Skip to content

Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΩΝ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΕΩΝ ΓΙΑ ΤΗ ΜΕΤΕΞΕΛΙΞΗ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΧΩΡΟΥ/ΤΟΜΕΣ κ’ ΣΥΝΕΧΕΙΕΣ ΠΟΥ ΣΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΑΝ μια ανάλυση από ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΩΝΣΤΝΤΙΝΟΥ

18/06/2013

Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία υπήρξε ουσιαστικά η πρώτη συγκροτημένη πολιτική οντότητα, η οποία κατέληξε να έχει τα χαρακτηριστικά αυτοκρατορίας και κέντρο τον ευρωπαϊκό – πρώτιστα μεσογειακό – χώρο. Επίσης, οι λαοί που απάρτιζαν τους ρωμαϊκούς πληθυσμούς καθώς και αυτοί που δέχτηκαν τη Ρωμαϊκή επιρροή και συνάμα εκχριστιανίστηκαν είναι αυτοί που στο πέρασμα του χρόνου θα πληρούσαν τις τρεις προϋποθέσεις που κατά τον Paul Valery απαρτίζουν τον ορισμό του Ευρωπαίου· δηλαδή: ρωμαϊκό νόμο, χριστιανική πνευματικότητα και ορθολογιστική αρχαιοελληνική σκέψη (Αρβελέρ – Aymard, 2003:9,10).

ΟΙ ΜΕΤΑΚΙΝΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΓΕΡΜΑΝΙΚΩΝ ΦΥΛΩΝ

ΟΙ ΜΕΤΑΚΙΝΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΓΕΡΜΑΝΙΚΩΝ ΦΥΛΩΝ

Όμως οι μεγάλες μεταναστεύσεις με αφετηρία τον 4ο αιώνα έμελλαν να αλλάξουν το ριζικά τη μορφή της Αυτοκρατορίας και συνάμα να αναδείξουν ένα νέο ευρωπαϊκό τοπίο, το οποίο προήλθε από το συγκερασμό του παλιού με το καινούριο, του ντόπιου με το νεοαφιχθέν, του ρωμαϊκού με το «βαρβαρικό» στοιχείο. Όπως και να έχει όμως, η κοινή συνιστώσα είναι πως οι μεταναστεύσεις σηματοδότησαν βαθιές αλλαγές σε αρκετούς τομείς αλλά συνάμα κάτω απ’ αυτές διαφάνηκε και ένα νήμα συνέχειας της ρωμαϊκής κληρονομιάς, τα οποία θα προσπαθήσουμε να αναδείξουμε.

Εξάλλου τον 9ο και 10ο αιώνα επαναλήφθηκε ένα τελευταίο κύμα εισβολών που επέφεραν νέες ανακατατάξεις στην Ευρώπη τόσο στη Δύση όσο και στην Ανατολή μεταβάλλοντας για ακόμα μια φορά το τοπίο. Τα αποτελέσματα της οποίας θα αποτελέσουν το δεύτερο σκέλος προβληματισμού σχετικά με τις επιδράσεις που είχαν στον ευρωπαϊκό χώρο.

Ξεκινώντας την επισκόπηση των μεταναστεύσεων των γερμανικών φύλων στην επικράτεια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας μπορούμε να κάνουμε την διαπίστωση πως αυτές δεν υπήρξαν η αφετηρία για την συνάντηση των Ρωμαίο-γαλατών με τα γερμανικά φύλα, εφόσον οι επαφές τους ήταν προγενέστερες στα σύνορα της ρωμαϊκής μεθορίου. Ο M. Kazanski μας προτρέπει να φανταστούμε τα σύνορα αυτά, γνωστά ως limes, όχι σαν συμπαγή και αδιαπέραστα τείχη αλλά μάλλον ως ζώνες επαφής, όπου συναντιούνταν δύο ευρώπες και πραγματώναν οικονομικές και εμπορικές συναλλαγές, ενώ ταυτόχρονα η Ρώμη ασκούσε πολιτιστική επιρροή (Αρβελέρ – Aymard, 2003:113). Το πρώτο κύμα των γερμανικών μεταναστεύσεων, αρχικά τουλάχιστον, δεν είχε επεκτατικό χαρακτήρα. Αντίθετα τα γερμανικά φύλα εγκατέλειπαν τους τόπους που ζούσαν παραδοσιακά, αποζητώντας ασφαλέστερα μέρη έξω από την εμβέλεια νομαδικών φύλων της ασιατικής στέπας που με θυελλώδεις επιδρομές τούς ασκούσαν ασφυκτική πίεση. Από τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα ενός τέτοιου νομαδικού λαού είναι η περίπτωση των Ούννων που έμειναν γνωστοί στην ιστορία για την αγριότητα και την επιθετικότητά τους και η άφιξή τους στην Ευρώπη το τελευταίο τέταρτο του 4ου αιώνα, προκάλεσε αλυσιδωτές μετακινήσεις πληθυσμών.

Ωστόσο, η συνέχεια υπήρξε ακόμα πιο ανατρεπτική και οι εισβολές που ακολούθησαν μετά την αποδυνάμωση των Ούννων, προκάλεσαν συνταρακτικές αλλαγές που οδήγησαν στην κατάρρευση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Με την εκθρόνιση του τελευταίου Ρωμαίου αυτοκράτορα Ρωμύλου Αυγουστύλου από τον Σκίρο στρατηγό Οδόακρο το 476, και για μια χιλιετία η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία συνέχισε να υφίσταται ως πολιτική οντότητα μόνο στην Ανατολή με επίκεντρο την Κωνσταντινούπολη. Συνάμα όμως με το πέρασμα των αιώνων η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, στην οποία κυριάρχησε το ελληνικό στοιχείο απομακρύνονταν όλο και περισσότερο από τη λατινόφωνη Δύση [με την οποία στην πορεία ανέπτυξε σχέσεις που μπορούν να χαρακτηριστούν από ανταγωνιστικές έως εχθρικές]. Την κατάρρευση ακολούθησε η δημιουργία «βαρβαρικών» βασιλείων – αρχικά των Οστρογότθων στην Ιταλία και των Φράγκων στη Γαλατία – στην ρωμαϊκή επικράτεια. (Ράπτης 1999:23).

Απόρροια των μετακινήσεων πλήθους γερμανικών φύλων ήταν και η ανατροπή της ανθρωπογεωγραφίας της επικράτειας. Ο Davies εξηγεί το αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας με τον εξής τρόπο: οι λαοί της ρωμαϊκής επικράτειας την περίοδο προ μεταναστεύσεων είχαν σε μεγάλο βαθμό εκρωμαϊστεί και εξελληνιστεί σε Δύση και Ανατολή αντίστοιχα, ενώ μετά τις μεταναστεύσεις παρουσιάζεται μια ανθρωπογεωγραφία από μι-εκβαρβαρισμένους πρώην Ρωμαίους και ημι-εκρωμαϊσμένους πρώην βαρβάρους (Ράπτης 1999: 31) Αυτή εξέλιξη δημιούργησε νέα δεδομένα που για ποικίλους λόγους στερούνται ομοιογένειας. Ο Kazanski μας δίνει μια γλαφυρή περιγραφή της κατάστασης: «Οι σχέσεις μεταξύ Ρωμαίων και Βαρβάρων στο χώρο που ελέγχουν οι δεύτεροι είναι ποικίλες […] οι Ρωμαίοι συνεχίζουν να υπάγονται στους Ρωμαϊκούς νόμους, ενώ οι βάρβαροι συμμορφώνονται στους δικούς τους εθιμικούς κανόνες: Στο φράγκικο και στο Βουργουνδικό βασίλειο κυρίως, οι Ρωμαίο-γαλάτες υπήκοοι διατηρούν, τουλάχιστον εκ των πραγμάτων, δικαιώματα παραπλήσια μ’ αυτά των βαρβάρων,[…] συχνά κατέχουν ανώτερα στρατιωτικά, πολιτικά, εκκλησιαστικά αξιώματα. Αυτές οι συνθήκες, καθώς και το γεγονός ότι Φράγκοι και Ρωμαίο-γαλάτες ασπάζονται το ίδιο καθολικό θρήσκευμα –πράγμα που επιτρέπει τους μεικτούς γάμους – ευνοούν την προοδευτική συγχώνευση των 2 κοινοτήτων. Στα γοτθικά βασίλεια της Ιταλίας, της Μεσημβρινής Γαλατίας και της Ισπανίας, η θέση των Ρωμαίων είναι λιγότερο ευνοϊκή, […] υπάρχει εξέλιξη σ’ αυτήν την κατάσταση κυρίως στην Ισπανία με την μεταστροφή των Γότθων στον καθολικισμό στα τέλη του 6ου αι.: ολοένα και περισσότερο λοιπόν αποκτά υπόσταση η συγχώνευση  των Βαρβάρων με τους Ισπανο-ρωμαίους. Τέλος σε σχέση με τους Σουηβούς της Ισπανίας, τους Αγγλοσάξονες της Βρετανίας και τους Βάνδαλους της Αφρικής, οι Ρωμαίοι βρίσκονται σε δύσκολη θέση λόγω του ότι οι Βάρβαροι τους θεωρούν κατακτημένο πληθυσμό. Στα νέα βασίλεια λοιπόν η υλική ζωή των κοινών ανθρώπων μπορεί να συνεχίσει να συμμορφώνεται στο αρχαίο πρότυπο […] ή πάλι να υποστεί έντονη βαρβαρική επίδραση, Αγγλία, Βαλκάνια» (Αρβελέρ – Aymard, 2003:146,147). Βέβαια ο όρος βασίλειο εκείνη την περίοδο δεν παραπέμπει σε συνεκτική πολιτική οντότητα που επέτρεπε την αποτελεσματική κεντρική διακυβέρνηση της επικράτειάς του αλλά σε μια συσσωμάτωση χαλαρά οργανωμένων ομάδων. Ο βασιλιάς ήταν αναγκασμένος να αποζητά την αρωγή των τοπικών ηγεμόνων της φυλής του. Από την άλλη η απομάκρυνση από τα ρωμαϊκά πρότυπα εξουσίας και η μη αποδοχή από τους Γερμανούς βασιλιάδες της ρωμαϊκής res publica, δηλαδή του κράτους πάνω από το άτομο, δημιούργησε απόλυτες μοναρχίες κληρονομικού χαρακτήρα πατρογονικής μορφής. (Ράπτης, 1999:29).

Στο σημείο που οι απόψεις των ιστορικών μοιάζουν να διίστανται είναι η κλίμακα που οι γερμανικές εισβολές επηρέασαν και οικονομική κοινωνική ζωή όσο και κατά πόσο διασώθηκε η ρωμαϊκή κληρονομιά. Ενδεικτικά αξίζει να αναφέρουμε πως σύμφωνα με τον Ράπτη οι εισβολές επηρέασαν αρνητικά τις εμπορικές ανταλλαγές και συνεπακόλουθα την σημασία των πόλεων σε διαφορετικά επίπεδα ανάλογα με την περιοχή (Ράπτης 1999: 2). Εξάλλου, η Αρβελέρ υποστηρίζει πως οι εισβολές εκτός από το σταμάτημα της οργανωμένης ζωής, προκάλεσαν την κατάρρευση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και εκμηδένισαν τον αρχαίο πολιτισμό (Αρβελέρ – Aymard, 2003:126,162). Τέλος ο Kazanski διατηρεί μια πιο διαλεκτική θέση υποστηρίζοντας πως ούτε οι καταστροφές ήταν τόσο συνταρακτικές ώστε να απορυθμίσουν την οικονομική ζωή, ούτε ο αρχαίος πολιτισμός υλικός και πνευματικός εξαφανίστηκε απλά μετασχηματίστηκε σε μεσαιωνικό πολιτισμό (Αλβελέρ – Aymard, 2003:146).

Στον αντίποδα των παραπάνω μπορούμε να διακρίνουμε σημαντικές συνέχειες στον τρόπο ζωής. Σημαντικό ρόλο σ’ αυτές διαδραμάτισε η εκκλησία που κατά την μεταβατική περίοδο επέδειξε μεγάλη ανθεκτικότητα και ως ένα βαθμό συνέβαλε στη συνοχή την κρίσιμη περίοδο των αλλαγών. Μάλιστα αύξησε το κύρος της και απέκτησε κοσμική εξουσία υποκαθιστώντας τη ρωμαϊκή διοίκηση, έτσι οι «βάρβαροι» βασιλείς επιδίωξαν την προσέγγισή της. Η υποβάθμιση της που εμφανίστηκε ανάμεσα στον 6ο και τον 8ο αιώνα ήταν απόρροια πολιτικών λόγων, καθώς βασιλείς και τοπικοί ηγεμόνες επιζήτησαν να ικανοποιήσουν τους υποστηρικτές τους μέσω του ελέγχου ιερατικού και επισκοπικού αξιώματος. Σε αντιδιαστολή όμως, οι επισκοπές και κυρίως τα μοναστήρια ενισχύθηκαν οικονομικά, κοινωνικά και πολιτικά συμβάλλοντας στην οικονομική και πολιτική ζωή της μεσαιωνικής Δύσης και στη θρησκευτική και πολιτισμική της ανάπτυξη (Ράπτης 1999:33,34).

Ένας άλλος τομέας συνέχειας του ρωμαϊκού τρόπου ζωής ήταν η υιοθέτηση από τους Γερμανούς, οι οποίοι υπήρξαν κυρίως γεωργοί και κτηνοτρόφοι, του ρωμαϊκού συστήματος villa, το οποίο αποτελούσε τοπική αγροτική μικροκοινωνία με κέντρο εξουσίας την έπαυλη του αριστοκράτη. Εξάλλου η επαρχιώτικη αριστοκρατία αποτέλεσε αρωγό των Γερμανών βασιλιάδων, στελέχωσε τη διοίκηση τους και στην πορεία συγχωνεύτηκε με τη γερμανική αριστοκρατία. (Ράπτης 1999:32)

Επί πλέον τα βησιγοτθικά βασίλεια συνέβαλαν στη διάσωση της αρχαίας κληρονομιάς, ενώ στη Σεβίλλη εμφανίστηκε κι ένας ισπανορωμαϊκός πολιτισμός με βυζαντινές επιρροές. Παράλληλα στα μέσα του 7ου αιώνα οι μοναχοί αναδείχτηκαν σε θεματοφύλακες του ελληνορωμαϊκού πολιτισμού, ενώ αρχιτεκτονική και μνημειακή διακόσμηση αποδείχτηκαν συνεχιστές της ρωμαϊκής παράδοσης. Αντίθετα η μικροτεχνία αποτέλεσε πεδίο της γερμανικής κληρονομιάς. (Ράπτης 1999:35,36).

Συμπερασματικά, μπορούμε να αξιολογήσουμε αυτήν την πρώτη περίοδο των μεταναστεύσεων σαν εποχή ουσιαστικής μετεξέλιξης του ευρωπαϊκού τοπίου, το οποίο συνδύασε τόσο τις αλλαγές όσο και τη διατήρηση των ουσιαστικών χαρακτηριστικών του ρωμαϊκού πολιτισμού. Η επικράτηση των λατινικών και των λατινογενών γλωσσών που κυριάρχησαν στις περισσότερες περιοχές της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας αποτελεί αφενός μια ακόμα σημαντική συνέχειά της, αφετέρου οι κοινωνικές και οικονομικές δομές, θρησκεία, νοοτροπίες και πολιτισμικά πρότυπα επιβίωσαν μέσα στο χρόνο. Τα επιτεύγματα των Ρωμαίων στη δημόσια διοίκηση, δίκαιο, αρχιτεκτονική, παιδεία, τέχνη αποτέλεσαν πρότυπο για την περαιτέρω εξέλιξη στην Ευρώπη. (Ράπτης 1999:24).

Στους αιώνες που ακολούθησαν από τα γερμανικά φύλα που εγκαταστάθηκαν στην ρωμαϊκή επικράτεια το σημαντικότερο ρόλο διαδραμάτισαν οι Φράγκοι. Ειδικά την εποχή του Καρλομάγνου φτάνουν στη μέγιστη ακμή τους, η οποία συνοδεύτηκε με την επέκτασή τους στο μεγαλύτερο μέρος της Δυτικής Ευρώπης. Ο ίδιος ο Καρλομάγνος αναδείχτηκε σε αδιαφιλονίκητο ηγέτη της Δύσης και του χριστιανικού κόσμου, υπήρξε μάλιστα ο πρώτος Γερμανός που αναγορεύτηκε από τον πάπα σε αυτοκράτορα των Ρωμαίων, ενώ συνέδεσε το όνομά του και με την αναγέννηση στην παιδεία, τις τέχνες και τα γράμματα. (Ράπτης 1999:62,63). Ωστόσο, μετά το θάνατό του η αυτοκρατορία του κατακερματίστηκε λόγω ζητημάτων διαδοχής. Και ένα ακόμα κύμα εισβολών που δέχτηκε η Ευρώπη τον 9ο και 10ο αιώνα υπήρξαν από τους κύριους λόγους αποσταθεροποίησης της Καρολίγγειας Αυτοκρατορίας και ισχυροποίησης του φεουδαλισμού στη Δυτική Ευρώπη.

Η παρουσία των Αράβων στο νότο εκτός από τις καταλήψεις νησιών, τις λεηλασίες και τις αρπαγές ανθρώπων με αποτέλεσμα την αναζήτηση προστασίας από τους ντόπιους στα ορεινά, είχε και ευεργετικά αποτελέσματα για τη Δύση. Το χαλιφάτο της Κόρδοβας μεταλαμπάδευσε τις γνώσεις ενός αναπτυγμένου ισλαμικού πολιτισμού που είχε αναπτυχθεί στην Ισπανία: μετέφρασαν επιστημονικά εγχειρίδια των Ελλήνων, των Περσών και των Ινδών από τα αραβικά στα λατινικά. Έργα μεγάλων Ελλήνων κλασικών έγιναν προσιτά στη Δύση χάρη στις μεταφράσεις των Αράβων. Επίσης, μετέδωσαν τις ανώτερες ιατρικές, φαρμακολογικές και θεραπευτικές τους γνώσεις, καθώς και πλήθος τεχνολογικών καινοτομιών. (Ράπτης 1999:71)

Από την Ανατολή εμφανίζονται οι Μαγυάροι που αποτελούν τον τελευταίο λαό της Ασιατικής στέπας που μετανάστευσε στην Ευρώπη κάτω από την πίεση άλλων φύλων. Εξαπέλυαν ληστρικές επιδρομές σε Β. Ιταλία και Βουργουνδία και παράλληλα λεηλατούσαν μοναστήρια και αποσπούσαν λύτρα από τις πόλεις. Ωστόσο η ήττα τους από τον Όθων Α’ το 955 βάζει τέλος στη δράση τους και οδηγεί στη μόνιμη εγκατάστασή του στη σημερινή Ουγγαρία. Ο εκχριστιανισμός τους που ακολουθεί την νέα χιλιετία φέρνει εγγύτερα τους Μαγυάρους στον εξευρωπαϊσμό.

Η ΕΞΑΠΛΩΣΗ ΤΩΝ ΒΙΚΙΝΓΣ

Η ΕΞΑΠΛΩΣΗ ΤΩΝ ΒΙΚΙΝΓΣ

Εκείνοι που συνδύασαν επιδρομές με μετανάστευση και επιμειξία, ήταν οι Βίκινγκς που αποτελούσαν βόρεια γερμανικά φύλα με συγγενική κοινωνική δομή και πολιτική οργάνωση με τους νότιους Γερμανούς. Διακρίνονταν δε σε τρεις ξεχωριστές ομάδες: τους Σουηδούς, τους Νορβηγούς και τους Δανούς που η καθεμία επέλεξε ξεχωριστή πορεία και διαφορετικά πεδία δράσης κατά τις μετακινήσεις τους. Τέλος από το 10ο αιώνα και σε μικρό χρονικό διάστημα εκχριστιανίστηκαν με πρώτους τους Δανούς.

Οι Νορβηγοί αν και επέδραμαν και στην Κεντρική Ευρώπη, προτίμησαν τα αραιοκατοικημένα και παρθένα εδάφη της Βόρειας θάλασσας και του Ατλαντικού, εποικίζοντας νησιά και επεκτείνοντας τα όρια του γνωστού κόσμου. (Ringler-Bergman-Wallace 1992: 39)

Οι Σουηδοί προτίμησαν τις ανατολικές ακτές της Βαλτικής, έφτασαν μέχρι την Κασπία και τη Μαύρη θάλασσα αναζωογόνησαν το εμπόριο, ενώ υπηρέτησαν και ως μισθοφόροι στο Βυζάντιο και σε σλαβικές πόλεις. Τον 9ο αιώνα ίδρυσαν το πριγκιπάτο του Κιέβου που αποτέλεσε πρόδρομο του ρώσικου κράτους και κατά το τελευταίο τέταρτο του 10ου αιώνα, κατά τη βασιλεία του Βλαδίμηρου ολοκληρώνεται ο πλήρης εκσλαβισμός τους.

Ωστόσο, βιαιότεροι και πρόξενοι μεγάλων καταστροφών υπήρξαν οι Δανοί. Επιδόθηκαν σε λεηλασίες και καταστροφές. Ταυτόχρονα όμως συγκρότησαν στον κάτω Σηκουάνα το Νορμανδικό κράτος και σταδιακά συγχωνεύτηκαν από τους Φράγκους, μελλοντικά όμως η Νορμανδία έμελλε να αναδειχτεί σε ένα από τα ισχυρότερα και καλύτερα οργανωμένα κράτη της Ευρώπης, το οποίο θα διαδραμάτιζε καθοριστικό ρόλο στην πορεία της Δύσης. Τέλος με την εισβολή τους στην Αγγλία κατέλαβαν τη Νουθουμβρία και ίδρυσαν βασίλειο (Ντέινλυ), το οποίο θα καταλυθεί σχεδόν ένα αιώνα αργότερα από τους απόγονους του Αλφρέδου του Μέγα. (Ράπτης 1999:68). Όμως η επιμειξία επέφερε και επιρροές, όπως η ενσωμάτωση στο αγγλικό δίκαιο της δίκης με ενόρκους και της αρχής της πλειοψηφίας. (Ringler-Bergman-Wallace 1992: 38)

Εν κατακλείδι σημειώνουμε πως οι μεγάλες μεταναστεύσεις, οι οποίες έλαβαν χώρα στην Ευρώπη κατά το διάστημα εφτά περίπου αιώνων επέφεραν μεγάλες ανακατατάξεις. Ανέτρεψαν την ανθρωπογεωγραφία της περιοχής, κατέλυσαν πολιτικές οντότητες που είχαν κυριαρχήσει για αιώνες και δημιούργησαν νέα μορφώματα όπου συνδύασαν στοιχεία της αρχαιότητας με αυτά των λαών που μετανάστευσαν. Οι μεταβολές αυτές οδήγησαν σ’ έναν κόσμο που αργότερα ονομάστηκε μεσαιωνικός. Εάν προσπαθήσουμε να αποτιμήσουμε τα αποτελέσματα των εξελίξεων αυτών θα διακρίνουμε τόσο θετικές όσο και αρνητικές συνιστώσες. Ωστόσο στο ερώτημα αν ο ισολογισμός αυτής της μετεξέλιξης, που οδήγησε από την αρχαιότητα στον μεσαίωνα, υπήρξε θετικός ή αρνητικός για την Ευρώπη είναι κάτι που δύσκολα μπορεί να απαντηθεί. Κυρίως γιατί δεν μπορεί να κριθεί αποσπασματικά σαν μια αποκομμένη ιστορική περίοδος αλλά σε συνάρτηση με αυτές που προηγήθηκαν και αυτές που ακολούθησαν. Εύλογα γεννιούνται ερωτήματα όπως: αν όντως ο μεσαίωνας και με ποιους τρόπους δημιούργησε την αναγκαιότητα πολιτισμικών «αλμάτων», όπως της αναγέννησης και του διαφωτισμού; Μέχρι ποιο βαθμό οι μεταναστεύσεις συνέβαλαν στη δημιουργία των σύγχρονων εθνών κρατών; Υπάρχει κάποια διαλεκτική αλληλουχία μεταξύ αρχαιότητας, μεσαίωνα και νέων καιρών και ποια η θέση του δεύτερου σ’ αυτήν;. Ίσως μοναδική βεβαιότητα να αποτελεί το γεγονός, πως πότε η πορεία της ιστορίας δεν υπήρξε ευθύγραμμη και ομαλή προς μια κατεύθυνση.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Ράπτης Κώστας, Γενική Ιστορία της Ευρώπης. Από τον 6ο έως τον 18ο αιώνα, ΕΑΠ, Πάτρα 1999
  2. Αρβελέρ Ελένη και Aymard Maurice. Οι Ευρωπαίοι: Αρχαιότητα, Μεσαίωνας, Αναγέννηση, Γ’ Έκδοση, τ Α, Σαββάλας, Αθήνα 2003 (Les Europeens, 2000)
  3. Ringler Richard, Thain Bergman Lena, F. Wallace Patrick. Παγκόσμια Ιστορία, τ 7, Κ. Καπόπουλος, Αθήνα 1992 (Time Life History of the World, 1991).

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΩΝΣΤΝΤΙΝΟΥ

Advertisements
Σχολιάστε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: