Skip to content

Δυο λόγια για τον Κάρολο Μπωντλαίρ μια προσέγγιση ως προσωπική κατάθεση

06/06/2013

 Δυο λόγια για τον Κάρολο Μπωντλαίρ μια προσέγγιση ως  προσωπική κατάθεση

Baudelaire-238x300

Δεν βρίσκω πιο κατάλληλο τρόπο να ξεκινήσω να γράψω δυο λόγια για το μεγάλο Γάλλο ποιητή από την παραδοχή πως δυσκολεύομαι αρκετά να το τολμήσω. Έτσι θεωρώ προτιμότερο να προσπαθήσω να εξηγήσω, με την απαραίτητη βοήθεια των στίχων του, τους κυριότερους λόγους που με γοήτευσε. Για εμένα ο Μπωντλαίρ από την πρώτη στιγμή που διάβασα κάτι δικό του – την «Εξαγόρευση» συγκεκριμένα – αποτέλεσε κάτι σαν μύστη ενός εσωτερικού κόσμου που ένιωθα ότι κουβαλούσα – και εξακολουθώ να κουβαλάω – αλλά ποτέ σχεδόν δεν έβρισκε τις κατάλληλες λέξεις για να εξωτερικευτεί. Δεν νομίζω πως θα περιέγραφα καλύτερα το λόγο εκτός από το να παραθέσω την πρώτη –έστω – στροφή από το παραπάνω ποίημα:

Ω Άγγελε, έμπλεε ανεμελιάς, την αγωνία τάχα ξέρεις,

                                 Τις τύψεις, την ντροπή, το κλάμα, την ανία,

                                 Τις άστατες φοβίες των φρικτών νυκτών

                                 Που σφίγγουν την καρδιά, χαρτί τσαλακωμένο;

                                 Ω Άγγελε, έμπλεε ανεμελιάς, την αγωνία τάχα ξέρεις;1

Έτσι από την αρχή σχεδόν υπήρξε κάποιου είδους ταύτιση, που όσο περισσότερο γνώριζα το έργο του τόσο αυτή μεγάλωνε, γιατί ανακάλυπτα έναν κοινό τόπο σε αυτό, ακόμα κι αν οι στίχοι γράφτηκαν πριν εκατόν πενήντα και πλέον χρόνια και επίσης τους γνώριζα από την μετάφραση μόνο, αφού το μονότονο γκρι χρώμα ίσως τελικά μοιάζει απαράλλαχτο σε όλες τις εποχές σε όλους τους τόπους, και σε ορισμένες περιπτώσεις όπως αυτή της σύγχρονης Αθήνας δείχνει να κυριαρχεί κιόλας:

                                    Σε σταχτιά, κεκαυμένα χωράφια κατάστεγνα,

                                   Ως, μια μέρα, στη φύση παράπονα αράδιαζα,

                                   Και της σκέψης μου, λεύτερα ως διάβαινε,

                                   Στην καρδιά μου απάνω το μαχαίρι ακόνιζα2

Επιπλέον ο Μπωντλαίρ σε εμένα έμοιαζε να `ναι σκυμμένος με ευλάβεια πάνω στον άνθρωπο και όχι επιφανειακά, αλλά ερευνώντας βαθιά τις πιο σκοτεινές και γι’ αυτό λιγότερο προσεγγίσιμες, πλευρές της ανθρώπινης ύπαρξης. Με το δικό του διεισδυτικό τρόπο: «Όποιος κοιτάζει από έξω ένα ανοιχτό παράθυρο, ποτέ δε βλέπει τόσα πράγματα όσα αυτός που κοιτάζει ένα παράθυρο κλειστό»3 . Ήταν τέτοια η αγάπη που ένιωθα για το έργο του ποιητή, που όταν κάποτε έθεσα στον εαυτό μου την υποθετική ερώτηση, ποιο βιβλίο θα ήθελα να περισώσω αν έπιανε φωτιά το σπίτι μου και μπορούσα να κουβαλήσω μόνο ένα βιβλίο, η απάντηση ήταν ευκολότερη από ότι θα περίμενα: Τα Άνθη του Κακού! Είναι αυτή η καταπληκτική ογκώδης συλλογή που το πρώτο ποίημα προϊδεάζει για το τι θα επακολουθήσει. Ο Μπωντλαίρ δε χαρίζεται είναι αμείλικτος, προκλητικός και ανθρώπινος, σκληρός και αλληλέγγυος

Καθώς καταπιάνεται στην τελευταία στροφή με την ανία, το τρομερό αυτό θηρίο που «ζητά να καταπιεί τον κόσμο ολόκληρο» όπως υποστηρίζει, για να κλείσει με την οδυνηρή και χωρίς υπεκφυγές διαπίστωση:

                                       Το λεπταίσθητο αυτό θηρίο

                                       το γνωρίζεις αναγνώστη.

                                       Υποκριτή αναγνώστη!

                                        Όμοιέ μου, αδελφέ μου.4

Ωστόσο, ίσως επειδή ο ίδιος αποτόλμησε μια τόσο βαθιά βουτιά στο σκοτάδι βρίσκει τη δύναμη να ανυψωθεί με το έργο του, σε ύψη δυσθεώρητα, να γίνει ανατρεπτικός και μέσα από την τραγικότητα των στίχων του να διαφανεί μια ρωγμή, κάτι σαν υποψία αισιοδοξίας:

           Ράτσα του Άβελ, να η ντροπή σου

                                       Το σίδερο το νίκησε το ξύλινο κοντάρι!

                                       Ράτσα του Κάιν, στον ουρανό ανέβα πάνω

                                       Και τσάκισε στη γη για πάντα το Θεό!5

Πριν αρκετά χρόνια αρκετά χρόνια, θυμάμαι τον εαυτό μου κλεισμένο σε κάποιο δωμάτιο να απαγγέλλει ξανά και ξανά ποιήματα του Μπωντλαίρ προσπαθώντας να αποδώσω το ύφος που κατά τη γνώμη μου ταίριαζε σ’ αυτά. Μπορεί να ήταν πάλι μια τεθλασμένη προσπάθεια συναισθηματικής έκφρασης και αποφόρτισης ταυτόχρονα. Επίσης, θυμάμαι να καταπιάνομαι με στίχους προσπαθώντας να δημιουργήσω ένα φανταστικό διάλογο μεταξύ μας και στο βαθμό που τα κατάφερνα, να νιώθω μια ικανοποίηση πολύ κοντά στην ευδαιμονία. Τέλος, θυμάμαι να νιώθω με ορισμένους του στίχους τέτοια συγκίνηση που «καπετάνισσα στο είναι μου ακέριο»6 γίνονταν όπως θα το διατύπωνε ο ίδιος. Αλήθεια ποια μεγαλύτερη αναγνώριση και ποια μεγαλύτερη τιμή θα μπορούσε να αποζητήσει ένας ποιητής απ’ αυτήν που χαρίζει ένα δάκρυ;

Κωνσταντίνου Δημήτρης

  1. Εξαγόρευση – Μπωντλαίρ. Εκδόσεις Πλέθρον
  2. Η Βεατρίκη – Μπωντλαίρ. Εκδόσεις Πλέθρον
  3. Τα παράθυρα – Μπωντλαίρ. Εκδόσεις Πλέθρον
  4. Στον Αναγνώστη/ Τα άνθη του κακού – Κ. Μπωντλαίρ. Εκδόσεις Γκοβόστη
  5. Άβελ και Κάιν – Μπωντλαίρ. Εκδόσεις Πλέθρον
  6. Εξαγόρευση – Μπωντλαίρ. Εκδόσεις Πλέθρον
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: