Skip to content

ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ ΜΑΝΟΛΗΣ (1925-2005)

06/06/2013

ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ ΜΑΝΟΛΗΣ

 ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ ΜΑΝΟΛΗΣ (1925-2005)

Κι ήθελε ακόμη πολύ φως να ξημερώσει. Όμως εγώ

Δεν παραδέχτηκα την ήττα. Έβλεπα τώρα

Πόσα κρυμμένα τιμαλφή έπρεπε να σώσω

Πόσες φωλιές νερού να συντηρήσω μέσα στις φλόγες.

Εργογραφία

Το Σεπτέμβριο του 1942, πρωτοεμφανίζεται στα ελληνικά γράμματα με το παραδοσιακό ποίημα «1870-1942»που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Πειραϊκά Γράμματα».

Το Μάρτιο του 1944 κάνει και πάλι την εμφάνισή του με το νεωτερικό ποίημα «Απροσδιόριστη χρονολογία» που δημοσιεύεται στο φοιτητικό περιοδικό «Ξεκίνημα»  (Θεσσαλονίκη, όργανο του εκπολιτιστικού ομίλου Πανεπιστημίου), του οποίου υπήρξε αρχισυντάκτης από το πρώτο τεύχος (15 Φεβρουαρίου 1944) μέχρι και το 12ο (Οκτώβριος 1944). Αυτή είναι και η περίοδος που θα ξεκινήσει η γόνιμη και τόσο μοναδική ποιητική του διαδρομή, καθώς το 1945 εκδίδεται η συλλογή «Εποχές» για να ακολουθήσουν οι: «Εποχές 2» (Θεσσαλονίκη 1948), «Η συνέχεια» (1954), η συγκεντρωτική έκδοση «Τα ποιήματα 1941-1956» μαζί με τις «Παρενθέσεις» και τη «Συνέχεια 2» (1956), «Η Συνέχεια 3»(Θεσσαλονίκη 1962), η μελέτη «Υπέρ και κατά» (1965), «Ο Στόχος» (1970), η συγκεντρωτική έκδοση «Τα ποιήματα (1941-1971)» (1971), και τέλος το «Υ.Γ.» που η πρώτη του έκδοση, ιδιωτική και εκτός εμπορίου, έγινε το 1983 για να επανεκδοθεί το 1992 (Νεφέλη). Είχαν προηγηθεί η μελέτη «Αντιδογματικά, άρθρα και σημειώματα» (1978), «Το περιθώριο» (πεζό, 1979), ο «Μανούσος Φάσσης, Παιδική Μούσα (Τραγούδια για την προσχολική και σχολική ηλικία» (1980), «Τα Συμπληρωματικά (Σημειώσεις κριτικής)» (1985), «Ο ποιητής Μανούσος Φάσσης. Η ζωή και το έργο του. Μια πρώτη απόπειρα κριτικής προσέγγισης» (1987) και «Η χαμηλή φωνή. Τα λυρικά μιας περασμένης εποχής στους παλιούς ρυθμούς – μια πρσωπική ανθολογία του Μανόλη Αναγνωστάκη» (1990).

ΔΕΙΓΜΑ ΓΡΑΦΗΣ:

ΣΤΟΝ ΝΙΚΟ Ε…1949

Φίλοι

Που φεύγουν

Που χάνονται μια μέρα

Φωνές

Τη νύχτα

Μακρινές φωνές

Μάνας τρελής στους έρημους δρόμους

Κλάμα παιδιού χωρίς απάντηση

Ερείπια

Σαν τρυπημένες σάπιες σημαίες

Εφιάλτες,

Στα σιδερένια κρεβάτια

Όταν το φως λιγοστεύει

Τα ξημερώματα.

(Μα ποιος με πόνο θα μιλήσει για όλα αυτά;)

ΠΕΝΤΕ ΜΙΚΡΑ ΘΕΜΑΤΑ ΙΙΙ

Δρόμοι παλιοί που αγάπησα και μίσησα ατέλειωτα

Κάτω απ’ τους ίσκιους των σπιτιών να περπατώ

Νύχτες των γυρισμών αναπότρεπτες κι η πόλη νεκρή

Την ασήμαντη παρουσία μου βρίσκω σε κάθε γωνιά

Κάμε να σ’ ανταμώσω, κάποτε, φάσμα χαμένο του πόθου μου

Κι εγώ ξεχασμένος κι ατίθασος να περπατώ κρατώντας

Ακόμα μια σπίθα τρεμόσβηστη για τις υγρές σου παλάμες.

(Και προχωρούσα μέσα στη νύχτα χωρίς

Να γνωρίζω κανένανε κι ούτε

Κανένας με γνώριζε)

ΑΝΘΡΩΠΟΙ

Ένα χώρο να σταθούμε ζητήσαμε, δίχως υποτιθέμενα προνόμια ή ξέχωρη αξία,

ένα αναγκαίον υστέρημα εις όλους περιττόν (κι η ευαισθησία σε τέτοιες στιγμές τι χρησιμεύει;)

όπως λ.χ. ο Γιώργος Τάδε, φίλος λυρικός ποιητής, ποζάρει, επιμελώς και

πείσμων, στα πάνω ράφια των επαρχιακών βιβλιοπωλείων,

όπως στο θερινό κινηματογράφο που δεν πειράζεται από τη νόηση των

φιλήσυχων ημερομισθίων της συνοικίας.

Είμαστε, συνεπώς, πολύ ικανοποιημένοι πιστεύοντας – οψίμως – ασυζητητί σε

σοφότατα προγονικά αποφθέγματα,

να πούμε το «ουκ εν τω πολλω το ευ» ή «μηδέν άγαν» και τα παρόμοια.

Ενδεδυμένοι ευπρεπώς με καινουργή υποδήματα και γραβάτες ημίμαυρες παρελθούσης νεότητος,

διηγούμαστε, εν στενω κύκλω, πως τη ζωή μας τυράννησε ένας άγονος έρωτας

-πριν τόσα ή τόσα χρόνια – μια απασχόληση κι αυτό να μην το έχεις ακόμα ξεχάσει.

Σε μια δεδομένη ηλικία δεν αρνιούμαστε πως γράψαμε και στίχους – ω νεότης! μ’ ένα χαμόγελο συγκαταβατικό –

Ή διαβάσαμε την «Άννα Καρένινα» σε μετάφραση αγνώστου κι άλλες μηδαμινότατες κοινοτοπίες.

Επιτέλους έναν χώρον απλούστατον, έστω 1Χ2 δίχως υποτιθέμενα προνόμια ή ξέχωρη αξία

– άνθρωποι χωρίς καμία ιδιαίτερη ιδεολογία, όχι αισθαντικότητα, όχι απογοητευμένοι, άνθρωποι απλώς.

ΚΙ ΗΘΕΛΕ ΑΚΟΜΗ

Κι ήθελε ακόμη πολύ φως να ξημερώσει. Όμως εγώ

Δεν παραδέχτηκα την ήττα. Έβλεπα τώρα

Πόσα κρυμμένα τιμαλφή έπρεπε να σώσω

Πόσες φωλιές νερού να συντηρήσω μέσα στις φλόγες.

Μιλάτε, δείχνετε πληγές, αλλόφρονες στους δρόμους

Τον πανικό που στραγγαλίζει την καρδιά σας σα σημαία

Καρφώσατε σ’ εξώστες με σπουδή φορτώσατε το εμπόρευμα

Η διάγνωσίς σας ασφαλής: Θα πέσει η πόλις.

Εκεί, προσεκτικά, σε μια γωνιά, μαζεύω τάξη,

Φράζω με σύνεση το τελευταίο μου φυλάκιο

Κρεμώ κομμένα χέρια στους τοίχους, στολίζω

Με τα κομμένα κρανία τα παράθυρα, πλέκω,

Με κομμένα μαλλιά το δίχτυ μου και περιμένω

Όρθιος και μόνος σαν και πρώτα περιμένω.

ΑΠΟΦΑΣΗ

Είστε υπέρ ή κατά;

Έστω απαντήστε μ’ ένα ναι ή μ’ ένα όχι.

Το έχετε το πρόβλημα σκεφτεί

Πιστεύω ασφαλώς πως σας βασάνισε

Τα πάντα βασανίζουν στη ζωή

Παιδιά γυναίκες έντομα

Βλαβερά φυτά χαμένες ώρες

Δύσκολα πάθη χαλασμένα δόντια

Μέτρια φιλμ. Κι αυτό θα σας βασάνισε ασφαλώς.

Μιλάτε υπεύθυνα λοιπόν. Έστω με ναι ή όχι.

Σ’ εσάς ανήκει η απόφαση.

 

Δε σας ζητούμε φυσικά να πάψετε

Τις ασχολίες σας να διακόψτε τη ζωή σας

Τις προσφιλείς εφημερίδες σας τις συζητήσεις

Στο κουρείο τις Κυριακές σας στα γήπεδα.

Μια λέξη μόνο. Εμπρός λοιπόν:

Είστε υπέρ ή κατά ;

Σκεφτείτε το καλά. Θα περιμένω.

ΠΟΙΗΤΙΚΗ

Προδίδετε πάλι την Ποίηση, θα μου πεις,

την ιερότερη εκδήλωση του Ανθρώπου

τη χρησιμοποιείτε πάλι ως μέσον, υποζύγιον

των σκοτεινών επιδιώξεών σας

Εν πλήρει γνώσει της ζημιάς που προκαλείται

Με το παράδειγμά σας στους νεωτέρους.

Το τι δεν πρόδωσες εσύ να μου πεις

Εσύ κι οι όμοιοί σου, χρόνια και χρόνια,

Ένα προς ένα τα υπάρχοντά σας ξεπουλώντας

Στις διεθνείς αγορές και τα λαϊκά παζάρια

Και μείνατε χωρίς μάτια για να βλέπετε, χωρίς αφτιά

Ν’ ακούτε, με σφραγισμένα στόματα, και δε μιλάτε.

Για ποια ανθρώπινα ιερά μας εγκαλείτε;

Ξέρω : κηρύγματα και ρητορείες πάλι, θα πεις.

Ε ναι λοιπόν! Κηρύγματα και ρητορείες.

Σαν πρόκες πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις

Να μην τις παίρνει ο άνεμος.

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ 1969

Στην οδό Αιγύπτου – πρώτη πάροδος δεξιά

Τώρα υψώνεται το μέγαρο της Τράπεζας Συναλλαγών

Τουριστικά γραφεία και πρακτορεία μεταναστεύσεως

Και τα παιδάκια δεν μπορούνε πια να παίξουνε από

τα τόσα τροχοφόρα που περνούνε.

Άλλωστε τα παιδιά μεγάλωσαν, ο καιρός εκείνος πέρασε που ξέρατε

 

Τώρα πια δεν γελούν, δεν ψιθυρίζουν μυστικά, δεν εμπιστεύονται,

Όσα επιζήσαν, εννοείται, γιατί ήρθανε βαριές αρρώστιες από τότε.

Πλημμύρες, καταποντισμοί, σεισμοί, θωρακισμένοι στρατιώτες,

Θυμούνται τα λόγια του πατέρα : εσύ θα γνωρίσεις καλύτερες μέρες

Δεν έχει σημασία τελικά αν δεν τις γνώρισαν, λένε το μάθημα

οι ίδιοι στα παιδιά τους

Ελπίζοντας πάντοτε πως κάποτε θα σταματήσει η αλυσίδα

Ίσως τα παιδιά των παιδιών τους ή στα παιδιά των παιδιών

των παιδιών τους.

Προς το παρόν, στον παλιό δρόμο που λέγαμε, υψώνεται

η Τράπεζα Συναλλαγών

– εγώ συναλλάσσομαι, εσύ συναλλάσσεσαι, αυτός συναλλάσσεται –

Τουριστικά γραφεία και πρακτορεία μεταναστεύσεως

– εμείς μεταναστεύουμε, εσείς μεταναστεύετε, αυτοί μεταναστεύουν-

Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει, έλεγε κι ο Ποιητής

Η Ελλάδα με τα ωραία νησιά, τα ωραία γραφεία,

τις ωραίες εκκλησίες

Η Ελλάς των Ελλήνων.

ΕΠΙΤΥΜΒΙΟΝ

Πέθανες – κι έγινες και συ: ο καλός

Ο λαμπρός άνθρωπος, ο οικογενειάρχης, ο πατριώτης

Τριάντα έξι στέφανα σε συνοδέψανε, τρεις λόγοι αντιπροέδρων,

εφτά ψηφίσματα για τις υπέροχες υπηρεσίες που προσέφερες.

Α, ρε Λαυρέντη, εγώ που μόνο το ‘ξερα τι κάθαρμα ήσουν,

Τι κάλπικος παράς, μια ολόκληρη ζωή μέσα στο ψέμα.

Κοιμού εν ειρήνη δε θα ‘ρθω την ησυχία σου να ταράξω.

(Εγώ μια ολόκληρη ζωή μες στη σιωπή θα την εξαγοράσω

πολύ ακριβά κι όχι με τίμημα το θλιβερό σου το σαρκίο).

Κοιμού εν ειρήνη. Ως ήσουν πάντα στη ζωή : ο καλός

ο λαμπρός άνθρωπος, ο οικογενειάρχης, ο πατριώτης.

Δε θα ‘σαι ο πρώτος ούτε δα κι ο τελευταίος.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ (ΑΠΟ ΤΟΝ ΣΤΟΧΟ)

Κι όχι αυταπάτες προπαντός

Το πολύ πολύ να τους εκλάβεις σα δυο θαμπούς προβολείς μες στην ομίχλη

Σαν ένα δελτάριο σε φίλους που λείπουν με τη μοναδική λέξη : ζω.

«Γιατί», όπως πολύ σωστά είπε κάποτε κι ο φίλος μου ο Τίτος,

«Κανένας στίχος σήμερα δεν κινητοποιεί τις μάζες

Κανένας στίχος σήμερα δεν ανατρέπει τα καθεστώτα.»

Έστω.

Ανάπηρος, δείξε τα χέρια σου. Κρίνε για να κριθείς.

Χάρης 1944

Ήμασταν όλοι μαζί και ξεδιπλώναμε ακούραστα τις ώρες μας

Τραγουδούσαμε σιγά για τις μέρες που θα ‘ρχόντανε φορτωμένες πολύχρωμα οράματα

Αυτός τραγουδούσε, σωπαίναμε, η φωνή του ξυπνούσε μικρές πυρκαγιές

Xιλιάδες μικρές πυρκαγιές που πυρπολούσαν τη νιότη μας

Μερόνυχτα έπαιζε το κρυφτό με το θάνατο σε κάθε γωνιά και σοκάκι

Λαχταρούσε ξεχνώντας το δικό του κορμί να χαρίσει στους άλλους μιαν Άνοιξη.

Ήμασταν όλοι μαζί μα θαρρείς πως αυτός ήταν όλοι.

Mια μέρα μας σφύριξε κάποιος στ’ αφτί: «Πέθανε ο Xάρης»

«Σκοτώθηκε» ή κάτι τέτοιο. Λέξεις που τις ακούμε κάθε μέρα.

Kανείς δεν τον είδε. Ήταν σούρουπο. Θα ‘χε σφιγμένα τα χέρια όπως πάντα

Στα μάτια του χαράχτηκεν άσβηστα η χαρά της καινούριας ζωής μας

Mα όλα αυτά ήταν απλά κι ο καιρός είναι λίγος. Kανείς δεν προφταίνει.

…Δεν είμαστε όλοι μαζί. Δυο τρεις ξενιτεύτηκαν

Tράβηξεν ο άλλος μακριά μ’ ένα φέρσιμο αόριστο κι ο Xάρης σκοτώθηκε

Φύγανε κι άλλοι, μας ήρθαν καινούριοι, γεμίσαν οι δρόμοι

Το πλήθος ξεχύνεται αβάσταχτο, ανεμίζουνε πάλι σημαίες

Μαστιγώνει ο αγέρας τα λάβαρα. Mες στο χάος κυματίζουν τραγούδια.

 

Αν μες στις φωνές που τα βράδια τρυπούνε ανελέητα τα τείχη

Ξεχώρισες μια: Eίν’ η δική του. Ανάβει μικρές πυρκαγιές

Xιλιάδες μικρές πυρκαγιές που πυρπολούν την ατίθαση νιότη μας

Eίν’ η δική του φωνή που βουίζει στο πλήθος τριγύρω σαν ήλιος

Π’ αγκαλιάζει τον κόσμο σαν ήλιος που σπαθίζει τις πίκρες σαν ήλιος

Που μας δείχνει σαν ήλιος λαμπρός τις χρυσές πολιτείες

Που ξανοίγονται μπρος μας λουσμένες στην Αλήθεια και στο αίθριο το φως.

ΣT’ AΣTEIA ΠAIZAME…

Δε χάσαμε μόνο τον τιποτένιο μισθό μας

Mέσα στη μέθη του παιχνιδιού σάς δώσαμε και τις γυναίκες μας

Τα πιο ακριβά ενθύμια που μέσα στην κάσα κρύβαμε

Στο τέλος το ίδιο το σπίτι μας με όλα τα υπάρχοντα.

Νύχτες ατέλειωτες παίζαμε, μακριά απ’ το φως της ημέρας

Mήπως πέρασαν χρόνια; σαπίσαν τα φύλλα του ημεροδείχτη

Δε βγάλαμε ποτέ καλό χαρτί, χάναμε χάναμε ολοένα

Πώς θα φύγουμε τώρα; πού θα πάμε; ποιος θα μας δεχτεί;

Δώστε μας πίσω τα χρόνια μας δώστε μας πίσω τα χαρτιά μας

Kλέφτες!

Στα ψέματα παίζαμε!

Advertisements
Σχολιάστε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: