Skip to content

ΕΥΡΩΠΗ ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ: Η ΑΚΜΗ ΤΟΥ ΘΕΤΙΚΙΣΜΟΥ 19ος-20ος αι.

01/07/2013

Η ΑΚΜΗ ΤΟΥ ΘΕΤΙΚΙΣΜΟΥ

Ο θετικισμός κυριαρχεί στην πνευματική ζωή του 19ου αι. Βασική θέση του αποτελεί η εργαλειακή αντίληψη της επιστήμης, σύμφωνα με την οποία οι επιστημονικές έννοιες απλά συνοψίζουν τα παρατηρησιακά δεδομένα.

Στον Μεσοπόλεμο μετασχηματίζεται σε λογικό θετικισμό ή εμπειρισμό, προωθώντας μια θεωρία που αναλύει την επιστημονική γλώσσα και θέτει κριτήρια σχετικά με το ποιες προτάσεις απ’ αυτές που εκφέρουμε έχουν νόημα ή όχι. Νόημα έχουν οι ταυτολογίες καταρχήν της λογικής, καθώς και οι αμέσως ή εμμέσως επαληθεύσιμες προτάσεις της εμπειρικής επιστήμης. Θεολογία, μεταφυσική οντολογία και φιλοσοφία της ιστορίας αποτελούν περίπλοκες λεκτικές κατασκευές δίχως νόημα.

 

ΤΖ. ΣΤ. ΜΙΛΛ

ΤΖ. ΣΤ. ΜΙΛΛ

    ΣΥΓΚΕΦΑΛΑΙΩΣΗ ΤΟΥ ΕΜΠΕΙΡΙΣΜΟΥ ΣΤΗ ΓΝΩΣΙΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΜΙΛΛ. Η ΕΜΠΕΙΡΙΚΗ ΑΝΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΩΝ

Ο Μιλλ χτίζει πάνω στην επαγωγική γνωσιολογία του Χιουμ, προχωρώντας όμως σε κάτι που ο δεύτερος θεωρούσε φιλοσοφικά αδύνατον: την επαγωγική απόδειξη της ίδιας της αρχής της επαγωγής.

Το ότι κάθε αποτέλεσμα (εμπειρικό φαινόμενο) έχει το αίτιό του, και αντίστροφα, η συγκεκριμένη αιτία παράγει πάντα το ίδιο αποτέλεσμα, αποτελούν το συμπέρασμα μιας άπειρης σειράς παρατηρήσεων που έχουν καταγραφεί στην συλλογική ανθρώπινη μνήμη. Ο αποδεικτικός αυτός συλλογισμός δεν έχει την αυστηρότητα ενός επιστημονικού πειράματος, το οποίο αναφέρεται πάντα σε απομονωμένο & συγκεκριμένο σύνολο φαινομένων. Τα επιμέρους όμως πειράματα ταυτόχρονα προϋποθέτουν, αλλά και κάθε φορά επιβεβαιώνουν, την ισχύ της αρχής της επαγωγής.

Κάθε γενική αλήθεια στηρίζεται σε μια απειρία εμπειρικών δεδομένων, στη συγκέντρωση δηλαδή πληθώρας επιμέρους παρατηρήσεων. Η ανθρώπινη σκέψη βαίνει πάντα από το μερικό στο γενικό. Καμιά έννοια δεν έχει ενορατικό υπόβαθρο. Από τη λογική του Μιλλ αποκλείεται η «νοητική ενόραση» αληθειών τόσο από την επιστήμη όσο και από τη διανοητική ζωή γενικά. Η γνώση μας είναι απόρροια της εμπειρικής επαγωγής, περιλαμβανομένης και της ισχύος της επαγωγής (και της αρχής της αιτιότητας) ως επιστημονικού εργαλείου για την εξήγηση και την πρόβλεψη. Η παρελθούσα εμπειρία επικυρώνει την αξία της επαγωγής τόσο στον έλεγχο της πραγματικότητας όσο και στην προδιαγραφή του μέλλοντος.

Από τον κανόνα αυτό δεν εξαιρούνται ούτε οι μαθηματικές έννοιες. Πρόκειται κι εδώ για εμπειρικές γενικεύσεις με κατά προσέγγιση εφαρμογή στη φυσική πραγματικότητα. Τις μαθηματικές έννοιες τις μαθαίνουμε από την εμπειρία και στη συνέχεια τις αξιοποιούμε για να ασκήσουμε λειτουργικό έλεγχο πάνω της. Δηλαδή, η αποδεικτική βεβαιότητα των μαθηματικών συλλογισμών προκύπτει, εφόσον οι μαθηματικές έννοιες αποκοπούν από το παρατηρησιακό τους υπόβαθρο και στη συνέχεια ως κτήσεις της νόησης αναλύονται οι αναμεταξύ τους σχέσεις, βάσει των κανόνων της λογικής συνεπαγωγής.

Ωστόσο, στην πρωταρχική τους κατάσταση τόσο οι μαθηματικές έννοιες όσο και οι κανόνες της λογικής (π.χ. νόμος αντίφασης) αποτελούν επαγωγικά συμπεράσματα που έχουν προκύψει από την απειρία εμπειρικών περιπτώσεων που τις επιβεβαιώνουν. Βέβαια η συγκεκριμένη αναγωγή των μαθηματικών στην εμπειρία, αποτελεί το τμήμα της επιστημολογίας του Μιλλ, το οποίο απορρίφθηκε από τους κορυφαίους της φιλοσοφίας των μαθηματικών κατά τον 19ο αι., όπως οι Frege & Russell.

Σχετικά με την διαδικασία της επαγωγής, κατά την εφαρμογή της στο στενό πλαίσιο κάποιας πειραματικής έρευνας, ο Μιλλ την εξειδικεύει διατυπώνοντας 4 βασικές συγκριτικές μεθόδους για την αντιπαραβολή των πειραματικών ευρημάτων. Στην ουσία, οι συγκεκριμένες μέθοδοι αποτελούν μια πιο τεχνικά επιμελημένη επεξεργασία των πινάκων του Μπέικον. Η σημαντικότερη από τις επαγωγικές μεθόδους του Μιλλ είναι εκείνη της «διαφοράς», όπου συλλέγουμε ικανό αριθμό τόσο παρουσίας όσο κι απουσίας ενός φαινομένου και εξετάζουμε αν οι περιβάλλουσες φυσικές συνθήκες είναι κοινές και στις δύο περιπτώσεις εκτός από μια. Αν ισχύει κάτι τέτοιο, συμπεραίνουμε ότι η συνθήκη που απουσιάζει αποτελεί την αιτία ή μέρος της που προκαλεί το υπό εξέταση φαινόμενο.

ΛΟΓΙΚΟΣ ΕΜΠΕΙΡΙΣΜΟΣ Η΄ ΛΟΓΙΚΟΣ ΘΕΤΙΚΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Ο ΚΥΚΛΟΣ ΤΗΣ ΒΙΕΝΝΗΣ

 

A.J.Ayer

A.J.Ayer

Στις αρχές του 20ού αιώνα υπό την επήρεια  του Mach δημιουργήθηκε η σχολή του «λογικού θετικισμού» ή «λογικού εμπειρισμού» στις γερμανόφωνες χώρες με επίκεντρο τον περίφημο κύκλο της Βιέννης και δευτερευόντως στο Βερολίνο. Με την επικράτηση του Ναζισμού οι περισσότεροι φιλόσοφοι μετανάστευσαν στις Η.Π.Α. ή την Βρετανία, επηρεάζοντας ριζικά την αγγλοσαξονική φιλοσοφία των ημερών μας. Κύριος Άγγλος εκπρόσωπος & εκλαϊκευτής του λογικού θετικισμού υπήρξε ο A.J.Ayer.

Στις παρυφές του κύκλου της Βιέννης βρίσκονταν και μεγαλύτερος ίσως φιλόσοφος του 20ου αι. L. Wittgenstein, του οποίου η Λογικοφιλοσοφική πραγματεία άσκησε σημαντική επιρροή στη λογική εκδοχή του εμπειρισμού που εκπορεύτηκε από τους κόλπους του. Απήχηση άσκησε και ο B. Russell, ιδίως η αναγωγή των μαθηματικών στη λογική.

  • αφετηριακή παραδοχή του λογικού θετικισμού είναι κατά τη διατύπωση του Karnap ότι : «η εκ των προτέρων συνθετική γνώση είναι αδύνατη».

Η άρνηση αυτή έχει δύο βασικούς στόχους, ένα φιλοσοφικό και έναν πολιτικό, δηλ. :

  1. έρχεται σε αντίθεση με την επιστημολογία του νεοκαντιανισμού, που κυριαρχούσε στα γερμανικά ακαδημαϊκά ιδρύματα πριν από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και
  2. 2.                                                                  αντιπαρατίθεται στις μεγάλες ολοκληρωτικές ιδεολογίες όπως στον Ναζισμό και στον Σταλινισμό.

Ο λογικός θετικισμός είναι μια γνωσιοθεωρία που μετατοπίζει την προβληματική από την έννοια της αλήθειας σε εκείνη του νοήματος της αλήθειας. Το βασικό επιχείρημα είναι ότι πριν γίνει δυνατόν να αποδειχτεί (πειραματικά) εάν μια θεωρία είναι αληθής ή ψευδής, πρέπει καταρχήν οι ισχυρισμοί της να έχουν νόημα. Μια θεωρία είναι κατανοητή μόνο εάν έχει εμπειρικές συνέπειες, εφόσον δηλαδή μας πληροφορεί τι θα άλλαζε στην πραγματικότητα εάν ήταν αληθινή. Λογική προϋπόθεση για να έχει μια πρόταση νόημα είναι να μας υποδεικνύει εκείνο το συστατικό της εμπειρίας που μπορεί να την επαληθεύσει (αρχή της επαληθευσιμότητας).

 

Μια άνευ νοήματος (α-νόητη) πρόταση είναι εκείνη που δε μας πληροφορεί για το τι εμπειρικές  

L. Wittgenstein

L. Wittgenstein

δραστηριότητες έπονται από τους ισχυρισμούς που διατυπώνει. Μια α-νοησία είναι συνεπώς εκ των προτέρων συμβατή με οποιαδήποτε εμπειρική κατάσταση και με την αντίθετή της. Έτσι η θεωρητική α-νοησία θωρακίζει εξαρχής τον εαυτό της από κάθε πειραματικό έλεγχο. Μια θεωρία που δε θίγεται με κανένα τρόπο, οποιαδήποτε κι αν είναι η κατάσταση του κόσμου, είναι κενή νοήματος και χωρίς καμία επιστημονική αξία. Τέτοιες είναι όλες οι θεολογικές πίστεις και παραδοχές, αλλά και οι ιδεολογίες που ισχυρίζονται ότι έχουν αποκρυπτογραφήσει τους σκοπούς και τις νομοτέλειες του ιστορικού γίγνεσθαι. Απ’ αυτήν την άποψη, η ιδεολογία μπορεί να αποτελεί κοσμικό υποκατάστατο της θεολογίας. Μπορεί να θεωρούμε πως κατανοούμε το νόημά τους, λόγω σωστής λεκτικής εκφοράς («ο Θεός έπλασε τον κόσμο», «η νίκη του προλεταριάτου είναι μια ιστορική αναγκαιότητα»). Έχουν όμως μηδενική λογική αξία, επειδή ακριβώς δεν προτείνουν τον τρόπο με τον οποίο τα λεγόμενα τους θα μπορούσαν να ελεγχθούν πειραματικά. Στη βάση της συγκεκριμένης θεώρησης, το κύριο σώμα της παραδοσιακής φιλοσοφίας, και ειδικά εκείνης του 19ου αι., είναι μια παρατεταμένη μεταφυσική α-νοησία. Νόημα έχουν μόνο 2 κατηγορίες προτάσεων: 1ον οι μαθηματικές, που είναι όλες στη βάση τους λογικές ταυτολογίες· 2ον οι θεωρητικές υποθέσεις & εξηγήσεις της πειραματικής επιστήμης.

 

Ειδική κατηγορία αποτελούν οι προτάσεις & οι θεωρίες της ηθικής φιλοσοφίας. Δεν είναι ούτε αληθείς ούτε ψευδείς, επειδή δεν περιγράφουν εμπειρικά ή αντικειμενικά γεγονότα. Ο λογικός θετικισμός πιστεύει πως από τα εμπειρικά γεγονότα δεν δύναται να εξαχθούν ηθικές κρίσεις. Στην ηθική επενδύουμε με υποκειμενικές αξιολογήσεις τα εξωτερικά σε εμάς γεγονότα. Μια ηθική πρόταση εκφράζει απλώς τη συναισθηματική ή ψυχολογική αντίδραση του παρατηρητή, την αρέσκεια ή την απαρέσκειά του, απέναντι σε ένα αντικειμενικό πράγμα ή γεγονός, το οποίο από μόνο του δεν έχει καμία ηθική χροιά. Πρόκειται για τη συγκινησιακή θεωρία της ηθικότητας.

 

Άξια επισήμανσης είναι η θέση του λογικού θετικισμού για τη μεθοδολογική ενότητα της επιστήμης. Δηλαδή, πως το πρότυπο για την κατασκευή θεωρίας & επιμέρους εξηγήσεων που ακολουθούν οι φυσικές επιστήμες ισχύει και για την ιστορία και γενικότερα για τις κοινωνικές επιστήμες. Οι κοινωνικές ή ανθρωπιστικές επιστήμες διαφέρουν από τις θετικές μόνο ως προς το αντικείμενό τους (που είναι οι ατομικές ή συλλογικές πράξεις των ανθρώπων), όχι ως προς τη μέθοδο. Ο πειραματικός έλεγχος υποθέσεων & θεωριών είναι κι εκεί το μοναδικό κριτήριο αλήθειας. Επειδή όμως τα περιεχόμενά τους είναι πλέον συγκεχυμένα (εμφιλοχωρεί ο παράγοντας της υποκειμενικότητας και η παρατήρηση γίνεται απείρως δυσκολότερη), οι επιστημονικές εξηγήσεις στην περιοχή αυτή είναι αναγκαστικά περισσότερο πιθανολογικές & αμφιλεγόμενες συγκριτικά με τις φυσικές επιστήμες. Στο μέτρο όμως που οι κοινωνικές επιστήμες επιθυμούν να δικαιώσουν τον τίτλο τους, οφείλουν να πετύχουν κι αυτές συναινέσεις γύρω από αντικειμενικές αλήθειες.

 

Κύρια θεωρητική συνεισφορά του λογικού θετικισμού υπήρξε η λογική ανάλυση της επιστημονικής γλώσσας. Ως συνέπεια του προσανατολισμού αυτού η σύγχρονη φιλοσοφία εστιάσθηκε στη γλώσσα ως φορέα νοημάτων. Η γλωσσανάλυση, είτε με αναφορά στην ιδεώδη μαθηματική γλώσσα της επιστήμης είτε έπειτα με αναφορά στη γλώσσα της καθημερινότητας, υποκατέστησε όλες τις άλλες φιλοσοφικές δραστηριότητες (κυρίως στους αγγλοσάξονες). Πρόκειται για τη γλωσσική στροφή στη φιλοσοφία.

Η γλώσσα της επιστήμης αποτελείται από δύο ειδών όρους : από τους παρατηρησιακούς και τους θεωρητικούς. Οι παρατηρησιακοί όροι είναι αυτοί που παράγονται κατευθείαν από την εμπειρία (έχουν εμπειρικό περιεχόμενο). Οι παρατηρησιακοί όροι συνδέονται με το εμπειρικό υπόβαθρο της θεωρίας μέσω «κανόνων αντιστοιχίας». Οι κανόνες αυτοί, αποτελούν και την «άγκυρα» που δένει μια θεωρία με το φυσικό περίγυρο. Οι θεωρητικοί όροι, αντίθετα, είναι αφηρημένες έννοιες, οι οποίες δεν είναι δυνατόν να υποβληθούν σε άμεση πειραματική επιβεβαίωση, είναι όμως απαραίτητοι για να ολοκληρωθεί η λογική δομή της θεωρίας.

Η αυτονομία των θεωρητικών όρων απέναντι στην παρατήρηση, και τη δυνατότητά τους να αναχθούν σε παρατηρησιακούς, αποτέλεσε κρίσιμη συζήτηση στο εσωτερικό της επιστημολογίας του λογικού θετικισμού. Κατά τη φυσιοκεντρική θεώρηση του Carnap, είναι δυνατή & αναγκαία σε κάθε περίπτωση η σύνδεση θεωρητικού & εμπειρικού τμήματος μιας θεωρίας. Η πειραματική επιβεβαίωση των παρατηρησιακών όρων & υποθέσεων αποτελεί πλάγια & έμμεση επιβεβαίωση και των θεωρητικών όρων που επινοήθηκαν για τη λογική ολοκλήρωση μιας θεωρίας με στέρεο εμπειρικό υπόβαθρο.

Ο λογικός θετικισμός έχει συναίσθηση του γεγονότος ότι η θεωρία «υπερβαίνει» το εκάστοτε διαθέσιμο σώμα παρατηρήσεων. Αναγνωρίζεται έτσι, μέσα στο γενικό πλαίσιο της επαγωγής, ο σημαντικός ρόλος που διαδραματίζει η «απαγωγή και η λογική διερεύνηση» της θεωρίας.

Όσον αφορά την ανάληψη μιας συγκεκριμένης ερευνητικής προσπάθειας, ο ερευνητής οφείλει να έχει εκ των προτέρων μια καθοδηγητική ιδέα σχετικά με τις δυνητικές εξηγήσεις του φαινομένου που μελετά. Διαφορετικά δε γνωρίζει που να στραφεί και τι να απομονώσει από την απειρία των διαθέσιμων παρατηρήσεων. Η διαδικασία της επαγωγής δεν μπορεί να ξεκινήσει αν δεν έχουν αποκλειστεί από πριν κάποιοι διαθέσιμοι ερευνητικοί δρόμοι.

Η υπόθεση εργασίας αποτελεί το καθορισμένο πλαίσιο πειραματικά θεμελιωμένων εξηγήσεων & γενικών θεωριών. Ο ερευνητής οφείλει να κινητοποιεί την πείρα του, για να «μαντέψει» προς ποιο δρόμο αυξάνονται οι πιθανότητες ανεύρεσης λύσης του προβλήματος.

Η καθοδηγητική υπόθεση πρέπει να διατυπώνεται με τρόπο που να έχει «πειραματικά ελεγχόμενες συνέπειες». Η λειτουργία της είναι «ευρετική» και από μόνη της δεν συνιστά λύση του προβλήματος. Η αναγνώριση κάθε φορά των επικρατέστερων ερευνητικών υποθέσεων (πιθανότερων λύσεων με πρώτη ματιά) αποτελεί το «πλαίσιο της ανακάλυψης» της επιστημονικής διαδικασίας.. Σ’ αυτό το επίπεδο δεν υπάρχουν κανόνες ή τεχνικές, έτσι καίρια σημασία έχει η δημιουργική φαντασία του ερευνητή, η διορατικότητά του.

Στη συνέχεια, η πειραματική διαδικασία θα στηρίξει ή θα υπονομεύσει τις αρχικές υποθέσεις. Οι εμπειρικές τους συνέπειες ελέγχονται συστηματικά στο εργαστήριο, και μόνο έτσι προκύπτει η επιστημονική γνώση. Πρόκειται για το «πλαίσιο επικύρωσης», όπου τίθενται σε ισχύ οι τεχνικές & οι κανόνες ελέγχου που είναι κοινά αποδεκτοί & δεσμεύουν όλη την επιστημονική κοινότητα, συνεπώς σταματά η αυτόνομη λειτουργία της επιστημονικής φαντασίας.

G.G. Hempel

G.G. Hempel

Το έσχατο κριτήριο για το κύρος μιας θεωρίας εξακολουθεί να είναι η σχέση της με την αντικειμενική πραγματικότητα, η οποία υπάρχει έξω από το λογικό μας. Αλλά για να καταστεί δυνατή η διακρίβωση της σχέσης αυτής, η θεωρία πρέπει να έχει μια εσωτερική λογική δομή που να επιτρέπει μια σειρά από συμπεράσματα από τις βασικές της παραδοχές.. Η απαγωγική δομή των θεωριών αποτελεί κρίσιμο προαπαιτούμενο για την πειραματική επαλήθευσή τους.

Την προηγούμενη προβληματική αποτυπώνει το λεγόμενο «υποθετικό-απαγωγικό μοντέλο» των επιστημονικών εξηγήσεων του G.G. Hempel. Η θεωρία του Hempel εκφράζει την ωριμότητα του θετικισμού ως φιλοσοφικού κινήματος. Αναγνωρίζει τη σχετική αυτονομία της θεωρίας απέναντι στην εμπειρική παρατήρηση, ξεπερνώντας τον μονόπλευρο επαγωγισμό των Μπέικον & Μιλλ. Συνάμα, ανοίγει μια νέα σειρά θεωρητικών συζητήσεων, με άξονα τόσο την έννοια της πιθανότητας όσο και τη λογική υπόσταση της εμπειρικής επιβεβαίωσης.

Η συζήτηση ανέδειξε βασικά εσωτερικά προβλήματα στη σύλληψη του λογικού εμπειρισμού, όπως τα «παράδοξα της επιβεβαίωσης»: 1ον η λογική πιθανότητα ενός καθολικού νόμου είναι πολύ κοντά στο μηδέν! Διότι, ένας τέτοιος νόμος αναφέρεται σε κάθε δυνατή εμπειρία, ενώ τα πειραματικά ευρήματα που τον επιβεβαιώνουν αντλούν από ένα απειροελάχιστο σώμα δεδομένων (σε σχέση με την απειρία του σύμπαντος). 2ον Κάθε πρόταση καθολικού κύρους («όλα τα κοράκια είναι μαύρα») επιβεβαιώνεται με εμπειρικές παρατηρήσεις που είναι εντελώς άσχετες μ’ αυτήν (π.χ. ένα κόκκινο αυτοκίνητο). Κι αυτό γιατί η πρόταση «όλα τα κοράκια είναι μαύρα» είναι λογικώς ισοδύναμη με την πρόταση «όλα τα μη κοράκια είναι μη μαύρα».

Φαίνονταν λοιπόν πως ο λογικός θετικισμός δεν κατόρθωσε να λύσει το βασικό επιστημολογικό πρόβλημα, που συνίσταται στην ασυμμετρία ανάμεσα στις λογικές & γνωστικές δυνάμεις του ανθρώπινου υποκειμένου και στο αντικείμενο με το οποίο καταπιάνεται (που είναι η συνολική Φύση). Ωστόσο, οι λογικές δυσκολίες του κλασικού θετικισμού άνοιξαν τις πύλες για θεωρητικές συλλήψεις που έβγαιναν έξω από τις βασικές του παραδοχές. Όπως η «θεωρία της διαψευσιμότητας» του K. Popper και η θεωρία των «παραδειγμάτων» του T. Kuhn.

ΠΗΓΕΣ

 

  1. ΒΑΛΛΙΑΝΟΣ Π/ Οι Επιστήμες της Φύσης και του Ανθρώπου στην Ευρώπη/ Εκδ ΕΑΠ/ Πάτρα 2001
  2. Chalmers Α.F/ Τι Είναι Αυτό Που Το Λέμε  Επιστήμη/ μτφρ. Γ. Φουρτούνης/ Εκδ. Παν Εκδ, Κρήτης/ Κρήτη7 2007
Advertisements
Σχολιάστε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: