Skip to content

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ, ΑΝΑΛΥΣΗ κ’ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΩΝ ΑΠΟΨΕΩΝ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ, ΠΕΡΙ ΚΙΝΗΣΗΣ ΣΕ ΥΠΟΣΕΛΗΝΕΙΑ κ’ ΥΠΕΡΣΕΛΗΝΕΙΑ ΠΕΡΙΟΧΗ, ΚΑΘΩΣ κ’ ΕΚΕΙΝΩΝ ΤΩΝ ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΩΝ ΣΧΟΛΙΑΣΤΩΝ ΤΟΥ από Δ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

27/06/2013

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ, ΑΝΑΛΥΣΗ κ’ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΩΝ ΑΠΟΨΕΩΝ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ, ΠΕΡΙ ΚΙΝΗΣΗΣ ΣΕ ΥΠΟΣΕΛΗΝΕΙΑ κ’ ΥΠΕΡΣΕΛΗΝΕΙΑ ΠΕΡΙΟΧΗ, ΚΑΘΩΣ κ’ ΕΚΕΙΝΩΝ ΤΩΝ ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΩΝ ΣΧΟΛΙΑΣΤΩΝ ΤΟΥ από Δ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ

Στο αριστοτέλειο φιλοσοφικό σύστημα, η κίνηση –με την έννοια της αέναης μεταβολής- μοιάζει να κατέχει θεμελιώδη σημασία. Έτσι διακρίνουμε τεσσάρων ειδών μεταβολές: α) τη Γένεση και Φθορά , όπου συγκεκριμένα αντικείμενα ξεκινούν και παύουν να υπάρχουν, β) την Αλλοίωση για τις ποιοτικές αλλαγές κάποιου αντικειμένου, γ) την Αύξηση και μείωση, για αλλαγές ποσοτικές ή μεγέθους, δ) την Τοπική κίνηση, για την αλλαγή τόπου κάποιου αντικειμένου[3]. Επιπρόσθετα, ο ουσιαστικός λόγος κάθε μεταβολής εντοπίζεται στη φύση κάθε αντικειμένου και πραγματώνεται λόγω ύπαρξης κάποιου τελικού σκοπού (τελεολογία), ενώ τα αίτια της είναι επίσης τέσσερα. Για παράδειγμα, στη διαδικασία κατασκευής ενός ξύλινου δοκαριού για τη στήριξη μιας στέγης, διακρίνουμε τέσσερα αίτια: α) το Ειδικό, δηλαδή τη μορφή που παίρνει το δοκάρι, β) το Υλικό, δηλαδή τη σταθερή ύλη του ξύλου, στο οποίο πραγματοποιείται η μεταβολή, γ) το Ποιητικό, δηλαδή τον ξυλουργό ως φορέα της δράσης που επιφέρει τη μεταβολή, και δ) το Τελικό, δηλαδή η στήριξη της στέγης ως σκοπός της μεταβολής.

Τέλος, ο Αριστοτέλης επιχειρεί τη διαίρεση του σύμπαντος σε δύο μέρη: α) στην υποσελήνεια περιοχή, όπου όλες οι ουσίες μπορούν να αναχθούν σε τέσσερα θεμελιώδη στοιχεία: γη, νερό, φωτιά και αέρα· τα δύο πρώτα αποτελούν τα βαριά στοιχεία με φυσική τάση να κατευθύνονται προς το κέντρο του σύμπαντος (τη Γη), ενώ τα άλλα δύο αποτελούν τα ελαφρά, με κατεύθυνση προς την περιφέρεια. β) Στην υπερσελήνεια περιοχή, όπου υπάρχει μόνο το αναλλοίωτο πέμπτο στοιχείο του αιθέρα.

Έτσι, εστιάζοντας στην υποσελήνεια περιοχή, κατά τον φιλόσοφο αποτελεί την κατώτερη περιοχή, όπου διαδραματίζονται κάθε είδους μεταβολές και όριο της αποτελεί ο χώρος κάτω από την τροχιά τη σελήνης. Στη διαδικασία της μεταβολής των αντικειμένων, λαμβάνει μέρος μόνο η μορφή, ενώ η ύλη παραμένει σταθερή. Η δε μορφή μεταβάλλεται χάρη στην ύπαρξη του δίπολου μορφή προς επίτευξη – απουσίας μορφής προς επίτευξη. Ειδικότερα, η κίνηση των αντικειμένων σ’ αυτήν την περιοχή διακρίνεται σε δύο είδη: την φυσική και την εξαναγκασμένη ή βίαιη. Πρώτο κοινό στοιχείο τους και απαραίτητη προϋπόθεση, αποτελεί η ύπαρξη κάποιου κινούντος που θέτει σε εφαρμογή την κίνηση.  Δεύτερο κοινό στοιχείο, είναι η ύπαρξη της αντίστασης ως αντίθετης δύναμης απ’ αυτήν που προκαλεί την κίνηση. Συνεπώς, όσο πιο μεγάλη αντίσταση συναντά ένα σώμα τόσο περισσότερο χρόνο χρειάζεται για να διανύσει κάποια απόσταση, ενώ στην περίπτωση που η αντίσταση είναι ίση με την κινητήρια δύναμη, το σώμα θα παραμείνει ακίνητο. Επιπλέον, η έλλειψη αντίστασης συνεπάγεται την άπειρη ταχύτητα κίνησης του αντικειμένου, ιδέα την οποία απέρριψε ο Αριστοτέλης και μαζί της την ύπαρξη κενού.

Ωστόσο, στη φυσική κίνηση το ρόλο του κινούντος κατέχει η φύση του αντικειμένου, ενώ η διεύθυνση της καθορίζεται από την αναλογία των επιμέρους στοιχείων που συνθέτουν το αντικείμενο. Οπότε, στις ουσίες όπου υπερισχύουν τα βαριά στοιχεία (π.χ. η πτώση ενός βράχου) έχουν κατεύθυνση προς τη φυσική τους θέση, στο κέντρο του σύμπαντος. Αντίστοιχα, όπου κυριαρχούν τα ελαφρά (π.χ. ο καπνός) κατευθύνονται προς την περιφέρεια. Στην προέκταση της συγκεκριμένης  συλλογιστικής, αν δεν υπήρχαν φυσικά εμπόδια, τα τέσσερα στοιχεία θα σχημάτιζαν ισάριθμους ομόκεντρους κύκλους, όπου στο κέντρο του σύμπαντος θα βρίσκονταν η γη σαν το βαρύτερο στοιχείο και γύρω της το νερό και στην περιφέρεια ο αέρας και γύρω απ’ αυτόν η φωτιά σαν το ελαφρύτερο όλων[4].

Στην εξαναγκασμένη ή βίαιη κίνηση, το ρόλο του κινούντος αναλαμβάνει η εξωτερική δύναμη που κινεί το σώμα προς κατεύθυνση διαφορετική από αυτή που επιβάλει η φύση του. Η αιτιολογία του Αριστοτέλη για τη συνέχιση της κίνησης όταν αυτή η δύναμη σταματήσει να ασκείται, στηρίζεται από τη θεωρία της Αντιπερίστασης[5], κατά την οποία η κίνηση συνεχίζεται γιατί το μέσο  στο οποίο κινείται το σώμα επενεργεί ως κινούν, αντικαθιστώντας την αρχική δύναμη. Για παράδειγμα, όταν ένα βέλος εκτοξευτεί από ένα τόξο, ο ίδιος ο αέρας είναι αυτός που ασκεί πίεση ώστε να συνεχιστεί η κίνηση.

ΑΒΙΚΕΝΝΑΣ, ΣΠΟΥΔΑΙΟΣ ΑΡΑΒΑΣ ΣΧΟΛΙΑΣΤΗΣ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΜΕΣΑΙΩΝΑ

ΑΒΙΚΕΝΝΑΣ, ΣΠΟΥΔΑΙΟΣ ΑΡΑΒΑΣ ΣΧΟΛΙΑΣΤΗΣ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΜΕΣΑΙΩΝΑ

Βέβαια, η πρόσληψη και η επεξεργασία των αριστοτελικών ιδεών από τους λόγιους του Μεσαίωνα, αφενός γέννησε ερωτηματικά, αφετέρου οδήγησε στην εξέλιξη ή την απόρριψη κάποιων εξ αυτών.  Στην περίπτωση της φυσικής κίνησης, ερωτηματικά διατυπώθηκαν για τη φύση του κινούντος. Οι κύριες απόψεις που διατυπώθηκαν ήταν από τους Αβικένα και Αβερόη, οι οποίοι κατέληξαν πως στην περίπτωση της φυσικής κίνησης, η μορφή είναι το κινούν και η ύλη το κινούμενο. Με τη συγκεκριμένη θεωρία διαφώνησε ο Θωμάς ο Ακινάτης, υπογραμμίζοντας την αριστοτελική αρχή του αδιαίρετου μορφής και ύλης, και υποστηρίζοντας πως το κινούν ευθύνεται μόνο για την αρχική γένεση ή το σχηματισμό του αντικειμένου μακριά από τον φυσικό του τόπο, ενώ στη συνέχεια το αντικείμενο λόγω της φύσης του δεν χρειάζεται άλλο κινούν[6].

Όσο για την κίνηση στο κενό, αρκετοί από τους προβληματισμούς κατά τον Μεσαίωνα ήταν απόρροια των ενστάσεων του Φιλόπονου, οι οποίες διατυπώθηκαν ήδη από τον 6ο αιώνα. Βασικά, αμφισβητήθηκαν τα συμπεράσματα του Αριστοτέλη για τη συνάρτηση της ταχύτητας με το λόγο δύναμης και αντίστασης και η συνακόλουθη απόρριψη του κενού. Πιο συγκεκριμένα, ο Φιλόπονος ισχυρίστηκε πως είτε η κίνηση πραγματοποιείται παρουσία κάποιου μέσου που ασκεί αντίσταση, είτε στο κενό, το αντικείμενο είναι αδύνατον να βρίσκεται την ίδια στιγμή, στην αρχή και το τέλος της διαδρομής που έχει να διανύσει. Ως εκ τούτου, η αντίσταση του μέσου επιβραδύνει το αντικείμενο, αλλά η κίνηση στο κενό συνεπάγεται απλά μεγαλύτερη και όχι άπειρη ταχύτητα. Έτσι, συμπεραίνει πως είναι δυνατή η κίνηση στο κενό. Επιπλέον,  προτεραιότητα στην κίνηση έχει η δύναμη και όχι η ισότιμη σχέση της με την αντίσταση[7]. Τις βασικές γραμμές της λογικής του Φιλόπονου υιοθέτησε ο Άραβας Avempace τον 12ο αιώνα, ο οποίος στην προσπάθεια διατύπωσης μιας ενιαίας δυναμικής μεταξύ υποσελήνειου-υπερσελήνειου κόσμου, χρησιμοποίησε τις κινήσεις των ουράνιων σφαιρών, που ενώ δεν συναντούν αντίσταση δεν είναι και στιγμιαίες. Στον αντίποδα, ο Αβερόης θα απορρίψει τη θεωρία του προηγούμενου, επισημαίνοντας πως στις φυσικές κινήσεις το αντικείμενο αποτελεί ενότητα κινητού και κινούντος και συνάμα,  η κίνηση σχετίζεται μόνο με το εξωτερικό μέσο. Ταυτόχρονα, αποκλείει τη δυνατότητα κίνησης χωρίς την ύπαρξη μέσου, δεχόμενος την αριστοτέλεια αντίληψη

ΑΒΕΡΡΟΗΣ, Ο ΕΤΑΙΡΟΣ ΜΕΓΑΛΟΣ ΑΡΑΒΑΣ ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΟΣ ΣΧΟΛΙΑΣΤΗΣ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ

ΑΒΕΡΡΟΗΣ, Ο ΕΤΑΙΡΟΣ ΜΕΓΑΛΟΣ ΑΡΑΒΑΣ ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΟΣ ΣΧΟΛΙΑΣΤΗΣ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ

ανυπαρξίας του κενού. Από την άλλη, διαφορετική κριτική ασκεί στον Avempace, ο Θωμάς ο Ακινάτης. Ο τελευταίος, ανάγει το σώμα από μάζα σε γεωμετρικό μέγεθος, στο οποίο ασκείται αντίσταση.

Μία δεύτερη ένσταση του Φιλόπονου αφορούσε την εξαναγκασμένη κίνηση. Ο Αλεξανδρινός φιλόσοφος, δυσπιστούσε κατά πόσο το μέσο έχει τον χαρακτήρα κινούντος και θεωρούσε πως επενεργεί μάλλον σαν φορέας αντίστασης. Επιπρόσθετα, τόσο για τις φυσικές όσο και για τις εξαναγκασμένες κινήσεις κατέληξε στην απαραίτητη ύπαρξη εσωτερικών κινούντων. Ειδικά για την εξαναγκασμένη κίνηση στην περίπτωση του βλήματος, τη συγκεκριμένη θέση την αιτιολόγησε υιοθετώντας την αντίληψη πως κάποια «άυλη κινητήρια δύναμη» επιβάλλεται στο βλήμα από τον εκτοξευτή[8]. Οι συγκεκριμένες απόψεις άσκησαν επιρροή στους μεσαιωνικούς σχολιαστές, με σημαντικότερο ίσως εκφραστή τους τον Buridan κατά τον 14ο αι. Ο τελευταίος εισάγει στη θεωρία του τον όρο της ορμής (impetus), η οποία αντικαθιστά την αρχική δύναμη και λειτουργεί από τη φύση της ως κινούν. Η φύση της ορμής είναι σταθερή και διακριτή από την τοπική κίνηση, ενώ παράγοντες φθοράς της αποτελούν η αντίσταση ή η αντίθετη κλίση. Σε σύγκριση του impetus με την σύγχρονη έννοια της ορμής, η ομοιότητα έγκειται στο ότι  ο Buridan το θεωρούσε ανάλογο της ταχύτητας και της «πρώτης μάζας», κάτι που συνειρμικά φέρνει στο νου το τύπο της κλασικής μηχανικής για τον υπολογισμό της σύγχρονης ορμής (J= m x u). Όμως, για τον Buridan το impetus χρησιμοποιείται ως όρος ερμηνείας της συνέχειας της κίνησης όταν η αρχική δύναμη σταματά να ενεργεί στο σώμα, ενώ η ορμή στη σύγχρονη εκδοχή της αποτελεί μέτρο της κίνησης που δεν απαιτεί κάποια επιπλέον αιτία για τη διατήρησή της (σε συνθήκες απουσίας αντίστασης)[9]. Η συγκεκριμένη θεωρία αποτέλεσε την επικρατέστερη εκδοχή έως τον 17ο αιώνα.

Ένα ακόμα ζήτημα που απασχόλησε τους μεσαιωνικούς σχολιαστές αφορούσε τη διερεύνησης της φύσης της κίνησης, δηλαδή αν αυτή αποτελεί διακριτή ή ξεχωριστή ύπαρξη από το κινούμενο σώμα. Οι δύο κύριες θεωρίες [απόρροια της νομιναλιστικής και ρεαλιστικής σκέψης αντίστοιχα] που διατυπώθηκαν ήταν οι εξής: α) της Ρέουσας μορφής (Forma fluens), σύμφωνα με την οποία η κίνηση δεν αποτελεί ξεχωριστή ύπαρξη από το κινούμενο αντικείμενο, αλλά  είναι το ίδιο το σώμα στους τόπους που καταλαμβάνει διαδοχικά, β) της Μορφής Ροής(Fluxus formae), κατά την οποία εκτός από το κινούμενο αντικείμενο και τους τόπους που καταλαμβάνει, η κίνηση ενυπάρχει ως επιπλέον πράγμα στο κινούμενο αντικείμενο. Ενδεικτικά θα αναφέρουμε ως υποστηρικτή της πρώτης άποψης τον Όκκαμ, που θεωρούσε ότι στη φύση υπάρχουν μόνο απόλυτα πράγματα δύο ειδών: οι ουσίες και οι ποιότητες (τα αισθητώς αντιληπτά χαρακτηριστικά). Επιπλέον, υπάρχουν οι «ποσότητες» όπως η κίνηση, οι οποίες δεν υπάρχουν ξεχωριστά από τα αντικείμενα, άρα δεν έχουν δική τους υπόσταση[10]. Υποστηρικτής της δεύτερης θεωρίας υπήρξε ο Buridan, ο οποίος χρησιμοποιώντας θεολογικά επιχειρήματα προσπαθεί να ξεπεράσει την ενδεχόμενη αντίφαση μεταξύ κίνησης και θεϊκής παντοδυναμίας. Για τον ίδιο, αυτό είναι εφικτό αν η κίνηση εκτός από το κινούμενο αντικείμενο και τους τόπους που καταλαμβάνει διαδοχικά, διαθέτει ένα επιπλέον χαρακτηριστικό όπως οι ιδιότητες ή οι ποιότητες, ακόμα κι αν δεν καταλαμβάνει τόπο[11].

ΘΩΜΑΣ ΑΚΙΝΑΤΗΣ, ΕΚΤΟΣ ΑΠΟ ΜΕΓΑΛΟΣ ΚΑΘΟΛΙΚΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ, ΥΠΗΡΞΕ κ' ΣΧΟΛΙΑΣΤΗΣ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ

ΘΩΜΑΣ ΑΚΙΝΑΤΗΣ, ΕΚΤΟΣ ΑΠΟ ΜΕΓΑΛΟΣ ΚΑΘΟΛΙΚΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ, ΥΠΗΡΞΕ κ’ ΣΧΟΛΙΑΣΤΗΣ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ

Η δεύτερη περιοχή του σύμπαντος κατά τον Αριστοτέλη, είναι η υπερσελήνεια που βρίσκεται πάνω από την τροχιά της σελήνης με όριο την εξώτατη σφαίρα των απλανών. Σύμφωνα με τον φιλόσοφο αποτελεί «την ανώτερη ουράνια περιοχή των αιώνια αμετάβλητων κύκλων»[12]. Σ’ αυτήν απαντάται μόνο το αναλλοίωτο πέμπτο στοιχείο του αιθέρα (πεμπτουσία), το οποίο καλύπτει τα πάντα αποκλείοντας την ύπαρξη κενού. Η έλλειψη αντίθετου στοιχείου από τον αιθέρα συνεπάγεται την απουσία ποιοτικών αλλαγών, με αποτέλεσμα στην περιοχή να λαμβάνει χώρα η τελειότερη μορφή κίνησης, η οποία είναι η αέναη, ομαλή κυκλική.

Εξάλλου, στην υπερσελήνεια περιοχή υπάρχουν οι λεγόμενοι απλανείς αστέρες με την ομαλή κίνηση «σαν να είναι στερεωμένοι σε μια ομαλά περιστρεφόμενη σφαίρα»[13] και οι εφτά πλανώμενοι ή πλανήτες που μολονότι η κίνησή τους είναι πιο περίπλοκη, είναι συνάμα συμβατή με την ομαλή κυκλική ουράνια κίνηση[14]. Συνεπής στη θεωρία του ο Αριστοτέλης, απέδωσε το αίτιο της κίνησης στην ύπαρξη κάποιου ακίνητου και ξεχωριστού για κάθε σφαίρα κινούντος. Η δύναμη που κινεί τα ουράνια σώματα διακρίνεται στην εσωτερική (ψυχή) και την εξωτερική (διάνοια)· η πρώτη αποτελεί μέρος των τροχιών, ενώ η δεύτερη είναι διακριτή[15]. Ενδιαφέρον εδώ, παρουσιάζει η διερεύνηση της ταυτότητας του κινούντος, τόσο από τον Αριστοτέλη, όσο και από πλευράς ερμηνειών που δόθηκαν από μεσαιωνικούς σχολιαστές του.

Κατά τον Αριστοτέλη, το ακίνητο κινούν αποτελεί το αίτιο της κίνησης, όχι γιατί αποτελεί φορέα δράσης που επιφέρει την κίνηση (ποιητικό αίτιο), αλλά γιατί κυοφορεί το σκοπό αυτής της κίνησης, ο οποίος εκδηλώνεται ως επιθυμία των σφαιρών να μιμηθούν την τελειότητά της φύσης του (τελικό αίτιο). Η κάθε σφαίρα μεταδίδει την κίνηση στην επόμενη, με αφετηρία την εξώτατη σφαίρα των απλανών αστέρων, της οποίας το ακίνητο κινούν  ονομάζεται Πρώτο Κινούν και αποτελεί την «πρωταρχική πηγή κάθε κίνησης μέσα στο σύμπαν»[16].  Πιο συγκεκριμένα, το πρώτο κινούν κατέχει τις ιδιότητες του Θεού ως υπέρτατης νόησης με τη μορφή ενέργειας, που δεν έχει επαφή με τις σφαίρες, δεν καταλαμβάνει τόπο και αποτελεί το αντικείμενο μίμησης των ουράνιων σφαιρών[17].

Τον Μεσαίωνα, γύρω από τις συγκεκριμένες αντιλήψεις, γεννήθηκαν αρκετά ερωτήματα και διατυπώθηκαν διάφορες απόψεις ή διαφωνίες. Για παράδειγμα, η σημασία που απέδιδε ο Αριστοτέλης στην ύπαρξη του Θεού μπορούσε με κατάλληλες προσαρμογές να ενσωματωθεί στη χριστιανική θεολογία, αλλά όχι και η πεποίθησή του περί αιωνιότητας του σύμπαντος που έρχονταν σε αντίθεση με τη χριστιανική θεωρία της Γένεσης.  Ένα κεφαλαιώδους σημασίας ζήτημα για τη μεσαιωνική Ευρώπη, αποτέλεσε αφενός η φύση του πρώτου κινούντος, αφετέρου η ταυτότητα των υπολοίπων ακίνητων κινούντων. Στο πρώτο κινούν, όπου ο Αριστοτέλης είχε προβάλει θεϊκές ιδιότητες δεν υπήρχε αντίφαση με το χριστιανικό δόγμα, με αποτέλεσμα να ταυτιστεί με το χριστιανικό Θεό. Ωστόσο, στα υπόλοιπα ακίνητα κινούντα – εξεταζόμενα ως εξωτερική κινητήρια δύναμη- προκειμένου να

BURIDAN, ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΟΣ ΣΧΟΛΙΑΣΤΗΣ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ

BURIDAN, ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΟΣ ΣΧΟΛΙΑΣΤΗΣ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ

αποφευχθεί η ταύτισή τους με άλλου είδους θεότητες ή να προληφθεί ο κίνδυνος αμφισβήτησης της θεϊκής παντοδυναμίας, προβλήθηκε η ταυτότητα αγγέλων ή άλλων άυλων διανοιών, οι οποίες ήταν υπεύθυνες καθεμία για την κίνηση ξεχωριστής σφαίρας, αλλά επουδενί ολόκληρου του ουρανού, δυνατότητα που κατείχε μονάχα ο Θεός[18].  Επίσης, στην εξέταση ύπαρξης εσωτερικής κινητήριας δύναμης με τη μορφή ψυχών, καθότι αποτελούσαν μέρος των τροχιών τούς δόθηκε ο ρόλος της μορφής των τελευταίων και αντίστοιχα στο συστατικό υλικό τής ύλης. Στο ζήτημα, με θεολογικές προεκτάσεις, που προέκυπτε αν οι τροχιές ήταν ζωντανές· διέξοδο ως ένα βαθμό αποτέλεσαν απόψεις όπως του  Kilwardby που ερμήνευσε την κυκλική κίνηση ως προϊόν της ενεργούς φύσης ή έμφυτης τάσης των ουράνιων σφαιρών, αλλά και του Buridan που θεώρησε την ουράνια κίνηση ως αποτέλεσμα ώθησης ή κινητήριας δύναμης (όπως αυτή του βέλους στην επίγεια κίνηση), που άσκησε ο Θεός κατά τη δημιουργία[19]. Σε αντίθεση βέβαια με την θεωρία του impetus στην υποσελήνεια περιοχή, η ορμή που αντικαθιστά το ρόλο των διανοιών στην υπερσελήνεια περιοχή δεν γνωρίζει ποσοτικές μεταβολές και φθορά, ενώ ο Θεός συμμετέχει στην μετάδοσή της στα ουράνια σώματα μόνο στην αρχική φάση, ενώ στη συνέχεια είναι εκείνη που αναλαμβάνει το ρόλο του κινούντος[20].

Επιστρέφοντας στις αντιλήψεις του Αριστοτέλη, ίσως φαντάζει παράδοξο πως παρά την έμφαση που απέδιδε στην κίνηση, θεωρούσε πως η ίδια η Γη παραμένει ήρεμη στο κέντρο του σύμπαντος.  Πέρα από την προηγούμενη παρατήρηση, γεννάται το ερώτημα αν ο Αριστοτέλης αντιμετωπίζει τελικά την αντικειμενική πραγματικότητα ως προϊόν αέναης μεταβολής και κίνησης ή την προσεγγίζει υπό το πρίσμα μιας στατικής οπτικής. Βέβαια, οι απόψεις του αν και κυριάρχησαν αποτέλεσαν και πεδίο περαιτέρω διερεύνησης. Για παράδειγμα ο Oresme συλλαμβάνει τη σχετικότητα της έννοιας του κέντρου, ενώ ο Θωμάς ο Ακινάτης εστιάζει στη σχετικότητα αυτής της ίδιας της κίνησης[21].  Κατά τον  Lindberg τις πιο ολοκληρωμένες τοποθετήσεις, σχετικά με το ζήτημα της κίνησης της Γης έγιναν από τους  Buridan και Oresme. Ο πρώτος, χρησιμοποίησε το παράδειγμα της κάθετης ρίψης ενός βέλους και της πτώσης στο ίδιο σημείο για να υποστηρίξει την ακινησία. Ο δεύτερος, χρησιμοποιεί λογικά επιχειρήματα υπέρ της κίνησης, τα οποία τελικά αντικρούει με κάποιο βιβλικό χωρίο που υποδηλώνει την ακινησία της Γης και δεν επιδέχεται αμφισβήτησης. Με τον τρόπο αυτό επιχειρεί να  καταδείξει την υπεροχή της πίστης σε ζητήματα που δεν συμβαδίζει με τη λογική.

Μολονότι, αρκετές από τις αντιλήψεις του Αριστοτέλη συνέχιζαν να είναι αποδεκτές κατά το μεσαίωνα, ο αριστοτελισμός δέχτηκε πλήγμα με την καταδίκη από την εκκλησία των 219  προτάσεων, το 1277. Με μια πρώτη εκτίμηση αυτό μοιάζει – και σε μεγάλο βαθμό είναι – μια νίκη της πίστης επί της λογικής ή της πνευματικής εξουσίας επί της ελευθερίας της σκέψης. Σε ένα δεύτερο επίπεδο όμως, η εκκλησία μέσα από την καταδίκη του αριστοτελισμού οδήγησε, δίχως να αποτελεί στόχο της, στη δραστηριοποίηση των ερευνητών σε νέα πεδία γνώσης και σε μια διεύρυνση των πνευματικών οριζόντων τους. Εν προκειμένω, κάτω από το μανδύα της συμμόρφωσης με τις επιταγές της πνευματικής εξουσίας θα ενθαρρυνθεί ένας διάλογος για θέματα όπως η κίνηση της Γης ή η δυνατότητα ύπαρξης κενού, τα οποία προηγουμένως φάνταζαν λυμένα. Μ’ αυτόν τον τρόπο ο προσανατολισμός προς νέους δρόμους προσέγγισης αρκετών φαινόμενων μοιάζει να προετοιμάζει την  επερχόμενη Επιστημονική Επανάσταση.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. 1.       Ασημακόπουλος Μ.- Τσιαντούλας Α., Οι Επιστήμες της φύσης και του ανθρώπου στην Ευρώπη τ.Α, Εκδ. Ε.Α.Π., Πάτρα 2001.
  2. 2.       Crombie A.C., Από τον Αυγουστίνο στον Γαλιλαίο, τ. Α, Εκδ. Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, μτφρ. Θ Τσίρη- Ι. Αρζόγλου, Αθήνα 1994.
  3. 3.       Lindberg D., Οι απαρχές της Δυτικής Επιστήμης, Εκδ. Ε.Μ.Π, μτφρ. Η. Μαρκολέφας, Αθήνα2 1997.

                                                                                                                                                                 Δ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ


[1] D. Lindberg, Οι απαρχές της Δυτικής Επιστήμης, Εκδ. Ε.Μ.Π, μτφρ. Η. Μαρκολέφας, Αθήνα 1997, σελ. 74. Εφεξής θα χρησιμοποιούμε συντομογραφία.

[2] A.C. Crombie, Από τον Αυγουστίνο στον Γαλιλαίο, τ. Α, Εκδ. Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, μτφρ. Θ Τσίρη- Ι. Αρζόγλου, Αθήνα2 1994, σελ. 85. Εφεξής θα χρησιμοποιούμε συντομογραφία

[3] D. Lindberg, σελ. 412-413

[4] Ο.π., σελ. 82

[5] Μ. Ασημακόπουλος- Α. Τσιαντούλας, Οι Επιστήμες της φύσης και του ανθρώπου στην Ευρώπη τ.Α, Εκδ. Ε.Α.Π., Πάτρα 2001, σελ. 158. Εφεξής θα χρησιμοποιούμε συντομογραφία.

[6] D. Lindberg, σελ. 428

[7] Μ. Ασημακόπουλος- Α. Τσιαντούλας., Σελ. 161

[8] D. Lindberg, σελ. 429

[9] Ο.π., 429-431

[10] Μ. Ασημακόπουλος- Α. Τσιαντούλας., σελ. 126

[11] D. Lindberg, σελ. 416,417

[12] Ο.π., σελ. 78

[13] Ο.π., σελ. 87

[14] Ο.π., σελ. 87

[15] Μ. Ασημακόπουλος- Α. Τσιαντούλας. Σελ. 189

[16] A.C. Crombie, σελ. 90

[17] D. Lindberg, σελ. 88

[18] Μ. Ασημακόπουλος- Α. Τσιαντούλας. Σελ. 189

[19] D. Lindberg, σελ. 357

[20] Μ. Ασημακόπουλος- Α. Τσιαντούλας. Σελ. 189, 190

[21] Ο.π., σελ 191

Σχολιάστε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: