Skip to content

ΕΥΡΩΠΗ: ΕΠΙΣΤΗΜΗ: Ο ΟΡΘΟΛΟΓΙΣΜΟΣ κ Ο ΕΜΠΕΙΡΙΣΜΟΣ 17ου ΚΑΙ 18ου αι.

01/07/2013

17ος ΚΑΙ 18ος ΑΙΩΝΑΣ ΟΡΘΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΜΠΕΙΡΙΣΜΟΣ

 

Περιγραφή του γενικότερου κλίματος της εποχής που αναφερόμαστε, σε σχέση πάντα με το ρόλο της επιστήμης: Η επιρροή της τελευταίας, είναι τέτοιου μεγέθους και έντασης, ώστε να αποτελέσει καταλυτικό παράγοντα κυριολεκτικής μεταμόρφωσης των ευρωπαϊκών κοινωνιών σε όλα τα επίπεδα. Αξίζει να τονίσουμε πως ο χαρακτηρισμός «νέα επιστήμη» δικαιολογεί το όνομά του, όχι μόνο για τη ρήξη με ρεύματα όπως ο αριστοτελισμός και ο νεοπλατωνισμός, που άνοιξε νέους ορίζοντες και γέννησε καινούρια πεδία έρευνας, αλλά και για την ίδια την αναβάθμιση του ρόλου της επιστήμης, μέχρι του σημείου κατοχύρωσης μιας θέσης μέσα στην κοινωνία, την οποία κατείχε μέχρι τότε η θρησκεία. Η απελευθέρωση μάλιστα της επιστήμης από τα δεσμά και τους περιορισμούς της εκκλησίας, θα συνδυαστεί με την κατάκτηση των πρωτείων στην κοινή συνείδηση ως θεμελιώδους φορέα της κοινωνικής προόδου.

Προκειμένου να καταστεί το παραπάνω εφικτό, προηγήθηκε η διάχυση της επιστημονικής νοοτροπίας σε όλο το φάσμα του κοινωνικού ιστού, με τρόπο που προώθησε τον εξορθολογισμό των κοινωνικών σχέσεων και θεσμών. Συνάμα, με τη συμβολή και της τεχνολογίας, δημιουργήθηκαν οι συνθήκες εντατικοποίησης της εκμετάλλευσης του φυσικού περιβάλλοντος, ώστε να ικανοποιηθούν οι βασικές ανθρώπινες ανάγκες σε πρωτοφανή βαθμό. Απόρροια αυτής της εξέλιξης, υπήρξε η συνολική άνοδος του βιοτικού επιπέδου, παρά τη συνεχιζόμενη και πιθανά διευρυνόμενη ανισοκατανομή του πλούτου. Από αυτή την άποψη, δεν είναι τυχαίο πως κοινή συνιστώσα όλων των ιδεολογιών της νεωτερικότητας, τόσο αυτών που υποστήριζαν το νέο κοινωνικο-πολιτικό πλαίσιο, όσο και εκείνων που ασκούσαν κριτική ζητώντας ισοκατανομή του πλούτου, στήριζαν τις προσδοκίες για την επίτευξη των οραμάτων τους στον αποφασιστικό ρόλο που καλούνταν να διαδραματίσει η επιστήμη. Τέλος, αξίζει να επισημάνουμε, πως στη συνείδηση των περισσότερων πρωταγωνιστών της επιστημονικής επανάστασης, το έργο τους όφειλε να έχει και μια ηθική αντανάκλαση, υπό την έννοια της προσωπικής τους συμβολής σε ένα φιλοσοφικό εγχείρημα, που θα είχε αποτέλεσμα τον καθορισμό της κοινωνικής πραγματικότητας.

  

Φ. ΜΠΕΙΚΟΝ

Φ. ΜΠΕΙΚΟΝ

Ο Φ. ΜΠΕΙΚΟΝ ΚΑΙ ΤΟ ΙΔΕΩΔΕΣ ΤΗΣ ΕΠΑΓΩΓΗΣ

Ο πρόδρομος στοχαστής της νέας επιστημονικής εποχής είναι ο Άγγλος Φράνσις Μπέικον, έστω κι αν περισσότερο από επιστήμονας, θεωρείται ένθερμος θιασώτης της νέας επιστήμης. Απορρίπτει την αριστοτελική μεθοδολογία, στο μέτρο που εκείνη δίνει προτεραιότητα στη νοητική σύλληψη αντί στα εμπειρικά δεδομένα. Ο Μπέϊκον, αποδίδει την ανεπάρκεια της αριστοτελικής λογικής στην λανθασμένη κατανόηση της επαγωγής, λόγω συλλογής τυχαίων, αυθαίρετων και χωρίς επαρκές ποσοτικό εύρος εμπειρικών δεδομένων. Το προηγούμενο γεγονός, οδηγεί σε αμφίβολες γενικεύσεις, δίχως ισχυρό πραγματολογικό υπόβαθρο. Αποτέλεσμα της όλης διαδικασίας, είναι τελικά η διαιώνιση των λαθών, που καλύπτονται πίσω από την κοινή λογική και την εύσχημη χρήση του λόγου.

Για τον Μπέϊκον, η γνώση παράγεται από την συστηματική παρατήρηση και αποτελεί το μέσο για την κυριαρχία πάνω στη φύση προς όφελος της κοινωνίας. Η επιστήμη λοιπόν, δικαιολογεί το ρόλο της στο μέτρο που δύναται να εξουσιάσει τη φύση, η οποία περιβάλει και επηρεάζει την ανθρώπινη ζωή. Όσο για τη φύση, είναι σε θέση να αποκαλύψει τα μυστικά της, αρκεί ο άνθρωπος να αποδειχτεί επιδεκτικός μαθήσεως. Για την επίτευξη αυτού του σκοπού, απαραίτητη προϋπόθεση αποτελεί, η αποτίναξη όλων των εγκαθιδρυμένων προκαταλήψεων από το ανθρώπινο μυαλό, καθώς συσκοτίζουν τα αισθητήρια και εμποδίζουν την προσέγγιση της πρωτογενούς εμπειρίας.

Σ’ αυτήν την προσπάθεια, χρησιμοποιεί τη θεωρία των «ειδώλων του νου», σαν μέθοδο κατηγοριοποίησης των διαφορετικών τύπων πλάνης – τεσσάρων συνολικά – που αποπροσανατολίζουν την κοινή συνείδηση. Περνώντας σε μια σύντομη αναφορά, το πρώτο είδος πλάνης οφείλεται στην εγγενή τάση ατόμων ή ομάδων, να υιοθετούν πίστεις και οπτικές που δεν έχουν εξετάσει την εγκυρότητα τους, με αποτέλεσμα τη δημιουργία μιας υποκειμενικής ή επιθυμητής αντίληψης του κόσμου. Η δεύτερη κατηγορία, αφορά την προσαρμογή του εξωτερικού κόσμου, σύμφωνα με την τάξη και την κανονικότητα του                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                           ανθρώπινου νου. Η τρίτη, οφείλεται στην παρερμηνεία διάφορων λέξεων, λόγω της καθημερινής τους χρήσης. Η τελευταία κατηγορία, έγκειται στην άκριτη αποδοχή εκ μέρους του κοινού ανθρώπου, των φιλοσοφικών αυθεντιών και στη μηχανική αναπαραγωγή δοξασιών του παρελθόντος. Για τον Μπέϊκον, η εναργής νοηματοδότηση των όρων της γλώσσας, μοιάζει πρωτεύουσας σημασίας, όσον αφορά την απόδοση της εμπειρίας.

 

Μεθοδολογικά, η επιστημονική αλήθεια κατακτάται μέσω της εμπειρικής επαγωγής. Δηλαδή, προϋπόθεση της θεωρητικής γενίκευσης που οδηγεί στην αλήθεια της φυσικής πραγματικότητας, είναι η συλλογή επαρκών εμπειρικών δεδομένων. Από τις συγκεκριμένες επιμέρους παρατηρήσεις, εξάγονται αιτιακές συνδέσεις που εξηγούν κατηγορίες φαινομένων. Η εμπειρία κατέχει την απόλυτη προτεραιότητα, σύμφωνα με την οποία οφείλει να συμμορφωθεί ο νους. Ενώ η παρατήρηση, οφείλει να οργανωθεί από τον επιστήμονα με τον πλέον αποτελεσματικό τρόπο για την εξαγωγή θεωρητικών συμπερασμάτων.

Έτσι, κρίνεται απαραίτητη η ευταξία των ευρημάτων, μέσω της χρήσης «συγκριτικών πινάκων», καθώς καθιστά δυνατή τη σύγκριση των αποτελεσμάτων της παρατήρησης. Στη μελέτη κάποιου φαινομένου, ο εντοπισμός της αιτιακής σχέσης που αναζητά ο ερευνητής, γίνεται εφικτή χάρη στη βοήθεια των πινάκων και αποτελεί το αποφασιστικό σημείο ανάμεσα στην εμπειρική και θεωρητική φάση της έρευνας. Με την κατοχή από την εμπειρική φάση, της «παραδειγματικής περίπτωσης», ο ερευνητής μπορεί να περάσει στην θεωρητική ερμηνεία.

 

Όσον αφορά την επιστημονική γνώση και την εξουσία που αυτή συνεπάγεται, οφείλει να έχει αντανάκλαση στην πρόοδο του ανθρώπου και της κοινωνίας. Αυτό γίνεται αντιληπτό, και από το ημιτελές έργο του Μπέϊκον Η Νέα Ατλαντίς, όπου σκοπός των επιστημόνων είναι αφενός η διερεύνηση των φυσικών αιτίων και μυστικών, αφετέρου η αύξηση της ανθρώπινης δύναμης. Στόχος της επιστημονικής προσπάθειας οφείλει να είναι, από τη μια η βελτίωση του βιοτικού επιπέδου και από την άλλη, η διάπλαση του ήθους και ο σεβασμός στη φυσική τάξη. Η επιστήμη για τον Μπέϊκον, είναι ή οφείλει να είναι, φορέας αδελφοσύνης, συνεργατικότητας, ευδαιμονίας.

 

Η ΑΥΤΟΤΕΛΕΙΑ ΤΟΥ ΝΟΥ ΚΑΙ Η ΜΗΧΑΝΙΚΗ ΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ ΤΟΥ ΦΥΣΙΚΟΥ ΚΟΣΜΟΥ – Ο ΟΡΘΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΚΑΡΤΕΣΙΟΥ                             

ΚΑΡΤΕΣΙΟΣ

ΚΑΡΤΕΣΙΟΣ

Στην προβληματική του Καρτέσιου αίρεται η εμπιστοσύνη προς τα συμπεράσματα της εμπειρίας. Για τον Γάλλο φιλόσοφο, η εμπειρία αδυνατεί να καταστεί θεμελιώδες εργαλείο κατανόησης της φύσης, καθώς η λειτουργία των αισθήσεων είναι συχνά παραπλανητική. Την θέση της, ως κριτήριο για την γνώση, καταλαμβάνει η απόλυτη βεβαιότητα για την αλήθεια των λεγομένων μας.

         Στο μέτρο που αμφισβητεί την εγκυρότητα των αισθήσεων, θεωρώντας μάλιστα πως  γεννά αμφιβολίες σχετικά με το κατά πόσο οι γνωστικές δυνάμεις του ανθρώπου μπορούν να εξηγήσουν, μέσω της επιστήμης, οριστικά και αμετάκλητα την φυσική πραγματικότητα. Εντούτοις, ο Καρτέσιος διακατέχεται από την επιθυμία της προώθησης της κατάλληλης επιστημονικής μεθόδου, ώστε να επιτευχθεί η υπέρβαση της συγκεκριμένης αμφιβολίας.

 

Αναφορικά με τη δομή της πραγματικότητας, συνίσταται από φυσικά σώματα που φέρουν πρωταρχικές και δευτερογενείς ιδιότητες. Τις δεύτερες, αποτελούν όσες ιδιότητες γίνονται αντιληπτές από τις αισθήσεις, οπότε εξαρτώνται από τις αντιδράσεις των αισθητήριων οργάνων και συνεπώς έχουν υποκειμενική υπόσταση. Σε αντιδιαστολή, οι πρωταρχικές ιδιότητες των – εν κινήσει – σωμάτων, είναι ποσοτικά μετρήσιμες και γίνονται αντιληπτές μέσω του νου, ο οποίος έχει την ικανότητα να εισχωρεί στην μαθηματική διάσταση της πραγματικότητας.

Η μοναδικότητα του ανθρώπου σε σχέση με τα υπόλοιπα έμβια όντα έγκειται ακριβώς στην αυτοσυνειδησία του και στην ικανότητα να σκέφτεται και ταυτόχρονα να  αντιλαμβάνεται αυτή τη ικανότητα. Η διάνοια, είναι το ποιοτικό χαρακτηριστικό που τον κάνει να διαφέρει, και με τη λογική του μπορεί να φτάσει μέχρι τα θεμέλια του οντολογικού πυρήνα της πραγματικότητας και να κατακτήσει τον κόσμο.

Όπως και για  τον Γαλιλαίο, η λειτουργία της φύσης κατά τον Καρτέσιο είναι μηχανιστική, ακόμα κι αν αυτό δεν είναι εμφανές. Εδώ ακριβώς συνίσταται κι ο στόχος της επιστήμης. Στην ανάδειξη δηλαδή, της πραγματικής – αντικειμενικής  ουσίας των πραγμάτων, μέσα από τον παραμερισμό των φαινομενικών παραμέτρων και των υποκειμενικών κρίσεων. Η επιστήμη οφείλει να παρουσιάσει την αληθινή υπόσταση των φυσικών όντων και να πετύχει μια πλατιά συναίνεση όλων των επιστημόνων, όσον αφορά τις θεμελιώδεις θεωρητικές αλήθειες του φυσικού κόσμου. Η χρήση του λογικού κι όχι των εμπειριών είναι το εργαλείο γι’ αυτή τη διαδικασία.

 

Η καρτεσιανή μεθοδολογία, θεμελιώνεται στην αξιωματική μέθοδο ή μέθοδο της λογικής παραγωγής, η οποία είναι ενιαία για όλα τα πεδία της επιστημονικής έρευνας, ενώ  πρότυπό της αποτελεί η λειτουργία του νου στη σφαίρα των μαθηματικών. Αφετηρία της επιστημονικής έρευνας, αποτελεί η νοητική σύλληψη των αξιωμάτων, δηλαδή αυταπόδεικτων αληθειών που δεν επιδέχονται αμφισβήτηση (στο μέτρο που κάποιος δεν μπορεί να αποδείξει πως δεν ισχύουν) και κύριο χαρακτηριστικό τους είναι η απόλυτη καθαρότητα και διακριτότητα απ’ όλες τις υπόλοιπες αλήθειες. Από τα αξιώματα προκύπτουν συνεπαγωγικά τα θεωρήματα, δηλαδή προτάσεις που συγκροτούν την επιστήμη ως πλήρες αληθειακό σύστημα. Κατά συνέπεια, εφόσον τα αξιώματα υπάρχουν στη σφαίρα της νόησης και δεν αποτελούν συμπεράσματα της εμπειρίας, οι θεμελιώδεις αλήθειες των επιστημών προηγούνται της τελευταίας.

Βασικό συστατικό της μεθοδολογίας αποτελεί η ανάλυση, η οποία ακολουθεί την εξής διαδικασία: α) παραδοχή μόνο των αδιαμφισβητήτων και δεδομένων στοιχείων και αποφυγή υιοθέτησης αμφίβολων κρίσεων, β) διαίρεση των εξεταζόμενων ζητημάτων σε  όσα τμήματα καθίσταται σωστό και αναγκαίο, γ) η εξέλιξη πορεύεται από τα απλούστερα και ευκολότερα ζητήματα στα πιο σύνθετα, και δ) επαλήθευση των δεδομένων, μέσω απαριθμήσεων και γενικών θεωρήσεων, ώστε να αποφευχθούν τυχόν παραλείψεις.

Όπως γίνεται αντιληπτό, για τον Καρτέσιο η επιστήμη είναι σε θέση να περιγράψει την φυσική πραγματικότητα, όχι επειδή η τελευταία είναι πρόθυμη να αποκαλύψει τα μυστικά της αν προσεγγίσουμε την εμπειρική αίσθηση όπως πίστευε ο Μπέϊκον, αλλά γιατί οι θεμελιώδεις αρχές βρίσκονται μέσα στον ανθρώπινο νου κι εκείνο που χρειάζεται είναι αυτοσυγκέντρωση, ώστε να αναφανούν οι απόλυτα καθαρές αλήθειες. Η αντικειμενική περιγραφή των φυσικών πραγμάτων είναι το αιτούμενο από την επιστήμη κι αυτό προϋποθέτει τη χρήση της λογικής, αποκαθαρμένης από τις όποιες επιρροές της εμπειρίας. Ακόμα κι αυτή η ύπαρξη του Θεού αποτελεί ένα λογικό πρόβλημα, η επίλυση του οποίου δια της αξιωματικής μεθόδου, διασφαλίζει το ίδιο το κύρος της λογικής, όταν καταπιάνεται με ζητήματα όπως η οντολογική τάξη του σύμπαντος.

Ο Καρτεσιανισμός, με την επικράτηση του Νεύτωνα, απέτυχε ως φυσική θεωρία.

Ο Καρτέσιος πίστευε ότι το πείραμα χρησιμεύει :

  • για να προσδώσει εκ των υστέρων εμπειρικό περιεχόμενο στη θεωρία και
  • για να επιβεβαιωθεί η μία ή η άλλη από δύο εναλλακτικές λογικές συνεπαγωγές.

 

Ο ΝΕΩΤΕΡΟΣ ΕΜΠΕΙΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΤΖΩΝ ΛΟΚ (Ο ΜΕΤΡΙΟΠΑΘΗΣ ΡΕΑΛΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΛΟΚ)

     

ΤΖ. ΛΟΚ

ΤΖ. ΛΟΚ

   Ο εμπειρισμός οργανώνεται συστηματικά σε επιστήμη από τον Τζων Λοκ. Κεντρικό σημείο στη σκέψη του, συνιστά η παραδοχή ότι τα όρια της γνώσης και της εμπειρίας συμπίπτουν, ενώ ότι ξεπερνά την εμπειρία ή ότι δε δύναται να σχετιστεί μαζί της είναι εξ ορισμού μη γνωστό.

Αν για τον Καρτέσιο ο νους αποτελεί φορέα έμφυτων ιδεών που προϋπάρχουν της εμπειρίας, για τον Λοκ ο αντίστροφα, ο νους  αποτελεί tabula rasa (άγραφο χαρτί), όπου πάνω του καταγράφονται τα εμπειρικά δεδομένα. Η εισροή πληροφοριών γίνεται εφικτή χάρη στα αισθητήρια όργανα και ο νους αναλαμβάνει την επεξεργασία τους, αλλά οι αισθήσεις είναι αυτές που αναλαμβάνουν την ένταξη του ανθρώπου στο φυσικό του περιβάλλον και τον βοηθούν να συντονιστεί μαζί του. Ένα ακόμα χαρακτηριστικό της προβληματικής του Λοκ, είναι ότι η γνώση του ανθρώπου είναι πεπερασμένη, ελλιπής κι αποσπασματική. Ωστόσο, ο άνθρωπος έχει τη διανοητική ικανότητα, παρά τις όποιες ατέλειες, να ανταποκριθεί στα πρακτικά, καθημερινά προβλήματα και να εξασφαλίσει την πρόοδο και την επιβίωση.

Στην εξυπηρέτηση των  συγκεκριμένων στόχων, εντοπίζει ο Λοκ και τη χρησιμότητα του ρόλου της επιστήμης. Δηλαδή, στην αποδοτική οργάνωση της ζωής, ώστε να επιλύονται τα ζητήματα βιοτικού επιπέδου και να εξασφαλίζεται η πολιτισμική ανέλιξη. Όμως, για τον ίδιο, η αξιολόγησή της επιστήμης με κριτήρια απόλυτης εγκυρότητας, είναι δίχως πραγματικό νόημα, γιατί διαφορετικά οφείλουμε να παραδεχτούμε πως δεν υπάρχει γνώση.

Η αλήθεια, παράγεται από την ανθρώπινη διάνοια, βάσει της επεξεργασίας των πρωτογενών δεδομένων που λαμβάνει από τις αισθήσεις. Ο δε τρόπος επεξεργασίας, βασίζεται στην «αρχή της συνδυαστικότητας», στην οποία εδράζεται η κεντρική μεθοδολογική προσέγγιση του κλασικού εμπειρισμού. Δηλαδή, οι προτάσεις περιγραφής του κόσμου από το ανθρώπινο λογικό, προέρχονται από κατάλληλο συνδυασμό των αισθητηριακών πληροφοριών. Με αυτήν την έννοια, η εμπειρική γνώση συνίσταται σε πρωταρχικά συστατικά που αποτελούν τις «απλές ιδέες» της αισθητηριακής αντίληψης, αφενός του φυσικού κόσμου, αφετέρου του ίδιου του εαυτού.

Πιο συγκεκριμένα, στη γνωσιολογία του εμπειρισμού, οι αισθήσεις συλλαμβάνουν μεμονωμένα αισθητηριακά δεδομένα, τα οποία επεξεργάζεται ο νους, δημιουργώντας αναπαραστάσεις του εξωτερικού κόσμου. Από τη συνένωση των βασικών ιδιοτήτων που καταγράφουν οι απλές ιδέες, σχηματίζονται τ’ αντικείμενα της καθημερινής ζωής. Η έκφραση των τελευταίων, γίνεται μέσω λέξεων οι οποίες ορίζονται μόνο δεικτικά, καθώς αδυνατούν να εκφραστούν με άλλες λέξεις: λευκό, γλυκό, βαρύ κ.ο.κ. Δηλαδή, τα αντικείμενα της καθημερινής ζωής, αποτελούν «σύνθετες ιδέες» που προκύπτουν από συνδυασμό συγκεκριμένων απλών ιδεών. Συνεπώς, η γνώση της σύνθετης ιδέας συνίσταται στην αναγνώριση των βασικών γνωρισμάτων της, ως φυσικής ουσίας και στην έκφραση των γνωρισμάτων αυτών, μέσω ενός ορισμού, που αντιστοιχεί στο περιγραφόμενο φυσικό πράγμα. Η συγκεκριμένη προσέγγιση ισχύει για το σύνολο των ιδεών του νου, από τις πιο απλές έως τις πιο αφηρημένες και περίπλοκες. Όσο για το γνωστικό τους κύρος, εξαρτάται από την ενάργεια του εμπειρικού τους περιεχόμενου.

Από αυτή την άποψη, οι ιδέες του νου ως υλικό της γνώσης, αποτελούν αντανάκλαση των φυσικών πραγμάτων και των ιδιοτήτων τους, που διατηρούνται στη μνήμη από προηγούμενες επαφές. Το ζήτημα που προκύπτει από την προηγούμενη παραδοχή, αφορά  την εγκυρότητα της σχέσης μεταξύ ιδεών του νου και εξωτερικών υλικών όντων. Δηλαδή, πως είμαστε σίγουροι ότι η παραγόμενη από τις ιδέες γνώση είναι αντικειμενική και όχι φαντασίωση. Ο Λοκ αντί να εξοβελίσει την εμπειρία, προκειμένου να αποβάλει τις πλάνες από το νου, της αποδίδει διορθωτικό χαρακτήρα: «η εμπειρία διορθώνει την εμπειρία». Αποδεχόμενος τη διάκριση μεταξύ πρωτογενών και δευτερευόντων ιδιοτήτων, αξιολογεί ως θεμέλιο της επιστημονικής γνώσης τα προϊόντα των αισθήσεων, καθώς οι πρωτογενείς ιδιότητες περιγράφουν την αντικειμενική κατασκευή των σωμάτων και κατά συνέπεια, αντιστοιχούν στη δομή των φυσικών όντων. Η μέτρηση των ποσοτικών χαρακτηριστικών των σωμάτων, παρέχει τη δυνατότητα στην επιστήμη να παράγει μια, κατά το μέτρο του εφικτού, αντικειμενική θεωρητική εικόνα του φυσικού συστήματος, η οποία δοκιμάζεται και επιβεβαιώνεται από την καθημερινή επαφή με το φυσικό κόσμο. Μια ακόμα απόδειξη της αντικειμενικής εικόνας του κόσμου που αντανακλάται στο σύστημα ιδεών μας, αποτελεί το γεγονός πως οι ιδέες των πραγμάτων καταγράφονται στο νου χωρίς τη θέλησή μας, εφόσον τα αισθητήριά μας εστιάζουν στην παρατήρηση του κόσμου, και οι  παραγόμενες εικόνες είναι αδύνατο να διαγραφούν.

Ωστόσο, για τον Λοκ τα όρια της επιστήμης είναι σαφώς πεπερασμένα. Κατ’ αρχήν η επιστήμη είναι αυστηρά περιγραφική, με βάση την υπόθεση πως τα φυσικά πράγματα κατέχουν «δυνάμεις», οι οποίες γίνονται αντιληπτές μέσω της επίδρασής τους στα αισθητήριά μας κι όχι όπως είναι καθαυτές. Οπότε, αν και η επιστήμη μπορεί να περιγράψει τη λειτουργία των πραγμάτων, αδυνατεί να ερμηνεύσει γιατί λειτουργούν με το συγκεκριμένο τρόπο κι όχι με διαφορετικό. Επιπλέον, στη διαδικασία γνώσης κάποιου υλικού πράγματος ενυπάρχει υποχρεωτικά η υποκειμενική αίσθηση. Η επαναληπτική εμφάνιση του πράγματος με τη συγκεκριμένη του μορφή, το καθιστά στη συλλογική εμπειρία ως «ονομαστική ουσία». Την «πραγματική ουσία» του όμως, η οποία συνίσταται στο ότι ακριβώς λειτουργεί ως «δύναμη συνοχής» των ιδιοτήτων που αντιλαμβανόμαστε, είναι ανέφικτο να τη γνωρίσουμε.

Με βάση τους παραπάνω περιορισμούς, η επιστήμη αδυνατεί να διεισδύσει στον οντολογικό πυρήνα των πραγμάτων και να γνωρίσει τις θεμελιώδεις «φυσικές μορφές» σε όλο τους το βάθος. Η συγκεκριμένη παραδοχή συνεπάγεται, πως παρά την ωφέλεια της επιστημονικής γνώσης, αυτή δεν παύει να παραμένει περιορισμένη κι όχι απόλυτη, λόγω των εγγενών αδυναμιών του νου. Η γνώση δεν δύναται να κατακτήσει τη βεβαιότητα των μαθηματικών αληθειών και παραμένει ενδεχομενική και πιθανολογική.

Ο ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ ΙΔΕΑΛΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΜΠΕΡΚΛΕΫ & Ο ΣΚΕΠΤΙΚΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΧΙΟΥΜ

ΜΠΕΡΚΛΕΫ

ΜΠΕΡΚΛΕΫ

Ο Μπέρκλεϋ απορρίπτει ως ανυπόστατη κατανόηση των σωμάτων βάσει πρωτογενών & δευτερογενών ιδιοτήτων, καθώς και τα 2 είδη εξαρτώνται από τα αισθητήρια του παρατηρητή.

Γι’ αυτόν, ένα υλικό σώμα είναι το «κράτημα» στο νου (ως σύνολο) της πληθώρας των πάντα συγκεκριμένων (τοπικά & χρονικά) και επιμέρους παρατηρήσεων που σχετίζονται μ’ αυτό.

Η «πραγματικότητα» είναι η αντίληψή μας για την πραγματικότητα. Συνεπώς πραγματικότητα & αντίληψη είναι έννοιες ταυτόσημες.

Η αντίληψη αποτελείται από παρατηρήσεις τού επιμέρους, χωροχρονικά προσδιορισμένου και του μερικού.

 

Για τον Μπέρκλεϋ, οι γενικοί όροι δεν αφορούν κάτι απτό (π.χ βιβλίο). Η γενική έννοια αποτελεί ιδέα επιμέρους πράγματος, που χρησιμοποιείται για να συνοψίσει την απειρία συγκεκριμένων παρατηρήσεων που περιέχει η λέξη βιβλίο.

Ο όρος «υλικό σώμα» αποτελεί νοηματική συντομογραφία που δεν αντιστοιχεί, ούτε αντανακλά τίποτα αυθύπαρκτο πέρα από τα αισθητήριά μας. Είναι λεκτική γενίκευση του πλήθους των πάντα μεμονωμένων παρατηρήσεων εμπειρικού χαρακτήρα.

Για τον Μπέρκλεϋ, τα πράγματα αποτελούν συμπλέγματα ιδεών και μόνο! Συνεπώς η άποψη του Λοκ περί «πραγματικής ουσίας» πίσω απ’ τα φαινόμενα, είναι παντελώς αστήρικτη.

Με αυτήν την έννοια ο Μπέρκλεϋ επανεισάγει το νομιμαλισμό του Όκκαμ κι ο Χιουμ ωθεί ως τις έσχατες λογικές συνέπειες την αντίληψη αυτή.

 

Ο Χιουμ υιοθετεί μια ενδιάμεση θέση μεταξύ του ρεαλισμού του Λοκ και της ιδεοκρατίας του Μπέρκλεϋ, τη θέση του σκεπτικισμού. Η ύπαρξη της υλικής ουσίας ανεξάρτητα απ’ τον παρατηρητή δε μπορεί να αποδειχτεί μεν ότι υπάρχει, αλλά δεν μπορεί εξίσου να αποδειχτεί ότι δεν υπάρχει. Η απουσία εμπειρικών δεδομένων σχετικά με κάποιο πράγμα, μας αφαιρεί λογικά το δικαίωμα να συμπεράνουμε την ανυπαρξία του (λογικό άτοπο της άγνοιας). Το μόνο που μπορούμε να υποστηρίξουμε είναι ότι δε  

NT. XIOYM

NT. XIOYM

γνωρίζουμε τίποτα σχετικά μ’ αυτό.

Ο σκεπτικιστικός λογισμός του Χιουμ υπαγορεύει πως είναι δυνατό αλλά αναπόδεικτο να υπάρχει ένας υλικός κόσμος ανεξάρτητος από τη δυνατότητα των αισθητηρίων μας να τον συλλάβει (υπέρηχοι, υπεριώδης ακτινοβολία κλπ.) με τα εμπειρικά μέσα που διαθέτουμε.

 

Ο νους αναφέρεται μόνο στο υλικό που έχουν συσσωρεύσει σ’ αυτόν οι αισθήσεις μας. Επιστημονική γνώση προάγεται μόνο από την επεξεργασία των ιδεών που γεμίζουν τον νου. Οι ιδέες αυτές περιγράφουν τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε και αισθανόμαστε τον κόσμο. Αντικείμενο της επιστήμης είναι η συστηματική κατάταξη των εμπειρικών ιδεών σύμφωνα με τις κανονικότητες, οι οποίες αναφαίνονται μέσα τους. Η επιστήμη μας διδάσκει τους σταθερούς τρόπους & τύπους υπό τους οποίους έχει εμφανιστεί στο ανθρώπινο είδος ο κόσμος κατά τη διάρκεια της συλλογικής του εμπειρίας. Δεν αναζητά κάτι πέρα & έξω απ’ την εμπειρία αυτή. Ωστόσο, η συλλογική μας εμπειρία έχει δομή, σταθερότητα & επαναληπτικότητα: κι αυτούς τους ρυθμούς & τις κανονικότητες (που ισχύουν για όλα τα ατομικά υποκείμενα) καταγράφει η θεωρητική γνώση.

 

Η επιστημολογία του Χιουμ αναφέρει λοιπόν την επιστήμη αποκλειστικά στο υποκείμενο, και εκεί εδράζεται και η έννοια της αιτιότητας.

Η αιτιακή σχέση είναι κατά τον Χιουμ η χρονική διαδοχή και η συντοπία μέσα στο χώρο ανάμεσα σε δύο συμβάντα Α και Β που μας προκαλεί την ψυχολογική διάθεση να αναμένουμε το Β αμέσως μόλις εμφανιστεί το Α.

Έτσι δημιουργείται μια νοητική συνήθεια (habit of mind), πάνω στην οποία χτίζεται μια υποκειμενική πίστη (belief) ως προς την αιτιώδη σύνδεση αυτών των φαινομένων.

Οι θεωρητικές γενικεύσεις λοιπόν σχετικά με τον κόσμο είναι καθαρά πιθανολογικές. Η ανθρώπινη αντιληπτικότητα είναι πεπερασμένη. Εξ ορισμού είναι αδύνατον να έρθει σε επαφή με την απειρία των φυσικών πραγμάτων που μας περιβάλουν.

Θεωρητικά είναι δυνατόν να προκύψουν παρατηρήσεις που θα ανατρέπουν τις σημερινές επιστημονικές θεωρίες, όπως είναι νοητό να ξυπνήσουμε ένα πρωί και να έχουν αλλάξει όλοι οι φυσικοί νόμοι. Ωστόσο, είναι νοητό και δυνατό, αλλά δεν είναι πιθανό. Διότι η εμπειρία μας συμβουλεύει να προσδοκούμε το αντίθετο.

Επειδή διαπιστώνουμε ότι τίποτα στον κόσμο δεν είναι προβλεπτό με βεβαιότητα (το μέλλον είναι εκτός εμπειρίας) εικάζουμε ότι τα πράγματα θα συνεχίσουν να είναι τα ίδια με αυτά που έχουμε συνηθίσει ως τώρα. Αυτή είναι η διαισθητική αρχή της ομοιομορφίας της φύσης, για τον κοινό και τον επιστημονικό νου. Πρόκειται για μια υπόθεση που δεν μπορεί να αποδειχτεί. Αλλά πάνω σ’ αυτήν στηρίζονται κοινός και επιστημονικός νους, χρησιμοποιώντας την επαγωγική γενίκευση (πιθανολογική) για να προβλέψει ένα μελλοντικό συμβάν.

Το πρόβλημα είναι, ότι η γνώση μας αποτελεί πάντα μια επαγωγική γενίκευση πάνω στην εμπειρία του παρελθόντος, την οποία χρησιμοποιούμε για μελλοντικά συμπεράσματα: γνωρίζουμε αναδρομικά, αλλά πράττουμε προδρομικά.  Ένα εμπειρικό συμπέρασμα συνοψίζει μια παρελθούσα εμπειρία, όμως με βάση αυτό κάνουμε προβλέψεις. Για παράδειγμα: όλοι οι κύκνοι είναι λευκοί, συνεπώς ο επόμενος κύκνος που θα δούμε θα είναι ομοίως λευκός. Σήμερα όμως γνωρίζουμε ότι υπάρχουν & μαύροι κύκνοι.

Η συνέχεια μεταξύ παρελθόντος & μέλλοντος που υποθέτει ο νους είναι απόλυτα αθεμελίωτη. Δεν έχει εμπειρική & λογική βάση αλλά η αποτελεσματικότητα των εμπειρικών μας γνώσεων ως οδηγών για τη μελλοντική μας συμπεριφορά εξαρτάται από εκείνη. Αυτό αποτελεί και το θεμελιώδες γνωσιολογικό πρόβλημα της επαγωγής.

 

Ο σκεπτικισμός (η θεμελιακή αμφιβολία σχετικά με τη φύση των πραγμάτων) ξεπερνιέται μόνο πρακτικά. Η γνωσιοθεωρητική έρευνα δεν παρέχει κανένα δικαίωμα βεβαιότητας για το εξεταζόμενο ζήτημα. Ενώ, για το σύνολο των εμπειρικών δεδομένων μπορούμε μόνο να πιθανολογήσουμε. Βεβαιότητα παρέχει μονάχα ο μαθηματικός λογισμός, αλλά αυτός αναφέρεται μόνο στις σχέσεις των ιδεών μεταξύ τους και δεν περιγράφει την κατάσταση του κόσμου.

Όπως κι ο Λοκ, έτσι κι ο Χιουμ περνά σε μια πραγματική υπεράσπιση της Επιστήμης. Η πράξη σύμφωνα με τις καλά θεμελιωμένες εμπειρικές συνήθειες που έχουν διαμορφωθεί κατά την μακρά διαδρομή μας στον πλανήτη, αποφέρει πρακτική ωφέλεια που εξασφαλίζει την επιβίωσή μας. Ο λόγος είναι πάντα «υπηρέτης» μιας πρακτικής προσταγής. Οι ιδέες είναι το εργαλείο για να σταθεροποιήσουμε και να βελτιώσουμε την κατάστασή μας μέσα στον κόσμο,  και σύμφωνα με μια ρήση του Χιουμ : «ο λόγος είναι δούλος των παθών».

ΠΗΓΕΣ

  1. ΒΑΛΛΙΑΝΟΣ Π/ Οι Επιστήμες της Φύσης και του Ανθρώπου στην Ευρώπη/ Εκδ ΕΑΠ/ Πάτρα 2001
  2. Chalmers Α.F/ Τι Είναι Αυτό Που Το Λέμε  Επιστήμη/ μτφρ. Γ. Φουρτούνης/ Εκδ. Παν Εκδ, Κρήτης/ Κρήτη7 2007
  3. Cottingham, J. (2003) Φιλοσοφία της Επιστήμης Α’: Οι ορθολογιστές, μετάφραση Σ. Τσούρτη, Αθήνα: Πολύτροπον.
  4. Woolhouse, R.S. (2004) Φιλοσοφία της Επιστήμης Β’: Οι Εμπειριστές, μετάφραση Σ. Τσούρτη, Αθήνα: Πολύτροπον.

 

Advertisements
Σχολιάστε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: