Skip to content

Shelley M., Φρανκεστάιν ή ο Σύγχρονος Προμηθέας- Ανάλυση έργου: ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

05/06/2013

mary_shelley_author_frankenstein Φρανκεστάιν ή ο Σύγχρονος Προμηθέας ( εκδ. Εστία)     Shelley Mary                                              Ανάλυση έργου: ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ   

Ο 19ος αιώνας έχει συνδεθεί ιστορικά, με έντονες πολιτικές και κοινωνικές ανακατατάξεις στον Ευρωπαϊκό χώρο. Η Γαλλική Επανάσταση στα τέλη του προηγούμενου αιώνα και το σύνθημα «Ελευθερία, Ισότητα, Αδελφότητα» δεν επηρέασε μονάχα τη Γαλλία αλλά και την ήπειρο ολόκληρη. Μετά την καρατόμηση του βασιλιά Λουδοβίκου ΙΣΤ’, κανείς Ευρωπαίος μονάρχης δεν μπορούσε να αισθάνεται σίγουρος για το κεφάλι του και για την επιβίωση του απολυταρχικού τρόπου διακυβέρνησης. Πραγματικά, η αντίδραση των ισχυρών Ευρωπαίων μοναρχών στην προσπάθεια αναχαίτισης εθνικιστικών και κοινωνικών κινημάτων, κατά τον 19ο αιώνα, και οι θυελλώδεις επαναστάσεις που ακολούθησαν, δεν αποτέλεσαν παρά ύστατες, σπασμωδικές κινήσεις, ενός συστήματος που εξέλειπε, σε συνδυασμό με τις οδύνες του τοκετού εκείνου που το διαδέχτηκε. Στις περισσότερες περιπτώσεις η απολυταρχία, αντικαταστάθηκε από φιλελεύθερα έθνη κράτη. Η δυναμική αστική τάξη ήταν αυτή που κατέκτησε την εξουσία και συνάμα, χάρη στη βιομηχανική επανάσταση και την ανάπτυξη των αστικών κέντρων, το προλεταριάτο εισέβαλε εξίσου ορμητικά στο προσκήνιο της ιστορίας, διεκδικώντας με τη σειρά του το πολιτικό κύρος που του αναλογούσε.[1] Συνεπώς, μπορούμε να υποστηρίξουμε πως στη διάρκεια του 19ου αιώνα διαμορφώνεται ένας ολότελα διαφορετικός κόσμος, κυρίως στην Δυτική Ευρώπη, από αυτόν των προηγούμενων αιώνων. Όμως, στις πρώτες δεκαετίες του ίδιου αιώνα, σημαντικές εξελίξεις έχουμε και στον τομέα των γραμμάτων. Η εμφάνιση και η άνθηση του ρομαντισμού αποτελεί το σημαντικότερο πνευματικό γεγονός μετά την Αναγέννηση,[2] αλλά με την εξής ουσιαστική διαφορά μεταξύ τους, αν κύριο χαρακτηριστικό της τελευταίας υπήρξε η ανακάλυψη και η ανάδειξη των πολιτισμικών επιτευγμάτων της κλασικής αρχαιότητας, ο πρώτος «ανακαλύπτει τον μέχρι τότε αγνοημένο Μεσαίωνα».[3] Αυτήν ακριβώς την εποχή γράφεται από τη Μαίρη Σέλλεϋ το μυθιστόρημα Φρανκεστάιν ή ο σύγχρονος Προμηθέας (1818). Έργο που αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας εργασίας, με πρώτο ζήτημα το οποίο θα μας απασχολήσει την ένταξή του στα ρεύματα και τα είδη της εποχής. Σύμφωνα με τα Ευρωπαϊκά Γράμματα, το συγκεκριμένο μυθιστόρημα εντάσσεται στην κατηγορία των ρομαντικών φανταστικών διηγημάτων ή διηγημάτων φρίκης, ενώ η ανάπτυξη του είδους αποδίδεται στους Γερμανούς και Δανούς συγγραφείς και στην επιρροή που άσκησαν πάνω τους οι βόρειοι θρύλοι.[4] Η Ιστορία Ευρωπαϊκής Λογοτεχνίας, αρκετά κοντά στην προηγούμενη άποψη, εντάσσουν το έργο στα λεγόμενα «μαύρα μυθιστορήματα» που αφενός επιδιώκουν την πρόκληση φόβου αφετέρου επιδιώκουν να καθησυχάσουν τον αναγνώστη. Στους ήρωες αποδίδεται μια σατανική υπόσταση ενώ ζοφερό είναι και το περιβάλλον όπου εμφανίζονται. Ας θυμηθούμε την πρώτη εμφάνιση του πλάσματος στα μάτια του δημιουργού του, αφότου ο τελευταίος το εγκατέλειψε τρομοκρατημένος: «Ενώ παρακολουθούσα τη θύελλα, τόσο ωραία αλλά και τόσο τρομακτική (….) Μια αστραπή φώτισε και είδα καλύτερα· το γιγαντιαίο ανάστημα και η παραμορφωμένη όψη, η πιο αποκρουστική στον κόσμο, μ’ έπεισαν την ίδια στιγμή ότι ήταν εκείνο το τέρας, ο αισχρός δαίμονας που εγώ του είχα δώσει ζωή»,[5] όπως και τη συμπεριφορά του απέναντι στους αγαπημένα πρόσωπα του Φρανκεστάιν από ένα σημείο και έπειτα.  Οι δύο προαναφερθείσες συγγραφείς, διαπιστώνουν μάλιστα την εγγύτητα του είδους με την κλασική τραγωδία.[6] Ως προς το τελευταίο, στο έργο που εξετάζουμε μπορούμε να διακρίνουμε μια τραγική υπόσταση στον ομώνυμο ήρωα, καθώς άθελά του οδηγεί στον  θάνατο όσους ανθρώπους αγαπούσε. Αν ανατρέξουμε στη βαρύτητα που έχει δοθεί στη δύναμη της μοίρας ως στοιχείου τραγικότητας που υπερβαίνει την ανθρώπινη βούληση και γνώση,[7] θα εντοπίσουμε ήδη από την αρχή της διήγησης του Φρανκεστάιν, αρκετές αναφορές του στο πόσο ανυπέρβλητη στάθηκε στην «προκαθορισμένη» δυστυχία του: «Η μοίρα ήτανε πανίσχυρη και οι αμετάβλητοι νόμοι της είχαν ήδη προκαθορίσει την ολοκληρωτική και συνάμα φοβερή καταστροφή μου.».[8] Επίσης, τραγικό στοιχείο αποτελεί η ύβρη που υποπίπτει ο ήρωας, υποκαθιστώντας αλαζονικά το Θεό ως αποκλειστικό δημιουργό της ζωής: «κατάφερα να ανακαλύψω το αίτιο της γέννησης και της ζωής· κι ακόμα παραπάνω: κατάφερα να δώσω ζωή σε νεκρή ύλη».[9] Από μια άλλη άποψη, το μυθιστόρημα της Σέλλεϋ, ανήκει στις κλασικές ιστορίες τρόμου του 19ου αιώνα που ακολουθούν την παράδοση του γοτθικού μυθιστορήματος αλλά απομακρύνεται από τις τυπικές τεχνικές συμβάσεις και το μεσαιωνικό φόντο του είδους (με τόπο δράσης μοναστήρια, κάστρα, υπόγειους διαδρόμους, καταπακτές, κρυφές εξόδους κ.α.).[10] Όμως ας περάσουμε σε μια αναλυτικότερη εξέταση με στόχο την ανάδειξη  των ρομαντικών στοιχείων αλλά και την επίδραση που άσκησαν άλλα ρεύματα. Διακριτή είναι η επιρροή που έχει ασκήσει το επιστολικό μυθιστόρημα. Το συγκεκριμένο είδος το πρωτοσυναντάμε ήδη από το δεύτερο μισό του 17ου αιώνα με το έργο του Γκιγιεράγκ με τίτλο Επιστολές Πορτογαλίδας μοναχής (1669).[11] Εκείνος, ωστόσο που θα καθιερώσει το συγκεκριμένο είδος είναι ο Άγγλος Ρίτσαρντσον τον 18ο αιώνα.[12] Στο έργο που εξετάζουμε, η πλοκή στήνεται με την βοήθεια των επιστολών που ο Γουώλτον στέλνει (ή σχεδιάζει να στείλει) στην αδελφή του, ενώ όταν πια ο ήρωας έχει ανοιχτεί στη θάλασσα, εξακολουθεί να κρατά σημειώσεις όπου αν και διατηρεί το δεύτερο πρόσωπο, έχουν περισσότερο ημερολογιακή μορφή. Μετά την συνάντηση Γουώλτον και Φρανκεστάιν και την έναρξη της εξιστόρησης των εμπειριών του δεύτερου στον πρώτο, οι σημειώσεις που κρατάει ο Γουώλτων, είναι σε πρώτο πρόσωπο σαν να τις γράφει ο ίδιος ο Φρανκεστάιν και όπως εξηγεί, ο ίδιος ο αφηγητής του ζήτησε να κάνει κάποιες προσωπικές παρεμβάσεις, ειδικά στα σημεία των διαλόγων του με το δημιούργημά του, για χάρη ενάργειας και πιστότητας προς τους μεταγενέστερους αναγνώστες. Αυτή η ταύτιση, αλλά και η ομολογία του λόγου, όπως και των μέσων για το επερχόμενο εγχείρημα, μας φέρνει στο μυαλό τους κανόνες του αυτοβιογραφικού είδους[13].  Εμβόλιμα, να αναφέρουμε πως το φόντο του εξερευνητικού ταξιδιού του Γουώλτον, παραπέμπει στα ταξιδιωτικά αφηγήματα, των οποίων πηγή έμπνευσης αποτέλεσαν οι τολμηροί θαλασσοπόροι εξερευνητές του 18ου αιώνα, όπως ο Γάλλος  Πλοίαρχος Μπούγκενβιλλ και ο Άγγλος ομόλογός του Κουκ.[14] Επίσης, η επίδραση που άσκησε ο Ζαν Ζακ Ρουσσώ στο κίνημα του ρομαντισμού με την ανάδειξη της φύσης ως κεντρικού στοιχείου, αλλά και την έμφαση που δίνεται στο συναίσθημα,[15] γίνεται ορατή στο μυθιστόρημα της Σέλλεϋ. Η αξιοσημείωτη ποικιλία τοπίων που περιγράφουν οι ήρωες, από τις παγωμένες θάλασσες του βορά ως τα επιβλητικά βουνά της Ελβετίας κι από το Ρήνο έως την Σκωτία, αλλά και η ρομαντική σχέση με τη φύση και την ευεργετική της επίδραση επάνω τους, αποτελεί κοινό στοιχείο των πρωταγωνιστών, ενδεικτική είναι η ακόλουθη περιγραφή του Φρανκεστάιν: «Οι απότομες πλαγιές μεγαλόπρεπων βουνών […] η κατανυκτική σιγή αυτής της έξοχης αίθουσας του θρόνου της αυτοκράτειρας Φύσης [….] Αυτά τα υπέροχα μεγαλόπρεπα τοπία μου έδιναν τη μεγαλύτερη παρηγοριά που ήμουν σε θέση να δεχτώ».[16] Μάλιστα, οι επιρροές από τον Ρουσσώ αλλά και γενικότερα των ιδεών του διαφωτισμού, ίσως δεν σταματούν στο καθαρά λογοτεχνικό πεδίο, αλλά επεκτείνονται και στο πεδίο της κοινωνικής καταγγελίας ή στο πέρασμα ανθρωπιστικών μηνυμάτων. Χαρακτηριστική είναι ή αντιστροφή της διάσημης ρήσης του Βολτέρου από τον Φρανκεστάιν: «όλοι οι δικαστές προτιμούν να υποφέρουν δέκα αθώοι παρά να ξεφύγει ένας ένοχος.»[17]  ή ακόμα η θέση της Ελίζαμπεθ για την ποινή του θανάτου: «Δεν συμφωνώ με την εκτέλεση οποιουδήποτε ανθρώπου,..».[18] Τέλος, η βαρύτητα που δίνεται στην περιγραφή συναισθημάτων είναι έντονη σε όλο το έργο, σε βαθμό που ίσως αποβαίνει σε βάρος της αφήγησης αλλά και των μυθιστορηματικών χαρακτήρων. Ο H. Bloom υποστηρίζει πως μόνο τέρας διαθέτει πραγματικό χαρακτήρα[19]. Και μάλλον έχει δίκιο, στο σημείο που ο λόγος των υπολοίπων ηρώων έχει μια τέτοια ομοιότητα στην περιγραφή συναισθημάτων και ευγένειας, που τα λόγια καλωσορίσματος του Έρνεστ προς τον αδελφό του: «Καλωσόρισες, πολυαγαπημένε μου Βίκτωρ», (…) «Αχ! αν είχες έρθει πριν τρεις μήνες, θα μας έβρισκες όλους χαρούμενους κι ευτυχισμένους. Έρχεσαι τώρα να μοιραστείς μαζί μας μια δυστυχία που τίποτα δεν μπορεί ν’ ανακουφίσει…»,[20] δε θα μας ξένιζε αν είχαν προφερθεί από οποιονδήποτε άλλον ήρωα του έργου, ανεξαρτήτως φύλου, ηλικίας ή κοινωνικής θέσης. Εξάλλου, ο τίτλος του βιβλίου της Σέλλεϋ καταδεικνύει και ένα άλλο γεγονός. Στο ρομαντισμό μια μυθική μορφή που συχνά εμπνέει του δημιουργούς είναι αυτή του Προμηθέα. Σύμφωνα με τον H. Bloom, ο Προμηθέας είναι το μυθικό ον, που συνδυάζει καλύτερα από κάθε άλλο, την ηθική ευαισθησία του ρομαντισμού.[21] Ωστόσο, δύο κύρια χαρακτηριστικά που μπορούμε να αναγνωρίσουμε στη μορφή του Προμηθέα ως συμβόλου που κεντρίζουν τη φαντασία των ρομαντικών είναι: από τη μία, ο ρόλος του ως φορέα φωτός ή γνώσης – η ακόρεστη επιθυμία για γνώση και η συνεπακόλουθη ολοκλήρωση στα όρια του απόλυτου, αναγνωρίζεται στα Ευρωπαϊκά Γράμματα, ως το κυριότερο αίσθημα του ρομαντισμού[22] – κι από την άλλη, η συστράτευσή του με το ανθρώπινο είδος, ακόμα κι αν αυτή προϋποθέτει την ανυπακοή ή την εξέγερση απέναντι στους ίδιους τους θεούς, με όποιες συνέπειες κι αν έχει μια τέτοια πράξη. Συνεπώς, η γνώση δεν είναι δίχως κόστος ή όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Bloom «ο προμηθεϊσμός εξυμνεί την επέκταση της συνείδησης με οποιοδήποτε κόστος.».[23] Όμως τα δύο αυτά χαρακτηριστικά, της κατάκτησης της γνώσης και της ανυπακοής, φέρει και μια άλλη έντονα συμβολική μορφή, αυτή του Εωσφόρου. Από αυτήν την άποψη, ερμηνεύεται και ο σατανισμός κάποιων ρομαντικών ποιητών όπως ο Σέλλεϋ και ο Μπάυρον και η τάση εναντίωσης κατά του Θεού και των ορίων που επιβάλλει.[24]  Εδώ ίσως φανεί παράδοξο, να επικαλεστούμε το δοκίμιο ενός Ρώσου αναρχικού επαναστάτη, του ίδιου αιώνα. Ωστόσο, το επιχειρούμε όχι για να αξιολογήσουμε τον δηλωμένο – με άλλη μια αντιστροφή του Βολτέρου – στόχο του: «Αν πράγματι υπήρχε ο Θεός θα έπρεπε να τον καταστρέψουμε.»,[25] αλλά για να καταδείξουμε πόσο όμοιος και ισχυρά εδραιωμένος είναι αυτός ο συμβολισμός ακόμα και σε εκτός λογοτεχνίας ρεύματα. Σύμφωνα λοιπόν με τον Μ. Μπακούνιν: «Ο Σατανάς, ο αιώνιος εξεγερμένος, το πρώτο ελεύθερο πνεύμα και απελευθερωτής του κόσμου. Κάνει τον άνθρωπο να ντραπεί για την ζωώδη άγνοια και υποταγή του· τον χειραφετεί και, παρακινώντας τον στην ανυπακοή και πείθοντάς τον να δοκιμάσει τον καρπό της γνώσης, σφραγίζει το μέτωπο του με τη σφραγίδα της ελευθερίας και της υπερηφάνειας.».[26] Αυτή η γλαφυρή περιγραφή, είναι ίσως εγγύτερη σε μια ρομαντική αντίληψη του προμηθεϊσμού, καθώς εμπεριέχει και τα δύο χαρακτηριστικά που αναφέραμε. Όμως ας επιστρέψουμε στο μυθιστόρημα της Μ. Σέλλεϋ και ας προσπαθήσουμε να δούμε πως λειτουργεί ως υπόστρωμα η μορφή του Προμηθέα στο έργο της. Η πρώτη παρατήρηση που μπορούμε να κάνουμε είναι πως η επιρροή του Μίλτον και του έργου του Χαμένος Παράδεισος, δεν περιορίζεται απλά στο γεγονός ότι το συγκεκριμένο βιβλίο αποτελεί το σημαντικότερο ίσως ανάγνωσμα του δημιουργήματος του Φρανκεστάιν. Όπως και στον Χαμένο Παράδεισο, η μορφή του Σατανά με ανθρώπινα χαρακτηριστικά δεν αντιπροσωπεύει μονάχα το κακό αλλά και την εξέγερση ενάντια στο δημιουργό ο οποίος δε δύναται να αποτελέσει την αντίρροπη δύναμη αγάπης και καλοσύνης,[27] έτσι και ο Φρανκεστάιν δεν καταφέρνει να αγαπήσει το δημιούργημά του. Αντίθετα, δραπετεύει τρομοκρατημένος μπροστά στη θέα του έργου του, με αποτέλεσμα το εύλογο ερώτημα του πλάσματος στο οποίο έδωσε ζωή: «Που ήταν όμως ο δικός μου δημιουργός; Με είχε εγκαταλείψει, γι’ αυτό μέσα στην πίκρα της η καρδιά μου τον καταριότανε.»,[28] και συνεπακόλουθα την κορύφωση της εξέγερσης, ειδικά μετά και την αθέτηση της υπόσχεσης του Φρανκεστάιν, να συμμορφωθεί στην απαίτηση του και να δημιουργήσει ένα όμοιο θηλυκό πλάσμα. Βέβαια, εάν το δημιούργημα του Φρανκεστάιν αποτελεί την προμεηθεϊκή εκδοχή της εξέγερσης, ο ίδιος ο δημιουργός ενσαρκώνει την άλλη πλευρά, της κατάκτησης της γνώσης με κάθε κόστος: «Εάν μπορούσα να εξορίσω τις ασθένειες από το ανθρώπινο σώμα και να κάνω τον άνθρωπο άτρωτο απ’ οτιδήποτε εκτός από το βίαιο θάνατο!».[29] Οι ίδιες ακριβώς φιλοδοξίες χαρακτηρίζουν και τον Γουώλτον αν και ο στόχος του θα παραμείνει ανεκπλήρωτος: «Είναι οριστικό· επιστρέφω στην Αγγλία. Έχασα κάθε ελπίδα να φανώ χρήσιμος στην ανθρωπότητα αλλά και ν’ αποκτήσω δόξα»[30] Ήδη έχουμε σκιαγραφήσει τις σχέσεις δημιουργήματος – δημιουργού, ας δούμε όμως πως παρουσιάζεται το δημιούργημα μέσα από τα μάτια του δημιουργού όσο και τα δικά του, καθώς και του μοναδικού αυτόπτη μάρτυρα που αποτελεί ο Γουώλτον. Ο Φρανκεστάιν, εξ αρχής μισεί το δημιούργημα των χεριών του ανάγοντας το – αυθαίρετα μέχρι εκείνη τη στιγμή – σε «εχθρό». Ο δημιουργός, ανίκανος να αγαπήσει και συνεπώς να γνωρίσει το δημιούργημά του, ουδέποτε πίστεψε απόλυτα την ειλικρίνειά του, όπως κι ουδέποτε αντιλήφθηκε τα συναισθήματα που προκαλούσε ο ίδιος πάνω στο δημιούργημά του δεν ήταν μόνο αρνητικά, ας αναλογιστούμε πως το πλάσμα ορκίζεται στη γη που πατά και στο όνομα του δημιουργού. Έτσι, όταν εκείνο εξεγείρεται η σχέση αντιστρέφεται κατά την παραδοχή και του ίδιου: «ήμουνα σκλάβος του δημιουργήματός μου» και κυριεύεται από σκέψεις και φόβους για την ασφάλεια των δικών του, που αποδεικνύονται αυθαίρετοι όσο εκείνος δεν καταπατά την υπόσχεσή του. Ακόμα και στο τέλος, όταν πια δεν διακατέχεται από το συναίσθημα της εκδίκησης, ζητά από τον Γουώλτον να συνεχίσει αυτός την καταδίωξη του τέρατος, από το φόβο μην προκαλέσει άλλα εγκλήματα. Όμως σε όλη την καταδίωξη, στην οποία έχει επιδοθεί τόσο απερίσκεπτα, εφόσον το δημιούργημά του είναι εκείνο που ορίζει τους κανόνες, κυρίως λόγω των φυσικών ικανοτήτων αλλά και της ευφυΐας του, δεν έχει την παραμικρή ένδειξη πως εκείνο περιφρονεί την ανθρώπινη ζωή γενικά και αόριστα, αλλά μάλλον μοναδικός του στόχος είναι να παρατείνει όσο μπορεί την εκδίκηση απέναντι στον αφερέγγυο δημιουργό. Ίσως να είναι ειλικρινής όταν διατείνεται: «Κι όμως η καρδιά μου ξεχείλιζε από καλοσύνη κι επιζητούσε την αρετή. Είχα ξεκινήσει με αγαθές προθέσεις και διψούσα για τη στιγμή που θα τις πραγματοποιούσα και θα γινόμουνα χρήσιμος απέναντι στους συνανθρώπους μου.».[31] Εδώ ίσως κρύβεται ένα μεγάλο μέρος του ηθικού σφάλματος, καθώς όταν λέει χρήσιμος απέναντι στους συνανθρώπους μου, εννοεί τους αισθητικά ομοίους του, καθώς ποτέ δεν αναγνώρισε ανθρώπινη υπόσταση στο δημιούργημά του, παρά τις αρχικά δηλωμένες προθέσεις του, γι’ αυτό άλλωστε αρνήθηκε τελικά να φτιάξει το θηλυκό αντίστοιχό του. Ακόμα κι ο Γουώλτον, παρότι μάρτυρας μιας σπαραξικάρδιας σκηνής, που αρχικά θα τον συγκινήσει. Δεν θα μπορέσει να υπερνικήσει τις προκαταλήψεις του και την αποστροφή που του δημιούργησε η παραμόρφωση του πλάσματος. Έτσι, στον κανόνα που θέλει το δημιούργημα, εξιλαστήριο θύμα δε θα υπάρξει ούτε μια εξαίρεση, ακόμα και την ύστατη στιγμή, που εκείνο δηλώνει πως ήρθε η ώρα του δικού του τέλους. Απεναντίας το δημιούργημα του Φρανκεστάιν, αρχικά μπορεί και υποτάσσει την αγανάκτηση και το μίσος που νιώθει απέναντι στο δημιουργό του και επιδιώκει να μιλήσει λογικά μαζί του, προσπαθώντας ωστόσο να συνεγείρει και το συναίσθημα του: «Ω, Φρανκεστάιν, μην είσαι δίκαιος με όλους τους άλλους ανθρώπους και ποδοπατάς μόνον εμένα, με τον οποίο οφείλεις να είσαι περισσότερο δίκαιος και στοργικός».[32]  Έχοντας αρκετή ευφυΐα, ώστε να μη ζητήσει ότι ο Φρανκεστάιν είναι ανίκανος να προσφέρει, δηλαδή συμπόνια ή αγάπη, αλλά την επιστημοσύνη ή έστω τη τεχνογνωσία του, επιθυμώντας τη δημιουργία μιας θηλυκής συντρόφου. Στην εξομολόγηση προς τον δημιουργό του, περιγράφει παραστατικά την προσπάθεια εξανθρωπισμού του, αλλά και την αντιμετώπιση από το ανθρώπινο είδος, την απόρριψη, την επιθετικότητα λόγω του φόβου που προκαλεί η δυσμορφία του, ακόμα κι όταν οι προθέσεις του είναι αγαθές ή όταν σπεύδει να βοηθήσει έμπρακτα. Ομολογεί την ευαισθησία του και την ικανότητά του να συμπάσχει με την δυστυχία των άλλων, όπως όταν παρακολουθεί τη ζωή των «προστατών» του, όπως χαρακτηρίζει τους ερήμην εξανθρωπιστές του, στην καλύβα που βρήκε καταφύγιο: «απομακρύνθηκα από το παράθυρο, γιατί μου ήταν αδύνατο να αντέξω τέτοιες συγκινήσεις».[33] Όμως όσο αυξάνει τη γνώσεις του, τόσο μέσα απ’ αυτές, μεγαλώνουν κι οι υπαρξιακές του ανησυχίες. Ειδικά μετά την εξεύρεση των βιβλίων που βοήθησαν στον περαιτέρω εξευγενισμό του και τις σημειώσεις του Φρανκεστάιν που του αποκαλύπτουν την αλήθεια της καταγωγής του, τόσο μεγεθύνεται και η οργή για την εγκατάλειψή του από τον δημιουργό του. Ειδικά μετά την φυγή των έντρομων, από την εμφάνισή του,  προστατών του, θα βιώσει για δεύτερη φορά την εγκατάλειψη και θα νιώσει για πρώτη φορά συναισθήματα μίσους κι εκδίκησης, αλλά για αρκετό καιρό ακόμα θα διεξάγεται μέσα του μια εσωτερική πάλη. Δύσκολα θα βρούμε αντιφάσεις στο λόγο του τέρατος όμοιες μ’ αυτές του δημιουργού του. Ακόμα και τις φρικτές του πράξεις τις διηγείται με ειλικρίνεια, όπως όταν εξηγεί στον Φρανκεστάιν την αγαλλίαση που ένιωσε όταν δολοφόνησε το μικρό του αδελφό. Από αυτήν την πράξη κι έπειτα έρχεται μια μοιραία συνειδητοποίηση του πλάσματος, σαν απάντηση στην «μοιραία προκατάληψη» των ανθρώπων: «Κι εγώ μπορώ να προκαλέσω απόγνωση». Αλλά και στο τέλος όταν πια ο δημιουργός έχει πεθάνει, το πλάσμα αντί για θρίαμβο νιώθει τη συντριβή, μπροστά στα μάτια του έκπληκτου Γουώλτον. Με εντυπωσιακή οξυδέρκεια, και με δύναμη ενδοσκόπησης που ο δημιουργός του ποτέ δεν επέδειξε παραδέχεται: «ήμουν σκλάβος κι όχι αφέντης μιας παρόρμησης που σιχαινόμουνα αλλά δεν μπορούσαν σταματήσω.».[34] Μπορεί λοιπόν η εκδίκηση να κυρίευε τη θέλησή του, όμως τα όνειρά του, εξαρχής ήταν η συνύπαρξη με τους ανθρώπους, γι’ αυτό ομολογεί: «κατέστρεφα μεν τις δικές του ελπίδες, όμως τις δικές μου επιθυμίες δεν τις ικανοποιούσα».[35] Ωστόσο, ακόμα και καθυστερημένα, το πλάσμα καταφέρνει να δει πέρα από τα θέλω του και να μπει στη θέση του δημιουργού του, να κατανοήσει γιατί αρνήθηκε την δική του ευτυχία· αλήθεια υπάρχει πιο ανθρώπινη ιδιότητα απ’ αυτή; Και τέλος σε μια ένδειξη υπέρτατου ανθρωπισμού, αφού δεν μπόρεσε να κατακτήσει την ευτυχία, οδηγείται στην αυτοκαταστροφή, θέλοντας να μην αφήσει το παραμικρό ίχνος, που θα μπορούσε να οδηγήσει στην επανάληψη ενός τέτοιου πειράματος. Όσο για τη σχέση του πλάσματος με τη φύση, πέραν των ιδιαίτερων φυσικών ικανοτήτων: «είναι σαν να προσπαθείς να τρέξεις γρηγορότερα από τον άνεμο ή ν’ ανακόψεις ένα βουνίσιο ποτάμι μ’ ένα άχυρο»,[36] τις μεγαλύτερες αντοχές απέναντι στις φυσικές αντιξοότητες και την παράδοξη ολιγάρκεια στην τροφή, αφού μπορεί να επιβιώσει με ρίζες και χόρτα και όπως το ίδιο λέει χαρακτηριστικά, δεν σφάζει για να φάει  κρέας (κάτι που με τον τρόπο που το εκφράζει μπορεί να εκληφθεί και ως αιχμή απέναντι στο ανθρώπινο είδος). Διατηρεί μια ρομαντική σχέση με τη φύση την οποία θαυμάζει αλλά ομολογεί και την ευεργετική επενέργειά της: «Η διάθεσή μου έγινε καλύτερη χάρη στη μαγευτική όψη της φύσης· το παρελθόν σβήστηκε από τη μνήμη μου, το παρόν ήταν ήρεμο και το μέλλον χρύσωναν λαμπρές αχτίδες ελπίδας και προσδοκία χαράς».[37] Η δε σημασία των αναγνωσμάτων που το επηρεάζουν, ξεκινώντας από τα Ερείπια αυτοκρατοριών του Βολνέ, όπως το ίδιο το πλάσμα υποστηρίζει του έδωσαν μια γενική γνώση της ιστορίας, αλλά κυρίως το μηχανισμό λειτουργίας της ανθρώπινης κοινωνίας, την ταξικότητά της και την σκληρή συνειδητοποίηση, πως αυτός δεν ανήκει καν στους απόκληρους λόγω της δυσμορφίας του, μέχρι κι ο έκπτωτος άγγελος είχε συντρόφους, θα συμπεράνει εύστοχα. Ο Βέρθερος του Γκαίτε, του μετέδωσε συναισθήματα όπως η απογοήτευση και η μελαγχολία, ωστόσο αν αναλογιστούμε την ιστορία του Βέρθερου πίσω από αυτά τα συναισθήματα κρύβεται το ανέφικτο των ανθρώπινων προσδοκιών και η λύση της αυτοκτονίας ως λύτρωση, κάτι που τελικά θα επιλέξει και το ίδιο το πλάσμα. Οι Βίοι Παράλληλοι του Πλούταρχου, τον δίδαξαν τον «υψηλόφρονα τρόπο του σκέπτεσθε», να διακρίνει την αρετή από την κακία και του έδωσαν πρότυπα διευρύνοντας τους ορίζοντες του και εξευγενίζοντάς τον. Όμως ο Χαμένος Παράδεισος του Μίλτον, μοιάζει να είναι το βιβλίο που του άσκησε τη μεγαλύτερη επίδραση, καθώς ανάμεσα σε δύο πρωταγωνιστές αναφέρει πως βρήκε στοιχεία που ταυτίστηκε μαζί τους. Από τη μια του ταιριάζει η μοναξιά του Αδάμ αλλά διαφέρουν σε όλα τα άλλα, γι’ αυτό κλείνει πως του είναι εγγύτερη η μορφή του σατανά καθώς με αφοπλιστική ειλικρίνεια παραδέχεται πως ένιωθε φθόνο, παρακολουθώντας την ευδαιμονία των άλλων σε σύγκριση με τη δική του κατάσταση. Αν λάβουμε υπ’ όψη, την παρατήρηση της Ιστορίας Ευρωπαϊκής λογοτεχνίας,[38] πως το στοιχείο του τρόμου στο συγκεκριμένο μυθιστορηματικό είδος, εκτός από λογοτεχνική, αποκτά και κοινωνιολογική σημασία, ένα στοιχείο που παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον στο έργο της Σέλλεϋ, είναι αυτό του άξονα ηθικής-αισθητικής. Η ευστοχία με την οποία προσεγγίζει το θέμα η συγγραφέας, γεννά ερωτήματα, όπως σε ποιο βαθμό επηρεάζει η μια την άλλη διαχρονικά, διαπολιτισμικά ή ακόμα διαταξικά; Υπάρχει άραγε κάποια διαλεκτική σχέση αναμεταξύ τους; Η αισθητική είναι εχέγγυο ή έστω παράμετρος  ηθικών κρίσεων ή αντίστροφα είναι ηθικό να κρίνουμε βάσει (και) της αισθητικής; Είναι ρεαλιστική, βάσει της βαρύτητας και της επενέργειας της αισθητικής στην ανθρώπινη βούληση, μια προσδοκία πως κάποιος θα κρίνεται για αυτό που είναι κι όχι γι’ αυτό δείχνει; Στο συγκεκριμένο έργο, ο Φρανκεστάιν καταπιάνεται  με ένα έργο που δεν είναι έτοιμος να φέρει συνολικά εις πέρας, αφού ομολογημένος στόχος του δεν είναι απλά η δημιουργία ζωής αλλά και η ευτυχία του είδους που θα δημιουργήσει. Και δεν μπορεί να το κάνει, γιατί όσο ικανός είναι στο κομμάτι της επιστήμης του, άλλο τόσο είναι ψυχικά ανώριμος και κοινωνικά  δέσμιος της κυρίαρχης αισθητικής της εποχής του, ανήμπορος να αποστασιοποιηθεί απ’ αυτήν. Η ανωριμότητα του, καταδεικνύεται τόσο με την δραπέτευσή του αμέσως μόλις το δημιούργημά του απέκτησε ζωή και την χαρά που ένιωσε μόλις εκείνο εξαφανίστηκε αλλά και με την εμμονή του να κρατάει το μυστικό του καλά φυλαγμένο: «φοβόμουν ότι η διήγησή του σε άλλον θα το αποτύπωνε πιο έντονα μέσα μου».[39] Ας ξαναφέρουμε στη μνήμη μας τη συμβολική κίνηση του πλάσματος στον πρώτο τους διάλογο: «Έτσι σε απαλλάσσω δημιουργέ μου» είπε κι έβαλε τα μισητά του χέρια μπροστά στα μάτια μου»,[40] σαν να θέλει να καταδείξει πως αν δε θέλουμε να βλέπουμε τις συνέπειες των πράξεών μας δε σημαίνει ότι αυτές δεν υπάρχουν. Πέραν της ανωριμότητάς του όμως, είναι δέσμιος και της αισθητικής. Ας αναλογιστούμε πως με τέτοια κριτήρια η μητέρα του υιοθέτησε την ξαδέλφη του Ελίζαμπεθ και αυτά προβάλει κι ο ίδιος στις περιγραφές του: «παιδάκι ξανθότερο κι από ζωγραφιστό χερουβείμ- ένα πλάσμα που η μορφή του σκόρπιζε ακτινοβολία και οι κινήσεις του ήταν ελαφρότερες κι από του αίγαρου των λόφων».[41]  Ωστόσο, για χάριν ταχύτητας, η αισθητική είναι κάτι που παραβλέπει ή καλύτερα εθελοτυφλεί, όταν φτιάχνει το δημιούργημά του. Η αισθητική όμως, πανταχού παρούσα, επιδρά καθοριστικά στο συναίσθημα (αηδία, φρίκη, τρόμος κ.λ.π.) αλλά και στην ανθρώπινη ηθική (εγκατάλειψη, απόρριψη, δαιμονοποίηση κ.λ.π.). Από παντού το πλάσμα εκδιώκεται όχι λόγω των έργων του αλλά λόγω της δυσμορφίας του. Ας ξαναθυμηθούμε τι αναφωνεί σαρκαστικά στο δημιουργό του: «Εμένα κατηγορείς για φόνο κι όμως κι όμως θα μπορούσες με ήσυχη συνείδηση να καταστρέψεις εσύ ο ίδιος το δικό σου δημιούργημα. Ω, ένα μεγάλο μπράβο στην αιώνια ανθρώπινη δικαιοσύνη!».[42] Πόσο διαχρονική και πόσο δραματικά επίκαιρη είναι αυτή η κοινωνική καταγγελία; Οι ανθρώπινες κοινωνίες τουλάχιστον μέχρι σήμερα δεν έχουν καταφέρει να μην δημιουργούν αποδιοπομπαίους τράγους και να μη χρειάζονται εξιλαστήρια θύματα (όχι πάντα και όχι μόνο με αισθητικά κριτήρια). Αν λοιπόν υπάρχει κάτι επιπλέον, για το οποίο αξίζει ακόμα και σήμερα να διαβαστεί το έργο της Σέλλεϋ, είναι αυτή ακριβώς η ευαισθησία με την οποία προσεγγίζει το συγκεκριμένο ζήτημα, δίχως να γίνεται φορτικά ηθικολόγος. Και το μήνυμά της θα είναι πάντα επίκαιρο, όσο οι ανθρώπινες κοινωνίες, περιθωριοποιούν τα ίδια τα δημιουργήματά τους. Για τα οποία έχουν ευθύνη ακριβώς επειδή είναι δημιουργήματά τους, και τα οδηγούν είτε στην παραβατικότητα, είτε –τα πιο ευαίσθητα μέλη τους- στην αυτοκαταστροφή. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Bakounine M., Θεός και Κράτος, εκδ. Ελεύθερος Τύπος, μτφρ. Νίκος Β. Αλεξίου – Αντώνης Γκίκας, Αθήνα 41986.
  2.  Βάρσος Γιώργος, Ιστορία της Ευρωπαϊκής λογοτεχνίας. Από τον 6ο έως τις αρχές του 18ου αιώνα, εκδ. Ε.Α.Π., Πάτρα 1999.
  3. Benoit Annick & Fontaine Gay (επιμ.), Ευρωπαϊκά Γράμματα: Ιστορία της Ευρωπαϊκής Λογοτεχνίας Εκδ. Σοκόλη, μτφρ. Α. Ζηράς κ.ά., τ. Β, Αθήνα 1999 (Lettres Européenes: Histoire de la Literature Européene, 1992).
  4. Γκότση Γ. & Προβατά Δ., Ιστορία της Ευρωπαϊκής λογοτεχνίας. Από τις αρχές του 18ου έως τον 20ο αιώνα, εκδ. Ε.Α.Π., Πάτρα 2000.
  5. Εγκυκλοπαίδεια, Πάπυρος-Larousse-Britannica, εκδ. Πάπυρος, επιμ. Βίκτωρ Αθανασιάδης κ.ά., Αθήνα 21997.
  6. Παγκόσμια Ιστορία, τ 15, εκδ. Κ. Καπόπουλος, επιμ. Χ. Μπουλωτής, μτφρ. Δ. Θεοδωρακάτος., Αθήνα 1992 (Time Life History of the World, 1991).
  7. Shelley M., Φρανκεστάιν ή ο Σύγχρονος Προμηθέας, εκδ. Εστία, μτφρ. Μπελλιές Ερρίκος, Αθήνα 22007.

                                                                                                                            ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗΣ


[1] Γ. Γκότση – Δ. Προβατά,  Ιστορία της Ευρωπαϊκής λογοτεχνίας από τις αρχές του 18ου έως τον 20ο αιώνα, τΒ., εκδ. Ε.Α.Π., Πάτρα 2000, σ. 47-48. Εφεξής θα χρησιμοποιούμε συντομογραφία αντί τίτλου.
[2] ΙΕΛ, σ.48
[3] ΙΕΛ, σ. 49
[4] Annick Benoit & Gay Fontaine (επιμ.), Ευρωπαϊκά Γράμματα: Ιστορία της Ευρωπαϊκής Λογοτεχνίας Εκδ. Σοκόλη, σ. 384-385, μτφρ. Α. Ζηράς κ.α., τ. Β, Αθήνα 1999 (Lettres Européennes: Histoire de la Littérature Européenne, 1992). Εφεξής θα χρησιμοποιούμε συντομογραφία αντί τίτλου.
[5]  Μαίρη Σέλλεϋ, Φρανκεστάιν ή ο σύγχρονος Προμηθέας, εκδ. Εστία, σ.87, μτφρ. Ερρίκος Μπελιές, Αθήνα 22007. Εφεξής θα χρησιμοποιούμε συντομογραφία αντί τίτλου.
[6] ΙΕΛ, σ. 64
[7] Γιώργος Βάρσος, Ιστορία της Ευρωπαϊκής λογοτεχνίας. Από τον 6ο έως τις αρχές του 18ου αιώνα,τ.Α, εκδ. Ε.Α.Π. 1999, σ. 226-227
[8] Φρανκεστάιν, σ. 48
[9] Φρανκεστάιν, σ. 60
[10]Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος-LarousseBritannica, Έκδ. Πάπυρος, επιμ. Βίκτωρ Αθανασιάδης κ.ά, ,  τ14, σ.22, λήμμα: Γοτθικό Μυθιστόρημα, Αθήνα 21997
[11] ΙΕΛ, σ. 32
[12] ΙΕΛ, σ. 24
[13] ΙΕΛ, σ. 33
[14] Παγκόσμια Ιστορία, τ15,σ.78 επιμ. Χ. Μπουλωτής, μτφρ. Δ. Θεοδωρακάτος. Κ. Καπόπουλος, Αθήνα 1992 (Time Life History of the World, 1991).
[15] ΙΕΛ, σ. 39
[16] Φρανκεστάιν, σ. 111
[17] Φρανκεστάιν, σ. 99
[18] Φρανκεστάιν, σ. 107
[19] Φρανκεστάιν, σ. 271
[20] Φρανκεστάιν, σ. 89-90
[21] Φρανκεστάιν, σ. 264
[22] ΕΓ, σ. 345
[23] Φρανκεστάιν, σ. 273
[24] ΕΓ, σ. 348
[25] Μ. Μπακούνιν, Θεός και Κράτος, Εκδ. Ελεύθερος Τύπος, μτφρ. Νίκος Β. Αλεξίου – Αντώνης Γκίκας, Αθήνα 41986, σ. 42
[26] Μ. Μπακούνιν, Θεός και Κράτος, Εκδ. Ελεύθερος Τύπος, μτφρ. Νίκος Β. Αλεξίου – Αντώνης Γκίκας, Αθήνα 41986, σ. 27
[27] Γιώργος Βάρσος, Ιστορία της Ευρωπαϊκής λογοτεχνίας. Από τον 6ο έως τις αρχές του 18ου αιώνα, τ. Α, εκδ. Ε.Α.Π. 1999, σ. 203
[28] Φρανκεστάιν, σ. 153
[29] Φρανκεστάιν, σ. 46
[30] Φρανκεστάιν, σ. 251
[31] Φρανκεστάιν, σ. 104
[32] Φρανκεστάιν, σ. 115
[33] Φρανκεστάιν, σ. 125
[34] Φρανκεστάιν, σ. 256
[35] Φρανκεστάιν, σ. 258
[36] Φρανκεστάιν, σ. 90
[37] Φρανκεστάιν, σ. 134
[38] ΙΕΛ, σ. 64
[39] Φρανκεστάιν, σ. 79
[40] Φρανκεστάιν, σ. 114
[41] Φρανκεστάιν, σ. 39
[42] Φρανκεστάιν, σ. 116
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: