Skip to content

ΕΥΡΩΠΗ: ΠΕΡΙΟΔΟΛΟΓΗΣΗ: ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΗ ΕΠΙΣΤΗΜΗ-ΘΕΟΛΟΓΙΑ κ’ ΤΟ ΔΟΓΜΑ ΤΗΣ ΔΙΠΛΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ

27/06/2013

ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΟΡΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ

ΟΙ ΟΡΙΟΘΕΤΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ: ΑΡΑΒΕΣ, ΚΙΝΑ & ΒΥΖΑΝΤΙΟ.

  ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗ: Αφορά το Μεσαίωνα της Δυτικής Ευρώπης αλλά συμπεριλαμβάνει και την

ΑΡΑΒΕΣ-ΙΒΗΡΙΚΗ

ΑΡΑΒΕΣ-ΙΒΗΡΙΚΗ

Αραβική Επιστήμη, από τον πρώιμο Μεσαίωνα έως τον 13ο αι. (εκδίωξη Αράβων από Ισπανία). Επίσης υπάρχει η Κίνα και το Βυζάντιο.

Κατά τους Μέσους Χρόνους, η Κίνα υπερέχει τεχνολογικά, γνωστά «δάνεια» στην Ευρώπη αποτελούν το χαρτί, η πυξίδα και η πυρίτιδα. Ωστόσο κατά την Αναγέννηση εμφανίζονται οι μαθηματικοποιημένες φυσικές επιστήμες.

Η ερμηνεία των σύγχρονων μελετητών, έχει να κάνει με την σύμφυση κατά τον 12ο – 13ο αι. της ελληνικής φιλοσοφίας & επιστήμης, του ρωμαϊκού δικαίου και της χριστιανικής θεολογίας. Βάση της σύμφυσης θεωρείται ο θεμελιακός μετασχηματισμός του δικαίου, ο οποίος επιτρέπει την καθιέρωση σωματειακών μορφών οργάνωσης στην κοινωνία (εκκλησία, πανεπιστήμια, επαγγελματικές ενώσεις, συντεχνίες). Έτσι, δημιουργήθηκαν «ουδέτερες ζώνες» διανοητικής δραστηριότητας (πανεπιστήμια), που απολάμβαναν ελευθερία από το κεντρικό κράτος στην προώθηση των αναζητήσεων τους.

Ο χαρακτήρας της συμβολής της βυζαντινής επιστήμης στον παγκόσμιο πολιτισμό παραμένει αδιευκρίνιστος. Ωστόσο, είναι γνωστή η συμβολή του Βυζαντίου στη διάδοση της κλασικής ελληνικής γραμματείας. Ο θεοκρατικός χαρακτήρας τής κοινωνίας δεν επέτρεψε την ύπαρξη «ουδέτερης ζώνης» για θεσμοθετημένη μελέτη των επιστημών και της φυσικής φιλοσοφίας.

Ορισμένοι μελετητές, θεωρούν πως το προερχόμενο από την ησυχαστική διαμάχη κυρίαρχο μυστικιστικό ρεύμα δεν αναγνώριζε κανένα ρόλο στον ορθολογισμό, τόσο στη θεολογία, όσο και στις επιστήμες.

ΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΑΣΚΗΣΗΣ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ ΣΤΟΥΣ ΜΕΣΟΥΣ ΧΡΟΝΟΥΣ

ΠΕΡΙ ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ: ΦΥΣΗ & ΑΝΘΡΩΠΟΣΕΠΙΣΤΗΜΗ & ΚΑΘΟΛΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

  • Συνάντηση Χριστιανισμού & αρχαίου Λόγου.

  • Επικρατούσες αντιλήψεις & κύριοι εκφραστές της.

  • Δυνατές εναλλακτικοί οδοί της επιστημονικής & θεολογικής σκέψης.

 ΠΕΡΙΟΔΟΛΟΓΗΣΗ

  • Πρώιμος Μεσαίωνας (6ος έως 9ος αιώνας):Τα «μαύρα χρόνια» από την παρακμή της Ρώμης μέχρι την Καρολίγγεια αναγέννηση.

  • Μέσοι Χρόνοι (10ος έως 11ος αιώνας): η περίοδος των μεταφράσεων και της πνευματικής κυριαρχίας του Ισλάμ.

  • Ώριμος Μεσαίωνας (12ος έως 15ος αιώνας): η περίοδος της εμφάνισης και ανάπτυξης τωνπανεπιστημίων, της ολοκλήρωσης τωνμεταφράσεων και της μετατόπισης του κέντρου της πνευματικής ζωής από τη Μεσόγειο βορειότερα στην Ευρώπη

ΛΟΓΟΣ ΕΜΠΕΙΡΙΑ & ΘΕΙΑ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ

Αυγουστίνος, αξιολογεί τη θεολογία ως σημαντικότερη της φιλοσοφίας, ενω για τη 2η επιφυλάσσει το ρόλο της θεραπενίδας της 1ης

Αυγουστίνος, αξιολογεί τη θεολογία ως σημαντικότερη της φιλοσοφίας, ενω για τη 2η επιφυλάσσει το ρόλο της θεραπενίδας της 1ης

  Θεμελιωτής των μεσαιωνικών αντιλήψεων αναφορικά με τη σχέση Πίστης & Λογου είναι ο Καρχηδόνιος επίσκοπος Αυγουστίνος (354-430 μ. Χ.).

Παράγει το νέο δυτικό χριστιανικό πλαίσιο, όπου συσχετίζονται οι φιλοσοφικές κατηγορίες του Λόγου & Εμπειρίας με τη Θεία Αποκάλυψη. Το πλαίσιο σηματοδοτεί τη διαφοροποίηση της μεσαιωνικής επιστήμης από την αρχαιοελληνική παράδοση.

Ο Αυγουστίνος πιστεύει στην αξιοπιστία των εμπειρικών δεδομένων αλλά θεωρεί ότι υπάρχουν πράγματα τα οποία δεν μπορούν να εξηγηθούν ούτε στον Λόγο, ούτε στην εμπειρία.

Συνεπώς οδηγεί στην υποβάθμιση της επιστήμης και της φιλοσοφίας από το αρχαιοελληνικό βάθρο του ανώτατου ρυθμιστή των προβλημάτων της αλήθειας, προς όφελος της ανερχόμενης θεολογίας.

Στην αρχική θέση του εντοπίζεται η απαρχή της ιδιαιτερότητας των χριστιανικών αντιλήψεων για την επιστήμη.

ΠΛΑΤΩΝΑΣ: Στην ελληνική παράδοση, στον Πλάτωνα, το σώμα είναι φυλακή της ψυχής και η αποδέσμευση από αυτό οδηγεί στις ανώτερες σφαίρες της νόησης.

ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ: Για τον Αυγουστίνο – η ύλη – σάρκα – είναι αγαθό. Τα αμαρτήματα που δημιούργησε το προπατορικό αμάρτημα αίρονται από την Ανάσταση και τη χριστιανική σωτηρία. Οπότε, η αιτία της αμαρτίας δεν βρίσκεται τελικά στην ύλη – σάρκα αλλά στη βούληση. Συνεπώς, η κεντρική αυτή θέση του Αυγουστίνου αναβαθμίζει την ύλη συγκριτικά με την πλατωνική παράδοση.

Το αντικείμενο της αληθινής αγάπης είναι ο Θεόςκαι όχι ουλικός κόσμος. Ο Θεός, μέσω της «θείας φώτισης», εγγυάται την επιστημολογική εγκυρότητα της γνώσης του εξωτερικού κόσμου. Οι αλήθειες πηγάζουν από τον φωτισμό τους από το θείο φως, το οποίο εκπορεύεται από τον Θεό. Ο πρακτικός- ωφελιμιστικός χαρακτήρας της μεσαιωνικής επιστήμηςμπορεί, συνεπώς, να θεμελιωθεί στηχριστιανική διδασκαλία.

 Η ΦΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ & ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟ.

  • Η φύση στην αρχαία ελληνική παράδοση είναι αυθύπαρκτη – ουσιαστικά η φύση είναι ο Θεός.

  • Ο Θεός της χριστιανικής Βίβλου διαφέρει από τον δημιουργό του κόσμου του Πλάτωνα, καθώς δημιουργεί τον κόσμο από το μηδέν, ενώ ο πλατωνικός δημιουργόςσχηματοποιεί την ακαθόριστη προϋπάρχουσα ύλη.

  • Η κεντρική αριστοτελική αντίληψη της τελικής αιτίας των πραγμάτων, η τελεολογία ως εσωτερική αιτία του κόσμου, εκφράζει την αυθυπαρξία της φύσης και περιχαρακώνει τα όρια επιστημονικής & φιλοσοφικής πρακτικής. Αντίθετα, στους Νέους Χρόνους, η επιστημονική πρακτική προσπαθεί να ανακαλύψει τον εσωτερικό μηχανισμό της φύσης, καταλήγοντας στο – ξεπερασμένο σήμερα – μηχανιστικό μοντέλο ερμηνείας της.

  • Ο άνθρωπος της αρχαιοελληνικής φιλοσοφίαςαποτελεί οργανικό τμήμα της φύσης – αντιτίθεται σε πολλά χωρία της Βίβλου, όπου αποδεικνύεται ο άνθρωπος του χριστιανισμού υπεράνω της φύσης και κυρίαρχός της.

  • Ο Αυγουστίνος εξέφρασε την κεντρική αντίληψη ότι η ελληνική φιλοσοφία δεν θα πρέπει να αντικατασταθεί ή να απορριφθεί αλλά να εκχριστιανιστεί.

 ΠΙΣΤΗ & ΛΟΓΟΣ – ΔΙΠΛΗ ΑΛΗΘΕΙΑ

Για τον Αυγουστίνο, υπάρχει ρόλος για το λογικό στη γνωστική διαδικασία, αλλά στο πλαίσιο της Κυριαρχίας της θεϊκής δράσης.

Πιθανά, εδώ εντοπίζεται η αρχή του προβληματισμού γύρω από το δόγμα της διπλής αλήθειας. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για ένα βαθύ τέχνασμα, το οποίο επέτρεψε την άσκηση της επιστημονικής δραστηριότητας στο πλαίσιο της κυριαρχίας της θεολογικής χριστιανικής κοσμοαντίληψης.

Η ουσία του δόγματος εκφράζει την ύπαρξη δύο αληθειών: των Γραφών & της Επιστήμης, οι οποίες δεν πρέπει να έρχονται σε αντίθεση, αλλά όταν αυτό συμβαίνει, σωστή πρέπει να θεωρείται (θεωρητικά???) η θεολογική θέση. Η ιστορική πορεία του δόγματος, υποκρύπτει μια λογική συσχετισμού δυνάμεων ανάμεσα στους φορείς των δύο πρακτικών.

Στην 1η περίοδο του Μεσαίωνα, δεν τίθετο θέμα εφαρμογής του δόγματος, λόγω υποβάθμισης της επιστήμης.

Αργότερα διατυπώνεται η άποψη, ότι η επιστήμη είναι «θεραπαινίδα της θεολογίας». Ο

 Μποναβεντούρα

Μποναβεντούρα

, τον 13ο αι., έγραψε ειδικό έργο για να τεκμηριώσει τη συγκεκριμένη άποψη.

Επίσης τον 13ο αι., ο Θωμάς ο Ακινάτης, ως κατεξοχήν φορέας προσπάθειας συγκερασμούΧριστιανικής Πίστης & Αριστοτελικής Φιλοσοφίας, επεσήμανε πως δεν υπάρχει αντίθεση στη γνώση της πίστης & της λόγιας φιλοσοφίας, εφόσον και οι δύο προέρχονται από τον Θεό. Συνεπώς, η θέση του Ακινάτη αναβαθμίζει επιστημολογικά την αξία της επιστήμης.

Ο Γαλιλαίος το 1614, ισχυρίζεται πως υπάρχουν δύο διαφορετικές κοινωνικές δραστηριότητες.

9ο -12ο αι. κίνημα των μεταφράσεων – γενικότερα το σύνολο της αριστοτελικής φιλοσοφίας (φυσικής, μεταφυσικής, λογικής ή κοσμιολογίας)- δίνει το πλαίσιο κοσμικής γνώσης, το οποίο αποτέλεσε βάση της πανεπιστημιακής διδασκαλίας από το 1200 – 1650. Στην σοβαρή σύγκρουση γύρω από την αιωνιότητα του κόσμου που πρεσβεύει ο Αριστοτέλης, επιλύθηκε με την τη δημοσίευση – κατ’ εντολή του πάπα- 219 προτάσεων που απαγορεύονται να διδάσκονται, στο Πανεπιστήμιο του Παρισιού το 1277. Η απαγόρευση ήταν αρνητική ως προς τον περιορισμό της διδασκαλίας, αλλά προήγαγε φυσικές θεωρήσεις όχι ταυτόσημων με την αριστοτέλεια κοσμοαντίληψη.

Ο Μπρουριντάν, τον 14ο αι. τόνιζε πως είναι καλό να θεωρούμε ότι ο Θεός δρα πάντα σύμφωνα με την αριστοτέλεια αντίληψη.

Ο Όρεμ, τον 14ο αι, τόνιζε πως μόνο ο Θεός μπορεί να μας δώσει εγγυήσεις της αληθούς γνώσης. Έτσι προκύπτει η έμφαση στην απεριόριστη ελευθερία βούλησης του Θεού, η οποία πηγάζει από την απόλυτη δύναμη Του. Συνεπώς υποβαθμίζει τις ανθρώπινες δυνατότητες για κατοχή βέβαιης γνώσης.

Τον 14ο αι., κυρίαρχη μορφή μελέτης αφορούσε υποθετικούς κόσμους.

 ΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ ΣΤΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ

Περίοδος γενικευμένης αμφιβολίας για τη βεβαιότητα της θεολογικής & επιστημονικής αλήθειας.

Το κείμενο προτάσεων του Πέτρου του Λομβαρδού, αποτελεί το κλασικό επιστημονικό & θεολογικό κείμενο που καλούνταν να διαβάσουν και να σχολιάσουν οι φοιτητές θεολογίας.

Η χρήση των μαθηματικών αρχίζει να σχετίζεται με θεολογικά θέματα.

 

ΘΩΜΑΣ ΑΚΙΝΑΤΗΣ,

ΘΩΜΑΣ ΑΚΙΝΑΤΗΣ,

Ο Θωμάς ο Ακινάτης ασχολήθηκε με τη συμβατότητα της Βίβλου με τα επιστημονικά δεδομένα. Η θέση του: 1ον η αλήθεια της Βίβλου πρέπει να είναι απαραβίαστη. 2ονόταν υπάρχουν διάφοροι τρόποι ερμηνείας του βιβλικού κειμένου, δε θα πρέπει να υπάρχει αυστηρή προσήλωση σε μία απ’ αυτές.

Η εφαρμογή της επιστήμης στη Βίβλο μοιάζει να είχε ευελιξία, και κατά τον E. Grant, σε περίπτωση καθιερωμένων επιστημονικών αληθειών, η Βίβλος όφειλε συνήθως να συμμορφωθεί, μέσα από αλληγορικές ερμηνείες

ΠΗΓΕΣ

  1. Ασημακόπουλος Μ.- Τσιαντούλας Α., Οι Επιστήμες της φύσης και του ανθρώπου στην Ευρώπη τ.Α, Εκδ. Ε.Α.Π., Πάτρα 2001.

  2. Lindberg D., Οι απαρχές της Δυτικής Επιστήμης, Εκδ. Ε.Μ.Π, μτφρ. Η. Μαρκολέφας, Αθήνα2 1997.

Advertisements
Σχολιάστε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: