Skip to content

ΕΥΡΩΠΗ: ΕΠΙΣΤΗΜΗ: Η ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΘΕΤΙΚΙΣΜΟΥ

01/07/2013

Η ΚΡΙΣΗ ΤΗΣ ΘΕΤΙΚΙΣΤΙΚΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

ΤΖ. ΣΤ. ΜΙΛΛ

ΤΖ. ΣΤ. ΜΙΛΛ

    Αρχές 20ου αι ο Θετικισμός αποτελεί χαλαρά ενιαίο θεωρητικό σύστημα με κέντρο τη Βιέννη και επηρεάζει κυρίως την αγγλοσαξονική φιλοσοφία μέχρι τη δεκαετία του 60’. Η μαθηματική αυστηρότητα & η ορθολογική προσέγγιση των πραγμάτων, εμφανίζονταν ως απάντηση στον ανορθολογικό μυστικισμό & τις ολοκληρωτικές ιδεολογίες της Ευρώπης.

Όμως ήδη από το τέλος του Β’ παγκοσμίου πολέμου, εμφανίζονται σημαντικές ρωγμές στο θεωρητικό οικοδόμημα του λογικού θετικισμού. Η κρίση οφείλεται σε ριζικές αλλαγές των γενικών θεωρητικών παραδοχών της φυσικών επιστημών. Θεωρίες όπως της σχετικότητας & της κβαντομηχανικής κλονίζουν τα μεθοδολογικά αξιώματα της κλασικής φυσικής. Και, στο μικροεπίπεδο των υπο-ατομικών σωματιδίων η αρχή της απροσδιοριστίας του Heinsberg κλονίζει τις κυρίαρχες αιτιοκρατικές αντιλήψεις, αφαιρώντας τη δυνατότητα απόλυτα ασφαλών προβλέψεων της συμπεριφοράς των βασικών συστατικών της ύλης.

Στο κέντρο της θετικιστικής μεθοδολογίας βρίσκεται η αντίληψη πως μια θεωρία είναι κατανοητή μόνο εάν έχει εμπειρικές συνέπειες, εφόσον δηλαδή μας πληροφορεί τι θα άλλαζε στην πραγματικότητα εάν ήταν αληθινή. Λογική προϋπόθεση για να έχει μια πρόταση νόημα είναι να μας υποδεικνύει εκείνο το συστατικό της εμπειρίας που μπορεί να την επαληθεύσει (αρχή της επαληθευσιμότητας). Η θεωρία συνοψίζει τα αποτελέσματα της παρατήρησης ή ανάγεται με κάθε τρόπο στα παρατηρησιακά δεδομένα, ενώ ο βαθμός της επιστημονικής της αξιοπιστίας εξαρτάται από το πλήθος των πειραματικών ευρημάτων που επαληθεύουν ή επιβεβαιώνουν τις προβλέψεις της. Συνεπώς, κάθε θεωρητική υπόθεση αποτελεί είτε επαγωγική γενίκευση, η αξιοπιστία της οποίας είναι συνάρτηση της ποσότητας εμπειρικών μαρτυριών, είτε μια πρόταση που μολονότι δεν εξάγεται επαγωγικά, δύναται να συσχετιστεί με τα αποτελέσματα της εμπειρικής έρευνας.

Εντέλει, το νόημα & η αλήθεια των θεωριών προσδίδονται «από τα κάτω προς τα πάνω». Δηλαδή, το

NT. XIOYM

NT. XIOYM

εμπειρικό υπόβαθρο (τα αποτελέσματα της πρωτογενούς πειραματικής έρευνας) αποτελεί το θεμελιώδες κριτήριο για το αν μια θεωρητική πρόταση έχει καταρχήν νόημα και ακολούθως εάν είναι επιτρεπτό να την υιοθετήσουμε. Η αφετηρία είναι οι «βασικές προτάσεις», οι οποίες εξάγονται από τα δεδομένα της παρατήρησης, το καθένα ξεχωριστά κατά τόπο & χρόνο. Απόρροια του προηγούμενου είναι πως ο επιστήμονας ερευνά τα πράγματα δίχως να λαμβάνει υπ’ όψη του την αλήθεια καμιάς θεωρίας, χωρίς δηλαδή να υπολογίζει εάν κάποια εξήγηση έχει μεγαλύτερες πιθανότητες να επιλύσει το πρόβλημα που ξεπηδά από την εμπειρία. Άλλος αποφασιστικό παράγοντας είναι ότι κάθε αφηρημένος θεωρητικός όρος που χρησιμοποιείται για την ανάγκη απόδοσης ολοκληρωμένης λογικής μορφής της θεωρίας, οφείλει να  είναι μετατρέψιμος ή μεταφράσιμος με όρους που έχουν σαφή εμπειρική αναφορά, αλλιώς δεν έχει επιστημονική υπόσταση αλλά αποτελεί μεταφυσικό στοιχείο.

Για τον λογικό θετικισμό οι παραπάνω παραδοχές έχουν κανονιστική & περιγραφική υπόσταση. Πρώτον, θέτουν το πλαίσιο επιστημονικής δεοντολογίας που κάθε επιστήμονας οφείλει να υιοθετεί. Δεύτερον, θεωρητικά αναπαριστούν τον τρόπο με τον οποίο κατέστρωναν τα ερευνητικά τους προγράμματα & οργάνωναν την πειραματική τους δουλειά, οι πρωτεργάτες της επιστημονικής επανάστασης από τον 17ο αι. μέχρι τις μέρες μας.

Ωστόσο, από τον μεσοπόλεμο διαφαίνεται η διάσταση μεταξύ επιστημονικής μεθοδολογίας του λογικού θετικισμού και πως οι ίδιοι οι επιστήμονες αντιλαμβάνονται τη λειτουργία της θεωρίας στην εμπειρική έρευνα. Επίσης, διάσταση υπήρχε και στον τρόπο απόδοσης της ιστορικής πραγματικότητας από τον λογικό θετικισμό και στον τρόπο διαμόρφωσης & εξέλιξης της ιστορικής πραγματικότητας κατά τη νεωτερικότητα.

Στην παραπάνω διαπίστωση συντείνουν τρία βασικά στοιχεία:

1. Αδυναμία του «αλύγιστου» θετικιστικού επαγωγισμού να θεμελιώσει την ορθολογικότητα των καθολικών φυσικών νόμων που αποτελούν θεμέλιο κάθε λειτουργικής θεωρίας στην εμπειρική έρευνα. Πρόκειται για τα «παράδοξα της επιβεβαίωσης», καθώς ένας τέτοιος νόμος αναφέρεται σε κάθε δυνατή εμπειρία, ενώ τα πειραματικά ευρήματα που τον επιβεβαιώνουν αντλούν από ένα απειροελάχιστο σώμα δεδομένων (σε σχέση με την απειρία του σύμπαντος). Κατά συνέπεια, ο επιστημονικός νους μπορεί να καταλήξει σε συμπεράσματα καθολικής ισχύος, ακόμα και υπό την αφετηρία ελάχιστης εμπειρικής βάσης. Μπορεί δηλαδή να δει ή να υποθέσει τη δομή του Όλου έχοντας εμπειρική πρόσβαση σε ένα αμελητέο μέρος του. Η συγκεκριμένη διαδικασία δεν είναι επαγωγική αλλά απαγωγική. Όπως παρατήρησε ο Αμερικάνος φιλόσοφος Ch.S. Peirce, μια κρίσιμη επιμέρους παρατήρηση επιτρέπει στον επιστήμονα να υιοθετήσει (προσωρινά) μια καθολικής ισχύος θεωρία, όχι ως αληθή, αλλά ως το καταλληλότερο ευρετικό εργαλείο για περαιτέρω πειραματική δουλειά. Εν τέλει ο εμπειρικός θετικισμός, αρνούμενος την υιοθέτηση ψυχολογικών διεργασιών όπως ο Χιουμ στο πρόβλημα της επαγωγής, δεν υπερβαίνει το παράδοξο της επιβεβαίωσης και καταλήγει στην υιοθέτηση της επαγωγής δίχως επαρκή λογική αιτιολόγηση και χωρίς να εξερευνήσει εναλλακτικές εκδοχές της επιστημονικής μεθόδου.

2. Ουσιαστική υποβάθμιση του καθαρά θεωρητικού τμήματος κάθε ολοκληρωμένης φυσικής θεωρίας, δηλαδή των όρων & των παραδοχών που αδυνατούν να συσχετιστούν με τα αισθητηριακά δεδομένα. Η άρνηση νομιμοποίησης καθαρά θεωρητικών όρων (π.χ ύπαρξη του ατόμου) που είναι αναγκαίοι ώστε να συγκροτηθεί λογικά μια εξηγητική υπόθεση, σε κάθε περίπτωση που αδυνατούν να αναχθούν σε παρατηρησιακά δεδομένα, μοιάζει να θέτει ανεπίτρεπτους φραγμούς στην εξέλιξη της επιστημονικής έρευνας. Η λογική προϋπόθεση για να έχει μια πρόταση νόημα είναι να μας υποδεικνύει εκείνο το συστατικό της εμπειρίας που μπορεί να την επαληθεύσει (αρχή της επαληθευσιμότητας), έθετε εκτός νόμου όχι μόνο θεολογικές ή μεταφυσικές προτάσεις, αλλά ένα μεγάλο & κρίσιμο κομμάτι της ίδιας της επιστημονικής θεωρίας.

3. Το πιο κρίσιμο ίσως μειονέκτημα, από την άποψη ότι αφορά και τις κοινωνικές επιστήμες, σχετίζεται με την κατανόηση της αντικειμενικότητας & της απροκαταληψίας στην πειραματική έρευνα. Η βασική παραδοχή στο συγκεκριμένο σημείο εδράζεται στην πεποίθηση του Μπέικον πως η φύση αποκαλύπτει μόνη της τα μυστικά της αν οι ερευνητές αποδειχτούν δεκτικοί μάθησης. Η παρατήρηση ανάγεται σε πρωτογενή διαδικασία, στην οποία λαμβάνουν χώρα οι «αποκαθαρμένες» αισθήσεις ως ευαίσθητοι δέκτες των εξωτερικών ερεθισμάτων, χωρίς καμία εκ των προτέρων προσδοκία ή εμπλοκή του λογικού. Κάτω από αυτές τις συνθήκες όμως, η εμπειρική έρευνα δεν δύναται να ξεκινήσει. Η όποια υπόθεση εργασίας είναι απολύτως απαραίτητη για τον προσανατολισμό του ερευνητή προς το πεδίο της φυσικής περιοχής από όπου θα αποκομίσει κρίσιμα εμπειρικά ευρήματα, αλλά και για τον προϊδεασμό του σχετικά με την πιθανή λύση, ώστε να οργανωθεί η πειραματική διαδικασία. Η έρευνα δεν αποτελεί παθητική αφομοίωση & καταγραφή σημάτων που στέλνει η φύση, αλλά ενεργητική διαδικασία κατά την οποία ο παρατηρητής καθορίζει το πλαίσιο & το αντικείμενο, έχοντας σχηματίσει κάποιο θεωρητικό καθοδηγητικό σχήμα. Εξάλλου, για κάθε δεδομένο σώμα εμπειρικών δεδομένων είναι δυνατή η κατασκευή πληθώρας θεωρητικών σχημάτων που εξηγούν τη σύσταση & τη δομή του, συνεπώς η «φωνή της φύσης» δεν είναι ούτε ευκρινής ούτε μονοσήμαντη. Η παρατήρηση με κανέναν τρόπο δε μας υποχρεώνει να δεχτούμε αυτή ή εκείνη τη θεωρία. Και αντίστροφα, από κάθε εναλλακτική θεωρία πηγάζει διαφορετικό πρόγραμμα πειραματικών δοκιμών & βασάνων που αποφέρουν και διαφορετικό σώμα παρατηρήσεων. Οπότε, το τι είναι παρατήρηση & πως ερμηνεύεται αυτό που παρατηρούμε προϋποθέτει μια πληθώρα θεωρητικών παραδοχών.

Η αμφίδρομη εξάρτηση θεωρίας & παρατήρησης αναδεικνύεται στο εξής σε έναν από τους κεντρικούς άξονες μιας καινούριας φιλοσοφίας της επιστήμης, η οποία στην προσπάθεια υπέρβασης των παραπάνω μεθοδολογικών αδιεξόδων, ενσωμάτωσε στις ερμηνείες της τα φαινόμενα της διαισθητικής σύλληψης της πραγματικότητας και των ψυχολογικών & κοινωνικών παραμέτρων που βαρύνουν την ερευνητική διαδικασία. Πλέον αποτελεί κοινό τόπο η αντίληψη ότι η «παρατήρηση είναι διαποτισμένη από θεωρία» ή εναλλακτικά «η θεωρία υπο-καθορίζεται» από τα εμπειρικά δεδομένα. Κοινή συνισταμένη στην περίοδο των μετά- λογικών θετικιστών φιλοσόφων, είναι η αναπαράσταση της επιστήμης σ’ όλη την πολυδιάστατη πραγματικότητά της, ως ένα ιστορικό & κοινωνικό φαινόμενο.

ΠΗΓΕΣ

 

  1. ΒΑΛΛΙΑΝΟΣ Π/ Οι Επιστήμες της Φύσης και του Ανθρώπου στην Ευρώπη/ Εκδ ΕΑΠ/ Πάτρα 2001
  2. Chalmers Α.F/ Τι Είναι Αυτό Που Το Λέμε  Επιστήμη/ μτφρ. Γ. Φουρτούνης/ Εκδ. Παν Εκδ, Κρήτης/ Κρήτη7 2007
Advertisements
Σχολιάστε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: