριών μας, Ο Καρλ Πόππερ υπογράμμισε ότι αν η επαλήθευσή τους είναι αδύνατη δεν σημαίνει ότι δεν μπορούμε να διακριβώσουμε ποια από τις υπό εξέταση υποθέσεις είναι ψευδής.

Έτσι αν δεν ισχύουν οι εμπειρικές συνέπειες που προβλέπει η υπόθεση, τότε οφείλουμε να απορρίψουμε και την παραδοχή από την οποία πηγάζουν.

Η διαδικασία αυτή είναι διαφορετική από αυτή των πιθανοτήτων στην οποία στηρίζεται η μεθοδολογία της επαλήθευσης. Ο λογικός της πυρήνας είναι παραγωγικός (deductive) και αντιστοιχεί σε έναν από τους βασικούς τύπους για την παραγωγή λογικά έγκυρων (valid) επιχειρημάτων, που ονομάζεται modus tollens. Εάν μια υπόθεση Υ συνεπάγεται μια συγκεκριμένη εμπειρική πρόβλεψη Ε (α: Υ—–>Ε), και ο πειραματικός έλεγχος δείχνει ότι στην πραγματικότητα το Ε δεν παρατηρείται (β: -Ε), τότε είμαστε απόλυτα βέβαιοι, χωρίς αμφιβολία, ότι η Υ δεν αληθεύει. Από την ταυτόχρονη αλήθεια των προτάσεων (α) & (β) έπεται με απόλυτη βεβαιότητα το συμπέρασμα – Υ. Έτσι, δεν υφίσταται λογικό περιθώριο να αμφισβητηθεί το συμπέρασμα, και η ερευνητική υπόθεση με την οποία αρχίσαμε τίθεται οριστικά εκτός μάχης.

Το αποτέλεσμα αυτό είναι άκρως επιθυμητό στην πειραματική έρευνα, επειδή αποκλείει εμφανώς αδιέξοδες προτάσεις, για τις οποίες σε άλλες περιστάσεις θα σπαταλούσαμε διανοητική ενέργεια & υλικούς πόρους. Μετά την έκβαση αυτή ο προσανατολισμός της πειραματικής έρευνας είναι σαφέστερος & ακριβέστερος, πράγμα που επιτρέπει να πούμε όχι ότι φτάσαμε στην αλήθεια αλλά την πλησιάσαμε.

Το αρνητικό πειραματικό αποτέλεσμα ονομάζεται αντιπαράδειγμα και κατέχει εξαιρετικά κρίσιμο ρόλο. Μπορεί μια καθολική πρόταση να μην μπορεί να επιβεβαιωθεί ή να διαψευστεί αλλά η ανακάλυψη ενός και μόνο αντιπαραδείγματος μπορεί να διαψεύσει μια καθολική πρόταση π.χ. «όλοι οι κύκνοι είναι λευκοί», η ύπαρξη ενός και μόνο μαύρου κύκνου μπορεί να τη διαψεύσει για πάντα. Η παρατήρηση του αντιπαραδείγματος είναι τεχνικά δυνατή και υπό τις περιορισμένες δυνατότητες των αισθητηρίων μας & των επιστημονικών μας οργάνων: το μόνο που χρειάζεται είναι η προσκόμιση ενός & μόνο εμπειρικού δεδομένου.

Επιστημονική είναι λοιπόν μια διαδικασία οργανωμένη κατά τρόπο που να διευκολύνει τη διάψευση των θεωριών μας. Η ορθολογικότητα της επιστήμης απέναντι σε άλλες δραστηριότητες του ανθρώπινου νου έγκειται ακριβώς στην συστηματική προσπάθεια έκθεσης των θεωρητικών μας παραδοχών στον έλεγχο της παρατήρησης, ώστε να αποκαλυφθεί εκείνο το συστατικό τους που τις φέρνει σε αντίθεση με τη δομή των πραγμάτων.

Από αυτήν την άποψη, η θεωρία δεν είναι ποτέ αυτοσκοπός Κατά τον Πόππερ ο θεμελιακός στόχος της επιστημονικής έρευνας δεν είναι με κανένα τρόπο η επιβεβαίωση της αλήθειας όπως την κατανοούμε σήμερα, αλλά η ανακάλυψη ριζικά νέας και πιο ενδιαφέρουσας αλήθειας, και μάλιστα τέτοιας που ακυρώνει αυτό που ισχύει ως αλήθεια στο παρόν.

Με τον τρόπο αυτό ο Πόππερ πιστεύει ότι οριοθετεί (ουσιαστική διαφορά) την επιστήμη απέναντι στη μη επιστήμη. Η επιστημονικότητα μιας θεωρίας είναι εκ των προτέρων φανερή όταν εξετάζουμε τη λογική δομή της. Η ουσιαστική διαφορά από τις υπόλοιπες προτάσεις, αποτελεί η διατύπωση με τρόπο που να υποδεικνύει & να προκαλεί τους πειραματικούς ελέγχους που θα την ακύρωναν αν ήταν ψευδής.

 

Κάτι που χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή είναι ότι μια θεωρία ακόμα κι αν περνάει επιτυχώς τον έλεγχο επιστημονικότητας (υποδεικνύει τους τρόπους διάψευσής της) δεν είναι κατ’ ανάγκη και αληθής. Πολλές επιστημονικές θεωρίες που συνέβαλαν στην πρόοδο της φυσικής μας γνώσης τελικά διαψεύστηκαν μες στην πορεία της επιστημονικής έρευνας. Η ορθολογικότητα μιας θεωρίας δεν εξαρτάται επουδενί από την αλήθειά της, την οποία εξάλλου δεν μπορούμε να γνωρίζουμε την στιγμή που προτείνεται. Εξαρτάται από το αν προτείνει καινούριους τρόπους εμπλοκής με τη φυσική πραγματικότητα και επεξεργασίας των πειραματικών δεδομένων, έστω κι αν τελικά μέσα από τη διαδικασία αυτή αποδειχτεί ότι οι εξηγητικές της υποθέσεις είναι αβάσιμες.

 

Η θεωρία της διαψευσιμότητας του Πόππερ διαποτίζεται από μια σειρά παράδοξα., με πρώτο εκείνο του δημιουργικού ρόλου που αποδίδει στο ψεύδος ως καταλύτη στη διαδικασία προαγωγής της επιστημονικής γνώσης. Η επιστημονική κοινότητα οφείλει να παράγει καινοτόμες & εικονοκλαστικές θεωρίες, ακόμα κι αν τελικά αποδειχτούν ψευδείς, γιατί μόνο έτσι δοκιμάζεται η αντοχή του θεωρητικού συστήματος που κυριαρχεί εκάστοτε στην επιστημονική πρακτική. Αντίθετα ο θετικισμός υποστηρίζει μόνο εκείνες τις προτάσεις που είναι συμβατές με τη θεωρία, η οποία διαθέτει τη μεγαλύτερη εμπειρική πιθανότητα. Η κομφορμιστική αυτή πρακτική διαιωνίζει τελικά τα κατεστημένα & παραδοσιακά πρότυπα.

Στο σύστημα του Πόππερ, η λειτουργία της θεωρίας ενισχύεται & υποβαθμίζεται ταυτόχρονα.

Ενισχύεται διότι απελευθερώνεται από την κηδεμονία συμβατικών & κατεστημένων θεωρητικών υποδειγμάτων. Η θεωρία που εκάστοτε επικρατεί δεν υποχρεώνει με κανένα τρόπο τον επιστήμονα να υιοθετήσει τις παραδοχές της. Αν γίνονταν κάτι τέτοιο θα σταματούσε η πρόοδος των επιστημονικών γνώσεων & η πειραματική διαδικασία θα εκφυλίζονταν σε προσπάθεια διαιώνισης της κατανόησης που μας κληροδοτήθηκε. Η επιστήμη κοιτάει προς το μέλλον, το οποίο αν και άγνωστο επιτρέπει μια ασφαλή πρόβλεψη: ότι οι μελλοντικές θεωρίες θα είναι τελείως διαφορετικές από αυτές που δεχόμαστε ως αληθείς σήμερα

 

Ο Θεμελιακός στόχος της επιστημονικής έρευνας είναι η ανακάλυψη ριζικά νέας και πιο ενδιαφέρουσας αλήθειας από αυτή που δεχόμαστε σήμερα, και μάλιστα να ακυρώνει την παρούσα αλήθεια. Κάθε θεωρία της επιστήμης, υπό το συγκεκριμένο πλαίσιο, οφείλει να κρατήσει ανοιχτό αυτόν τον ορίζοντα.

 

Ο Επιστήμονας έχει το δικαίωμα να εφευρίσκει, να επινοεί, να οραματίζεται θεωρίες που περιγράφουν τη δομή του κόσμου με νέους & ανεπανάληπτους τρόπους.

Η επιστημονική θεωρία είναι συνεπώς μια σειρά πεπαιδευμένων εικασιών. Είναι πεπαιδευμένες γιατί δεν πρόκειται για αυθαίρετες διαισθήσεις & οραματισμούς, αλλά πηγάζουν από τη συστηματική τριβή με το εμπειρικό υλικό αλλά και με τις άλλες θεωρίες. Ωστόσο δεν παύουν να είναι «μαντεψιές» σχετικά με το πώς θα μπορούσε να είναι η πραγματικότητα αν τη βλέπαμε από άλλη γωνία & με διαφορετικές θεωρητικές αφετηρίες, αν τολμούσαμε να δούμε το μέλλον όχι σαν συνέχεια του παρελθόντος αλλά ως εκ θεμελίων αναδιάρθρωσή του. Οι επιστημονικές αυτές εικασίες υποβάλλονται στη συνέχεια στον απαραίτητο εμπειρικό έλεγχο με στόχο την ενδεχόμενη διάψευσή τους.

 

Ενώ όμως η αντίληψη αυτή απελευθερώνει τη δημιουργική άσκηση της επιστημονικής φαντασίας, ταυτόχρονα υποβαθμίζει δραστικά την αξία της θεωρίας στο πλαίσιο της ερευνητικής δραστηριότητας, με την έννοια ότι η θεωρία παύει να είναι αυτοσκοπός. Η παραγωγή επιστημονικής γνώσης αρχίζει πάντα με τη διαπίστωση ενός προβλήματος μέσα στη φυσική ή κοινωνική τάξη, δηλαδή μιας κατάστασης πραγμάτων που ο ανθρώπινος νους αδυνατεί να εξηγήσει προς το παρόν. Το αρχικό ερέθισμα για την παραγωγή ιδεών αποτελεί πάντα μια υπαρκτική δυσκολία ή αδιέξοδο στην ανθρώπινη προσπάθεια προσαρμογής στον υλικό περίγυρο της ζωής (φιλοσοφία του πραγματισμού Ch.S Peirce). Η αντίδρασή μας στο αντικειμενικό πρόβλημα που διαπιστώθηκε, είναι μια εικασία που αφορά τους λόγους που το προκαλούν & τους τρόπους υπέρβασής του. Η εικασία αποτελεί μια «προσωρινή θεωρία» που στη συνέχεια ελέγχεται εμπειρικά για να εντοπιστούν πιθανά λάθη που κρύβονται μέσα της. Η προσωρινή θεωρία επιτρέπει τον επιτυχημένο χειρισμό του προβλήματος που την προκάλεσε, ενώ ο κριτικός έλεγχός της φέρνει στην επιφάνεια αντικειμενικά προβλήματα άλλου τύπου, τα οποία δεν μας επέτρεπε να δούμε η αρχική μας υπαρκτική & διανοητική κατάσταση. Η επιστήμη ως κριτική διαδικασία διαρκούς αναθεώρησης των παραδοχών μας για τον κόσμο ή ως «διαρκής επανάσταση» συνοψίζεται στο συγκεκριμένο σχήμα: Ρ1—–>ΤΤ1—–>ΕΕ—–>Ρ2

Ρ1: το αρχικό πρόβλημαΤΤ1: η προσωρινή θεωρία που το εξηγείΕΕ: η προσπάθεια για απάλειψη του ψεύδους –  Ρ2: το νέο πρόβλημα που ξεπηδά μέσα από την αντιπαραβολή προσωρινής θεωρίας & πραγματικότητας.

Το άλλο λογικό παράδοξο της θεωρίας του Πόππερ, είναι απόρροια κατανόησης της επιστημονικής μεθόδου, όπως περιγράφτηκε παραπάνω. Δηλαδή, η ιδέα ότι η πρόοδος των φυσικών μας γνώσεων εξαρτάται από την εκάστοτε επιλογή των θεωριών με τη λιγότερη εκ πρώτης όψεως εμπειρική πιθανότητα. Βασικό κριτήριο για την ορθολογικότητα μιας θεωρίας είναι για τον Πόππερ το εύρος του εμπειρικού της περιεχομένου, δηλαδή, ο αριθμός & το είδος των εμπειρικών προβλέψεων που λογικά πηγάζουν απ’ αυτήν. Όσο περισσότερες & πιο καινοφανείς είναι οι προβλέψεις αυτές, τόσο περισσότερες είναι και οι δυνατότητες για τον πειραματικό της έλεγχο. Εύλογα συμπεραίνουμε ότι η θεωρία με τον υψηλότερο βαθμό διαψευσιμότητας είναι εκείνη με το χαμηλότερο βαθμό πιθανότητας, ακριβώς επειδή το εύρος & το είδος των προβλέψεών της μας παρέχουν πολύ μεγαλύτερο περιθώριο διάψευσης στην περίπτωση που όντως είναι ψευδής. Αυτό εκφράζει με άλλο τρόπο την πρωταρχική ιδέα ότι επιστημονική θεωρία είναι εκείνη που από τη ίδια της τη δομή μας παρέχει τα μέσα για να βρούμε αντιπαράδειγμα που ενδεχομένως θα την καταρρίψει.

 

Η «ΑΝΑΓΩΓΗ» ΤΩΝ ΘΕΩΡΙΩΝ. Η ΑΛΗΘΟΦΑΝΕΙΑ ΤΗΣ ΠΡΟΣΩΡΙΝΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣ & ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ

 ΠΟΠΕΡ 4  Για τον Πόππερ, η επιστημονική πρόοδος δεν αποτελεί μετάβαση από λιγότερο σε περισσότερο αληθείς θεωρίες, όπου οι πρωιμότερες ανάγονται στις υστερότερες, μέσω διαδοχής των όρων των πρώτων από τους όρους των δεύτερων, όπως ισχυρίζονταν ο θετικισμός. Μια τέτοια αναγωγή των θεωριών προϋποθέτει την απόλυτη συμβατότητα εμπειρικού & θεωρητικού περιεχομένου ανάμεσα στις λιγότερο & περισσότερο αληθείς, με τις πρώτες να είναι ένα λογικό & παρατηρησιακό υποσύνολο των δεύτερων. Η αναδρομή στην ιστορική εξέλιξη των επιστημονικών θεωριών από τον 17ο αι., δείχνει πως δεν υπάρχει τέτοια αντιστοιχία. Αντίθετα, υπάρχει Ασυμμετρία ανάμεσα σε νεότερες & παλαιότερες θεωρίες.

Επιστημονική πρόοδος σημαίνει την εισαγωγή καινοφανών εννοιών & κατηγοριών, οι οποίες ακριβώς δεν έχουν θέση ούτε έπονται ως κρυφά επακόλουθα από τις αρχαιότερες θεωρίες. Γιατί η νεότερη θεωρία δεν δύναται να προσθέσει στο βαθμό πιθανότητας των παλαιότερων, καθώς αποτελεί ριζικά νέα σύλληψη του κόσμου που ακυρώνει αυτές που προηγήθηκαν & περιγράφει πλέον τον κόσμο ως μια δομή πραγμάτων μη αναγνωρίσιμη υπό την οπτική των παρωχημένων θεωριών.

Μέσα από τη νεότερη θεωρία αναδύεται μια νέα μορφή πραγματικότητας, νέες δομές & διεργασίες μέσα στη φυσική ύλη, στις οποίες αντιστοιχεί και μια ριζικά νέα μορφή θεωρίας. Παράδειγμα διαδοχής αποτελεί η υποσκέλιση της νευτώνειας κοσμολογίας από τη θεωρία της σχετικότητας.

 

Από τη συλλογιστική του Πόππερ, υποβόσκει το συμπέρασμα ότι επιστημονική πρόοδος συνάδει με πορεία από ψεύδος σε λιγότερο ψεύδος -αντί για πορεία από την αλήθεια στη περισσότερη αλήθεια- και γεννώνται ερωτήματα όπως: πως η προηγούμενη αντίληψη μπορεί να ανταποκριθεί στο πάγιο αίτημα της επιστημονικής έρευνας, οι θεωρίες μας να αντιστοιχούν στη δομή των πραγμάτων, δηλαδή να αντανακλούν τη μορφή του κόσμου και να μην εκφράζουν απλά υποκειμενικές αντιλήψεις, ακόμα κι αν τις τελευταίες τις συμμερίζεται το σύνολο της επιστημονικής κοινότητας. Εξάλλου, την δεύτερη επιλογή θα μεταφράζονταν στην εργαλειακή αντίληψη των επιστημονικών θεωριών που είχε απορρίψει ο Πόππερ, λόγω του άκρατου υποκειμενισμού της.

Οπότε, η μεθοδολογία της διαψευσιμότητας έχει την ικανότητα ενσωμάτωσης ενός γνωσιολογικού ρεαλισμού, της υπεράσπισης δηλαδή της επιστημονικής γνώσης, και τη δυνατότητα να αναπαραστήσει μέσω των θεωρητικών εννοιών τα πράγματα στην αντικειμενική υπόστασή τους έξω από τον ανθρώπινο νου και άσχετα με τις πεποιθήσεις που τρέφουμε γι’ αυτά;

 

Αρχικά ο Πόππερ απέφευγε τη συζήτηση περί αλήθειας των επιστημονικών θεωριών, επειδή αναγκαστικά θα επέστρεφε στο λογισμό των πιθανοτήτων, που αποτελούσε χαρακτηριστικό του θετικισμού. Προτιμούσε μια αρνητική προσέγγιση του προβλήματος. Μια θεωρία που διαδέχεται μια παλαιότερη που έχει διαψευσθεί δεν είναι αληθής, είναι όμως περισσότερο «αληθοφανής». Δηλαδή, η λογική της δομή έχει προσωρινά αντισταθεί σ’ όλες της απόπειρες διάψευσής της (τις οποίες προκάλεσε η ίδια), οπότε πρέπει να υποθέσουμε ότι αντιστοιχεί περισσότερο στην αντικειμενική δομή των πραγμάτων από ότι οι διαψευσμένες θεωρίες. Η «αληθοφάνεια» της θεωρίας εκφράζει την υποτιθέμενη σύνδεση της θεωρίας προς τα πράγματα, χωρίς την οποία δε θα μπορούσαμε να εξηγήσουμε την επιτυχία με την οποία υπερασπίζεται (προσωρινά) τον εαυτό της απέναντι στις προσπάθειες διάψευσής της, μέσω των πειραματικών εργαλείων που η ίδια έδωσε.

 

Συνεπώς, η ανθρώπινη γνώση βρίσκεται σε πορεία βαθμιαίας & συνεχούς προσέγγισης προς την πραγματική (την απόλυτη, πέραν του νου) διάρθρωση & κατασκευή των υλικών πραγμάτων.

Η σχέση όμως αυτή είναι Ασυμπτωματική, έτσι που να μπορούμε να πούμε ότι σε οποιαδήποτε στιγμή t η δομή της επιστημονικής θεωρίας ταυτίζεται με τη δομή του κόσμου. Είναι δίχως αμφισβήτηση ότι πέρα & ανεξάρτητα από την τάξη των ιδεών υφίσταται μια αυτοτελής τάξη πραγμάτων. Προς την τάξη πραγμάτων είναι προσανατολισμένη η ερευνητική πρακτική της επιστήμης, από την οποία οι θεωρητικές μας έννοιες ελέγχονται, περιορίζονται & κυβερνώνται. Χωρίς αυτήν την επισήμανση, δεν υπάρχει κριτήριο διαχωρισμού ανάμεσα στην επιστημονική θεωρία & την αυθαίρετη φαντασίωση.

 

Στην πορεία, η απροθυμία του Πόππερ να εισάγει μια πλήρη έννοια της αλήθειας στη γνωσιολογία του εξαφανίστηκε, χάρη στην επιτυχία του Πολωνού μαθηματικού A. Tarski να αποκαταστήσει την έννοια της αλήθειας ως αντιστοιχία των προτάσεων προς τα πράγματα. Ο  Tarski αποδεικνύει πως μια «μεταγλώσσα», μια ανώτερης τάξης λογική γλώσσα που μας επιτρέπει να μιλάμε και για τις προτάσεις (καθημερινής, φυσικής) γλώσσας & για τα πράγματα στα οποία αναφερόμαστε μέσω αυτών των προτάσεων, τότε υπάρχει τρόπος να δείξουμε την αντιστοιχία λόγων & πραγμάτων. Απεγκλωβιζόμαστε δηλαδή από την «κατώτερη» γλώσσα και τις έννοιές της, με την οποία δεν μπορούμε να συλλάβουμε & να εκφράσουμε την αυτοδύναμη ύπαρξη των πραγμάτων έξω απ’ αυτήν.

Η θεωρία του Tarski καταρρίπτει τη θεωρία της αλήθειας ως συνάφειας νοημάτων, και συνεπώς, αποκαθιστά το αντικειμενικό υπόβαθρο της γνώσης. Μας δίνει τη δυνατότητα κατανόησης θεωρητικών προτάσεων & αντικειμενικών πραγμάτων, ανατρέποντας την αντίληψη –κατά Πόππερ- ότι το όριο της γλώσσας ταυτίζεται με το όριο του κόσμου και άρα το πρόβλημα της γνώσης ανάγεται στην καθαρή ανάλυση εννοιών, επιστημονικής ή καθημερινής γλώσσας.

Για τον Πόππερ, τα προβλήματα ορισμών & κατανόησης των γλωσσικών όρων αποτελούν: α) στην καλύτερη περίπτωση δευτερεύοντα μελήματα, β) στη χειρότερη περίπτωση, αποπροσανατολίζουν δραστικά από το θεμελιακό στόχο της επιστημονικής πρακτικής που είναι η αποτύπωση της μορφής των όντων.

 

Ωστόσο, μετά τις αναλύσεις του Tarski, γνωρίζουμε τι σημαίνει αλήθεια, αλλά εξακολουθεί να ισχύει ότι καμιά από τις τρέχουσες επιστημονικές θεωρίες δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι έχει κατακτήσει αυτού του τύπου την αντιστοιχία με τα πράγματα. Η επιστημονική γνώση τείνει προς το ιδεώδες αυτό χωρίς να δύναται ποτέ να το πραγματώσει. Η αλήθεια «με την απόλυτη έννοια» είναι συνεπώς ένα «κανονιστικό ιδεώδες» στην πειραματική έρευνα. Και η απόσταση κάθε στιγμή ανάμεσα στην καλύτερη θεωρία & στο άπειρο τέλος του επιστημονικού λογισμού σημαίνει ότι η μεθοδολογία της διαψευσιμότητας θα εξακολουθεί να ισχύει διαχρονικά μέσα στην εξέλιξη της πειραματικής επιστήμης.

 

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΚΟΣΜΟΙ ΤΟΥ ΠΟΠΠΕΡ

POPPER

POPPER

 Η προηγούμενη ανάλυση επιτρέπει στον Πόππερ να επιχειρηματολογήσει υπέρ της αντικειμενικότητας της επιστημονικής γνώσης. Ο αντικειμενισμός ορίζει και το και το γενικότερο οντολογικό πλαίσιο που περιβάλλει την γνωσιολογία του Πόππερ. Ο κόσμος αποτελείται από τάξεις πραγμάτων, όπου καθεμία έχει τη δική της αυθύπαρκτη οντότητα και δεν ανάγεται αυτομάτως στις άλλες. :

Στην πρώτη κατηγορία που επιγράφεται Κόσμος 1, περιλαμβάνονται όλα τα φυσικά όντα και αντικείμενα,

Στη δεύτερη (Κόσμος 2) κατατάσσονται τα περιεχόμενα της ανθρώπινης εμπειρίας (ψυχολογικής), οι εντυπώσεις, τα αισθήματα, οι προσδοκίες, οι πίστεις κτλ., που ορίζουν την υποκειμενικότητα, την πρόσληψη και την ερμηνεία των πραγμάτων από την ατομική ή συλλογική συνείδηση.

Στην Τρίτη (Κόσμος 3) περιέχονται όλα τα παράγωγα της λειτουργίας του ανθρώπινου νου, τα οποία αυτονομούνται απ’ αυτόν και υπάρχουν πλέον ως αυτόνομα πλέγματα ιδεών, τα οποία δύναται να μελετήσει κανείς χωρίς αναφορά στο υποκείμενο που αρχικά τα παρήγαγε, λ.χ. τα καλλιτεχνικά δημιουργήματα, οι ιδεολογικές στάσεις, θρησκευτικές δοξασίες, επιστημονικές θεωρίες.

Αυτά τα σώματα ιδεών έχουν αυτοτελή υπόσταση, ανεξάρτητη τόσο από το υλικό υπόβαθρο της ζωής όσο και από τις υποκειμενικές συνειδήσεις που τα εξύφαναν.

Τα περιεχόμενα του κόσμου 3 είναι αντικειμενικές πραγματικότητες. Αποτελούν αυτοδύναμο οργανικό συστατικό του ενός σύμπαντος, σε σχέση αμοιβαίου καθορισμού με τα υπόλοιπα περιεχόμενά του: οι θεωρίες φύονται μέσα σε συγκεκριμένο υλικό πλαίσιο, με τη σειρά τους επιδρούν στο πλαίσιο μεταβάλλοντας τη δομή του.

Οι ανθρώπινες κοσμοθεωρίες πρόκειται για «αναδυόμενα» συστήματα συνειδησιακών στάσεων, αξιολογήσεων, ερμηνειών που επενδύουν την ύλη του κόσμου με ένα πρόσθετο φλοιό λόγων & νοημάτωνΥφίστανται παράλληλα προς την φυσική πραγματικότητα στην οποία αναφέρονται, επί της οποίας ενεργούν και από την οποία επηρεάζονται, δίχως όμως να ταυτίζονται μαζί της.

Το φυσικό υπόβαθρο του κόσμου 3 αποτελεί αναγκαία, αλλά όχι και ικανή, συνθήκη για την κατανόηση των περιεχομένων του. Ένα μικρό υποσύνολο απ’ αυτά είναι αντικείμενα με μια δεύτερη πιο κρίσιμη έννοια του όρου. Είναι οι επιστημονικές περιγραφές & εξηγήσεις που ζητούν να αναπαραστήσουν την ίδια την κατασκευή και δυναμική της φύσης, να πετύχουν την «αρμογή» με τα θεμελιακά συστατικά του υλικού Είναι. Η γνωσιολογία της διαψευσιμότητας εξηγεί πως επιτυγχάνεται αυτή η αντιστοίχηση που είναι ίδιον του επιστημονικού στοχασμού.

ΠΗΓΕΣ

 

 

  1. ΒΑΛΛΙΑΝΟΣ Π/ Οι Επιστήμες της Φύσης και του Ανθρώπου στην Ευρώπη/ Εκδ ΕΑΠ/ Πάτρα 2001
  2. Chalmers Α.F/ Τι Είναι Αυτό Που Το Λέμε  Επιστήμη/ μτφρ. Γ. Φουρτούνης/ Εκδ. Παν Εκδ, Κρήτης/ Κρήτη7 2007
Advertisements
Σχολιάστε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

EcoLeft

Ένας ανοιχτός χώρος διαλόγου των ιδεών της αριστεράς και της οικολογίας

Αρέσει σε %d bloggers: